Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Like Toy Soldiers

Ξαφνικά, όλος ο αφόρητος πόνος που ένιωθα άρχισε να σβήνει, καθώς ένιωθα όλο και περισσότερο να πέφτω, να χάνομαι. Δεν ήξερα τι θα μου συνέβαινε τώρα που πέθαινα. Προς το παρών το μόνο που έβλεπα ήταν σκοτάδι. Ξαφνικά εκτυφλωτικό φως με χτύπησε στο πρόσωπο. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα γύρω μου. Βρισκόμουν ξαπλωμένη, σε ένα ‘λιβάδι’, τα χρώματα γύρω μου ήταν ζεστά, προς το κόκκινο θα μπορούσα να πω. Ο ουρανός, το φως… Αλήθεια, από πού ερχόταν τόσο φως? Γιατί ήλιος δεν έβλεπα να υπάρχει. Τελικά ο θάνατος είναι ήρεμος, και γλυκός. Σηκώθηκα όρθια καθώς είδα μία ομάδα σιωπηλών ‘ανθρώπων’ να κατευθύνονται προς μία γέφυρα. Εντόπισα με το βλέμμα μου ένα μικρό κορίτσι, πρέπει να ήταν γύρω στην ηλικία των 12. Καθόταν και εκείνη και κοίταζε γύρω της φοβισμένα, αγχωμένα. Την πλησίασα και της χαμογέλασα ζεστά.
«Που βρίσκομε? Που είναι οι γονείς μου, ο αδερφός μου?» Με ρώτησε φοβισμένη, έτρεμε, ίσα που ακουγόταν η φωνή της.
«Δεν ξέρω, αληθινά δεν ξέρω, δεν έχω την απάντηση σε καμία από τις ερωτήσεις σου. Το μόνο που μπορώ να σου πω, είναι, ότι ήμαστε νεκρές.» Της είπα και γύρισε και με κοίταξε θλιμμένα.
«Την μία στιγμή περνούσα τον δρόμο και μετά, ένα κορνάρισμα, φωνές ουρλιαχτά, και μετά έσβησα.» Μου είπε, έψαχνε επειγόντως κάποιον να την καταλάβει, κούνησα το κεφάλι μου ως ένδειξη ότι καταλάβαινα πως ένιωθε.
«Περίμενε εδώ» Της είπα, απομακρύνθηκα από κοντά της και πλησίασα έναν ηλικιωμένο κύριο που πήγαινε και εκείνος προς την γέφυρα.
«Παππού, που πάνε όλοι αυτοί?» Τον ρώτησα, εκείνος ξαφνιάστηκε που με άκουσε να τον ρωτάω κάτι τέτοιο.
«Περνάνε στην άλλη μεριά. Δεν το ήξερες? Δεν νιώθεις την έλξη?»
«Όχι, δεν νιώθω καμία έλξη. Εδώ τι είναι, που βρίσκομαι?»
«Βρίσκεσαι στο μεταίχμιο, ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο, όμως δυστυχώς, αφού δεν νιώθεις αυτήν την έλξη, σημαίνει πως… Δεν μπορείς να προχωρήσεις, όχι ακόμα τουλάχιστον. Αυτό γίνεται σπάνια, συνήθως, όταν έχεις αφήσει εκκρεμότητες ακόμα στην ζωή σου.» Μου απάντησε, και σαν να μην τον διέκοψα ποτέ, συνέχισε τον δρόμο του, μέχρι που εξαφανίστηκε, ανάμεσα από την γέφυρα. Προσπάθησα να περάσω και εγώ, αλλά ένιωσα έναν δυνατό αέρα να με σπρώχνει δυνατά και να με στέλνει και πάλι στο σημείο που βρισκόταν το μικρό κορίτσι.
«Έμαθες τίποτα? Που βρισκόμαστε?»
«Βρισκόμαστε στο μεταίχμιο, και αυτή είναι η γέφυρα για να περάσουμε στην απέναντι πλευρά.»
«Και, γιατί δεν πέρασες, γιατί σε έστειλε πίσω?»
«Γιατί μάλλον έχω αφήσει κάτι εκκρεμότητες πίσω στην γη.»
«Θα προσπαθήσω και εγώ.» Είπε και προχώρησε αποφασιστικά προς την γέφυρα. Ήμουν σίγουρη πως θα την έβλεπα να εξαφανίζεται, και εκείνη όπως όλοι οι υπόλοιποι, όμως αυτός ο δυνατός άνεμος την πέταξε και πάλι πίσω. Στο τσακ την κράτησα για να μην πέσει κάτω.
«Αυτό σημαίνει, πως θα επιστρέψω πίσω?»
«Ναι, όμως όχι ζωντανή, δεν θα μας βλέπουν, καταλαβαίνεις, ήμαστε παγιδευμένες.»
«Σε παρακαλώ μην με αφήσεις μόνη μου.» Μου είπε και με αγκάλιασε σφιχτά από την μέση. Αν και ήμουν αρκετά ψηλή το κορίτσι, ήτανε σχεδόν στο ύψος μου. Δεν πρόλαβα να συλλογιστώ πολύ, γιατί ο ίδιος δυνατός άνεμος άρχισε να φυσάει, να φυσάει με δύναμη. Κρατούσα το παιδί με δύναμη στην αγκαλιά μου, και αυτό με την σειρά του ήταν γαντζωμένο από την μπλούζα μου. Ένιωσα τα πόδια μου να σηκώνονται από το έδαφος, και βρέθηκα σε μία αέρια θύελλα, η οποία ένιωσα να με πετάει με δύναμη κάτω. Έκλεισα τα μάτια μου. Και ανοίγοντας τα, είδα πως βρισκόμουν σε μία λεωφόρος στο Παρίσι, Λίγο πιο πέρα, είδα ένα σώμα ενός παιδιού να βρίσκεται ξαπλωμένο στην άσφαλτο γεμάτο με αίματα. Δίπλα βρισκόταν μία γυναίκα που φώναζε και έκλεγε, ενώ ένας νεαρός προσπαθούσε να την ηρεμίσει. Πρέπει να ήταν γύρω στην ηλικία μου. Στα 17 του, ή ίσως και στα 18 του δεν ξέρω. Κοίταξα καλύτερα και είδα πως το κορίτσι που ήταν πεσμένο, ή μάλλον το σώμα του κοριτσιού, ήταν ίδιο με το κορίτσι που αυτήν την στιγμή ήταν ακόμα γαντζωμένο πάνω μου, με ακόμη μάτια κλειστά.
«Μπορείς να ηρεμίσεις τώρα γλυκιά μου.»
«Όχι, δεν μπορώ, αν ανοίξω τα μάτια μου, θα… θα δω την μητέρα μου, και… και δεν θέλω.» Αρνήθηκε πεισματικά.
«Πρέπει όμως», της είπα και στο τέλος με υπάκουσε. Άνοιξε τα μάτια της και πλησίασε προς το μέρος που βρισκόταν το σώμα της, τραβώντας και εμένα μαζί της. Τότε την είδα που γονάτισε δίπλα στην μητέρα της, προσπαθώντας να την κάνει να την ακούσει. Της έλεγε ότι ήταν καλά, και πως έκλαιγε άδικα, της είπε πως είχε βρει κιόλας μια φίλη. Εμένα εννοούσε, χαμογέλασα δειλά. Ένιωθα τον πόνο τους. Το κορίτσι, είχε μακριά ξανθά μαλλιά και καταγάλανα μάτια, αντιθέτως με εμένα, που είχα κατάμαυρα μαλλιά που έπεφταν με χάρη στους ώμους μου, και πράσινα μάτια. Γύρισα και κοίταξα και πάλι τον αδερφό του κοριτσιού. Έκρυβε με το ένα του χέρι τα μάτια του, καθώς μικρά αναφιλητά έφευγαν από το στόμα του. Πλησίασα πιο πολύ για να μπορούσα να τον παρατηρήσω. Είχε καστανόξανθα μαλλιά μακριά έως τους ώμους του. Δεν μπορούσα να δω το χρώμα των ματιών του αλλά υπέθεσα ότι θα ήταν ίδιο με της μητέρας του, και της αδερφής του, κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς το μέρος μου. Βασικά αποκλείεται να με έβλεπε. Και όμως, τον είδα που αναστατώθηκε και απομακρύνθηκε, έπειτα κοίταξε προς το μέρος του κοριτσιού, όχι του σώματος του, αλλά της ‘ψυχής του’.
«Στέλλα? Μα πως γίνεται? Όχι, όχι δεν είναι δυνατόν, έχω αρχίσει να τρελαίνομαι.»Είπε, και τότε κατάφερα να προσέξω τα μάτια του. Είχα άδικο, δεν ήταν το ίδιο γαλάζιο με τις υπόλοιπες, ήταν καφέ, ένα ζεστό καφέ.
Το κορίτσι, που από ότι φαίνεται ονομάζεται Στέλλα, σηκώθηκε όρθια και ήρθε προς το μέρος μου.
«Άντριαν? Μας, μας βλέπεις?»
Του είπε κοιτώντας τον έκπληκτη.
«Δεν υπάρχει αυτό που ζω, με τίποτα.»
«Τι συμβαίνει Άντριαν?» Είπε ανήσυχα η μητέρα του.
«Τίποτα μητέρα, καλύτερα, να φύγω όμως από εδώ.» Είπε και άρχισε να τρέχει. Εγώ κοιτάχτηκα με την Στέλλα, και σαν να επιβεβαίωνε η μία τις σκέψεις της άλλης εξαφανιστήκαμε και βρεθήκαμε αμέσως μπροστά του.
«Τι θέλετε από εμένα? Τι είστε? Στέλλα, δεν ήμουν καλός αδερφός, πείτε μου, τι θέλετε??» Είπε κάνοντας σαν υστερικός, τον πλησίασα και ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του. Ένιωσε το παγωμένο άγγιγμα μου και γύρισε και με κοίταξε. Άρχισε να ηρεμεί καθώς κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια μου.
«Ωραία, ας πούμε ότι δεν είμαι τρελός, και ότι όντως βλέπω νεκρούς, όμως, τι κάνετε εσείς εδώ? Και… ποια είσαι εσύ?» Είπε καθώς απομακρύνθηκε από κοντά μου. Προσπάθησα να μιλήσω, αλλά δεν το κατάφερα. Άνοιξα το στόμα μου, χωρίς όμως να βγει μιλιά από εκεί.
«Ήμαστε εδώ, γιατί δεν μπορέσαμε να περάσουμε απέναντι, και το μεταίχμιο μας πέταξε πίσω, ως, πνεύματα, βασικά ήμαστε μόνο η ψυχή μας. Σωστά δεν τα λέω ψηλή?» Μου είπε και με κοίταξε με νόημα. Προσπάθησα και πάθει να μιλήσω αλλά δεν μπορούσα.
«Τι έχει πάθει αυτή, μουγκή είναι?»
«Όχι, στο μεταίχμιο μιλούσε, δεν ξέρω. Ψηλή, γιατί δεν μιλάς.» Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Αι τότε είδα πως στον λαιμό της φορούσε ένα κολιέ, ένα κολιέ που μου φαινόταν γνώριμο, έδειχνε ένα κουτί, που ήταν ανοιχτό και από εκεί ξεπετάγονταν μουσικές νότες, κοίταξα τον λαιμό μου και είδα πως φορούσα το ίδιο ακριβώς κολιέ, μόνο που έλειπε το κουτί με τις νότες, είχα μόνο την αλυσίδα. Προσπάθησα να τις δείξω με κινήσεις ότι θέλω να μου δώσει το κολιέ της.
«Τι? Τι σχέση έχει ο λαιμός μου, με την φωνή σου? Κοπελιά κοντά τα χέρια σου, ούτε το όνομά σου δεν ξέρω….» Και διάφορα άλλα μου έλεγε. Γύρισα και κοίταξα τον αδερφό της απηυδισμένη, εκείνος μας κοίταγε έκπληκτος, αλλά μόλις είδε ότι τον κοίταγα έστρεψε την προσοχή του σε εμένα. Του έδειξα το ‘μισό’ κολιέ μου, και το κολιέ της αδερφής του.
«Νομίζω πως λέει, ότι δεν μπορεί να μιλήσει γιατί έχει χαθεί το σύμβολο που βρισκόταν στο κολιέ της, ή κάτι τέτοιο.» Είπε και την κοίταξε.
«Αία, θες να σου το δώσω για να δεις αν ισχύει η θεωρεία σου?» Με ρώτησε, και εγώ έγνεψα καταφατικά.
«Χμ, εντάξει.» Είπε και έβγαλε το κολιέ και μου το έδωσε. Προσπάθησε να μιλήσει αλλά δεν μπορούσε. Μόλις το φόρεσα ένιωσα έναν ελαφρύ πόνο στον λαιμό μου, αλλά μετά τα κατάφερα.
«Τελικά όντως ισχύει. Λοιπόν, ρώτησες πια είμαι. Με λένε Νάντια, γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αμερική, και πέθανα, με φρικτό τρόπο. Η μητέρα μου ήταν από την Γαλλία για αυτό μπορούμε να συνεννοηθούμε, και… Μου φαίνεται πως το σύμβολό μου, βρίσκεται κάπου κοντά εκεί που μεταφερθήκαμε αλλά δεν ξέρω πως θα το…» Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω, και είδα ένα ολόιδιο σύμβολο με αυτό της Στέλλας να έρχεται φωτεινό προς το μέρος μου.
«Φαίνεται πως λύθηκε η απορία σου για το πώς να το βρεις.» Μου είπε ο Άντριαν και μου χαμογέλασε. Αφότου φόρεσα ανακουφισμένη το σύμβολό μου, έδωσα στην Στέλλα το δικό της και στραφήκαμε στον Άντριαν.
«Λοιπόν αδερφούλη, τι θα κάνουμε?» Είπε η Στέλλα χοροπηδώντας.
«Να σας πω, δεν πάτε κάπου αλλού για λίγο? Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι γίνεται?»
«Καλά.» Είπε η Στέλλα και με τράβηξε πίσω καθώς τον αφήσαμε να φεύγει τρέχοντας.
«Λοιπόν, που πάμε, εσύ δεν έχεις κανέναν συγγενή που να κλαίγεται για σένα?»
«Για την ακρίβεια δεν θα ξέρουν καν ότι είμαι νεκρή.» Είπα εγώ με μία θλίψη στα μάτια.
«Και γιατί αυτό?»
«Θυμάσαι που είπα ότι πέθανα με φρικτό τρόπο?» Εκείνη απλώς κούνησα καταφατικά το κεφάλι της.
«Δολοφονήθηκα, αφότου με βίασαν, έπειτα με δολοφόνησαν για να κρύψουν τα στοιχεία τους. Τώρα οι γονείς μου απλώς θα έχουν βάλει την αστυνομία να ψάχνει.»
«Ξέρεις τι? Νομίζω πως πρέπει να πάμε να τους δώσουμε ένα χεράκι στο που να σε βρούνε. Αφότου όμως αλλάξουμε ρούχα γιατί δεν είναι και το πιο ωραίο να ήμαστε με τα ρούχα… του θανάτου μας.»
«Τελικά εσύ έγινες πολύ άνετη με αυτό το θέμα, ε?»
«Χαχα, από ότι φαίνεται.» Εκείνη την στιγμή χτύπησε τα δάχτυλά της και αλλάξαμε και οι 2 σύγχρονος ρούχα. Εκείνη από το σκισμένο τζιν γεμάτο αίματα και την ροζ μπλουζίτσα που φορούσε, έβαλε ένα ροζ σορτσάκι και μία άσπρη μπλούζα. Εγώ από το ματωμένο κόκκινο φουστάνι, που μου είχαν φορέσει αυτοί οι ανώμαλοι, έβαλα ένα Τζιν παντελόνι, και μία κίτρινη μπλούζα. Ήθελα τόσο πολύ να είχα ένα λαστιχάκι, ή κάτι για να μπορούσα να πιάσω τα μαλλιά μου επάνω… Πριν προλάβω να τελειώσω την σκέψη μου, ένα λαστιχάκι εμφανίστηκε στο χέρι μου. Είχε αρχίσει να μου αρέσει αυτό. Χαμογέλασα καθώς έπιασα τα μαλλιά μου μία αλογοουρά και στράφηκα στην Στέλλα.
«Πάμε?»
«Βέβαια, μόνο που θα μας καθοδηγήσεις εσύ, όπως επίσης, πρέπει να ξέρεις ότι δεν είμαι και η καλύτερη στα αγγλικά.» Είπε γελώντας. Εγώ απλώς ανασήκωσα τους ώμους μου αι χτύπησα τα δάχτυλά μου σκεφτόμενη το μέρος όπου βρισκόταν κρυμμένο το πτώμα μου. Ήμασταν σε ένα σκοτεινό σοκάκι, και εκεί βρισκόντουσαν 2 άντρες οι οποίοι έφευγαν τρέχοντας μακριά.
«Αυτοί είναι.» Είπα εγώ, γυρνώντας το κεφάλι μου κοιτώντας προς το μέρος τους.
«Είσαι για ένα κυνηγητό όλα τα λεφτά?» Μου είπε η Στέλλα χαμογελώντας με ένα χαζοχαρούμενο τρόπο. Δεν της απάντησα, γύρισα απλώς και την κοίταξα αυστηρά, δείχνοντας με το βλέμμα μου, ότι δεν γελούσα. Εκείνη σοβαρεύτηκε αμέσως και προχώρησε προς το μέρος όπου βρισκόταν το νεκρό σώμα μου. Ακολούθησα και εγώ με πιο αργό βήμα. Η Στέλλα φύσηξε με δύναμη πάνω από το σημείο που βρισκόταν χωμένο βαθιά μέσα στο χώμα το σώμα μου. Το χώμα άρχισε να υποχωρεί και βρέθηκα αντιμέτωπη με τον ίδιο μου τον εαυτό.
«Έχω ένα σχέδιο, έτσι ώστε να πληρώσουν και αυτοί, αλλά και εσύ να δικαιωθείς, να μπορέσεις να θαφτείς.» Μου είπε η Στέλλα και εγώ γύρισα και την κοίταξα. Για πρώτη φορά μετά την γνωριμία μας, φαινόταν πως μιλούσε για κάτι, σοβαρά.
«Προς το παρών, θα φέρουμε εδώ τους αστυνομικούς, να βρουν το πτώμα σου, και έπειτα, θα κάνουμε αυτούς τους δύο, να τρομάξουν τόσο πολύ που να πάνε οι ίδιοι να παραδοθούν για να ησυχάσουν από εμάς.» Όσο μιλούσε κοιτούσε στο κενό με ένα βλέμμα που μπορούσα να πω πως με τρόμαζε.
«Λοιπόν, τι λες?» Με ρώτησε και πάλι χαμογελαστή. Εγώ απλώς έγνεψα με το κεφάλι μου.
«Δεν μιλάς και πολύ ε? Το κολιέ σου πάντως το φοράς.» Είπε κοιτώντας με διερευνητικά.
«Καλάααα, πάμε στο αστυνομικό τμήμα. Θα μπούμε στο κεφάλι του αστυνόμου. Τέλεια θα περάσουμε.» Είπε χτυπώντας και πάλι τα δάχτυλά της και μεταφέροντας μας, στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί βρισκόταν όλη η οικογένειά μου, Η μητέρα μου, ο πατέρας μου, η αδερφή μου, και το αγόρι μου, ο Μαρκ. Έτρεξα γρήγορα κοντά τους.
«Μην ανησυχείς, θα ασχοληθώ εγώ με τον αστυνόμο.» Μου είπε η Στέλλα και την είδα να συγκεντρώνετε στον αστυνομικό που καθόταν στο γραφείο του. Εγώ πήγα γρήγορα δίπλα στην οικογένειά μου ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου, προσπαθούσα να τους ταρακουνήσω, να τους μιλήσω, όμως όλοι κοιτούσαν με προσοχή τον αστυνόμο, όλοι εκτός από την αδερφή μου, που έκλαιγε με λυγμούς μέσα στην αγκαλιά του Μαρκ.
«Θα βρεθεί έτσι? Είναι ζωντανή σωστά?» Ρώτησε τον αστυνομικό, μέσα από τα δάκρυά της, ο Μαρκ την έσφιξε πιο πολύ επάνω του, ενώ μερικά δάκρυα κυλούσαν και από τα δικά του μάτια, μόνο οι γονείς μου ήταν ψύχραιμοι, δεν πίστευαν τι μπορεί να είχα πάθει. Ξαφνικά είδα τον αστυνομικό να παίρνει τηλέφωνο κάποιον και να του λέει πώς να πάει στο σημείο όπου βρισκόμουν εγώ. Γύρισα και κοίταξα στην Στέλλα, εκείνη χαμογέλασε.
«Ευχαριστώ.» Της είπα και έπειτα αγκάλιασα σφιχτά την αδερφή μου, εκείνη μάλλον με ένιωσε και ανησύχησε, έπειτα όμως θεώρησε πως ήταν ο Μαρκ και συνέχισε να στέκεται εκεί που βρισκόταν.
«Μου φαίνεται πως τελειώσαμε για σήμερα, καλύτερα να φύγουμε, δεν σου κάνει καλό εδώ που βρίσκεσαι.» Μου είπε η Στέλλα και με ένα χτύπημα τον δαχτύλων της βρεθήκαμε μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι, για την ακρίβεια στο σαλόνι του. Δεν πρέπει να ήταν κανείς μέσα, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
«Το σπίτι σου είναι?» Γύρισα και ρώτησα την Στέλλα, εκείνη μου έγνεψε και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για την ακρίβεια δεν περπατούσε, πετούσε. Όταν φτάσαμε στον 2ο όροφο πλησίασε σε μία πόρτα και την χτύπησε.
«Ποιος είναι?» Ακούστηκε η φωνή του Άντριαν από μέσα.
«Εμείς ήμαστε, να μπούμε?» Ρώτησε η Στέλλα.
«Δεν πα να κάνετε ότι θέλετε. Η πόρτα είναι κλειδωμένη.» Είπε. Η Στέλλα πήγε να φύγει, εγώ όμως προχώρησα και πέρασα μέσα από τον τοίχο. Μόλις με είδε με κοίταξε με ορθάνοικτα μάτια. Το δωμάτιο βρομούσε τσιγάρο, και παντού βρισκόντουσαν πεταμένα μπουκάλια με ποτά.
«Πως μπήκες μέσα, αφού η πόρτα ήταν κλειδωμένη.»Είπε καθώς έπινε άλλη μια γουλιά από ένα μπουκάλι βότκα. Εγώ πλησίασα και του το πείρα από το χέρι.
«Έι, δώσε το μου.» Είπε και πήγε να σηκωθεί από το κρεβάτι του που ήταν ξαπλωμένος.
«Δεν έχεις να πας πουθενά κύριος.» Του είπα και τν κοίταξα έντονα. Εκείνη την στιγμή ένιωσα σαν να ακούω την φωνή του μέσα στο κεφάλι μου.
‘Δεν γίνεται αυτό που μου συμβαίνει, πεθαίνει η αδερφή μου, και έπειτα έρχεται να μου κάνει επίσκεψη, με μια άλλη νεκρή φίλη της, η οποία είναι, τελείως, πανέμορφη, γλυκιά, και, νεκρή. Τι μου συμβαίνει? Γιατί πάντα να ερωτεύομαι λάθος άτομα? Το παράκανα.’
Κούνησα το κεφάλι μου πέρα δώθε για να βγάλω τις σκέψεις του από το μυαλό μου.
«Γιατί πίνεις?» Τον ρώτησα και κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι.
«Για να ξεχάσω…» και συνέχισε μέσα στο μυαλό του, ‘…εσένα’
Θεώρησα πως επειδή είχε πιει είχαν πέσει οι άμυνες του μυαλού του, και γι αυτό μπορούσα να δω τι σκέφτεται.
«Καλά τότε θα ‘ρθουμε κάποια άλλη φορά για επίσκεψη.» Είπα και πήγα να σηκωθώ.
«Μην φεύγεις.» Μου είπε με ένα παραπονιάρικα βλέμμα και με τράβηξε από το χέρι.
«Πόσες ώρες είσαι σε αυτήν την κατάσταση?»
«Από την ώρα που φύγατε.» Μου είπε ενώ τα μάτια του έκλειναν.
«Έλα, πρέπει να κοιμηθείς.» Του είπα.
«Μα δεν θέλω.» Έκανε σαν πεισματάρικο μωρό.
«Κοιμήσου και εγώ με την αδερφή σου θα τακτοποιήσουμε το δωμάτιο.» Είπα και τον φίλησα στο μέτωπο καθώς τον σκέπαζα. Ένιωσα την ζεστασιά του σώματος του, ενώ εκείνος την παγωνιά τον χειλιών μου. Και ανατρίχιασε.
«Α και να μην το ξεχάσω, που είναι το κλειδί?»
«Πάνω στο γραφείο.» Μουρμούρισε καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. Πήρα το κλειδί και ξεκλείδωσα την πόρτα, από έξω καθόταν η Στέλλα.
«Γιατί δεν είχες έρθει μέσα τόσην ώρα, και με άφησες να τον κουμαντάρω μόνη μου, δικός σου αδερφός είναι.»
«Δεν πειράζει. Μια χαρά τα κατάφερες και μόνη σου.»
«Ναι, ναι, τέλος πάντων, βοήθησε να μαζέψω αυτό το χάος.» Της είπα, και εκείνη απλώς χτυπώντας τα δάχτυλά της, όλα τα πράγματα βρέθηκαν στην θέση τους.
«Πρέπει να μου μάθεις πως το κάνεις αυτό.»
«Δεν γίνεται, ο καθένας έχει το χάρισμά του, εγώ έχω τα μαγικά.» Μου είπε γελώντας. Και εγώ μπορώ να διαβάσω την σκέψη, σκέφτηκα χωρίς όμως να της το πω.
«Λοιπόν, τώρα τι θα κάνουμε?» Με ρώτησε.
«Τι θα έλεγες να κάνουμε τα μαθήματα του αδερφού σου, και εσύ τα δικά σου? Από αύριο, εσύ θα πηγαίνεις κανονικά στο σχολείο σου, και μιας και ξέρεις από μαγικά θα κάνεις τα πράγματά σου, να μην φαίνονται, ενώ εγώ απλώς θα παρακολουθώ το μάθημα.
«Ω, έλα τώρα, όχι και νεκρή να πρέπει να πηγαίνω σχολείο, σε παρακαλώ.» Μου είπε απηυδισμένη από την πρότασή μου.
«Πλάκα έκανα. Λοιπόν, προς το παρών λέω να αφήσουμε τον αδερφό σου να κοιμηθεί, τι θα έλεγες να δούμε λίγη τηλεόραση.»
«Ναι, στο δωμάτιό μου, έλα. Οι γονείς μου θα λείψουν για αρκετές μέρες για να κανονίσουν τα θέματα περί της κηδείας, και δεν θα το προσέξουν. Έλα.» Μου είπε και με τράβηξε έξω από το δωμάτιο του Άντριαν.
Η νύχτα ήταν πολύ βαρετή, ένιωθα πως έχανα χρόνο, όσον αναφορά τους δολοφόνους μου, έτσι κάποια στιγμή, την ώρα που δεν με έβλεπε η Στέλλα μεταφέρθηκα στο δωμάτιο της αδερφής μου. Ήταν καθιστή στο κρεβάτι της, και έκλαιγε, κρατούσε μία φωτογραφία μου και έκλαιγε με λυγμούς, δεν άντεχα να την βλέπω έτσι, έπρεπε να επικοινωνήσω μαζί της, και ο μόνος τρόπος, είναι όταν θα κοιμόταν, θα έμπαινα στα όνειρά της, να της μιλήσω.
Την πλησίασα και κάθισα δίπλα της, βλέποντας αυτά που έλεγε από μέσα της, και όχι δυνατά, αυτά που ήθελε να φωνάξει. Ήταν μόλις 14 χρονών. Αλλά ήμασταν πολύ δεμένες, ποτέ δεν τσακωνόμασταν. Την αγαπούσα πολύ, και ακόμα την αγαπώ. Ξάπλωσα δίπλα της και χάιδευα τα μαλλιά της, προσπαθώντας να την ηρεμίσω. Έτσι ώστε να κοιμηθεί.
«Ξέρω ότι είσαι κάπου και με βλέπεις Νάντια, αλλά πονάει, πονάει πολύ. Και όσο σκέφτομαι τι σου έκαναν. Με κάνει και υποφέρω.» Μουρμούραγε σφίγγοντας την φωτογραφία μου λες και ήταν κάποιο αρκουδάκι. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε η Στέλλα, με είδε εκεί και με πλησίασε.
«Σε πονάει και εσένα ε? Το ότι δεν μπορεί να σε δει, και πονάει, ενώ βρίσκεσαι δίπλα της και την παρηγορείς.» Εγώ έγνεψα καταφατικά.
«Και εγώ έτσι ένιωθα μέχρι που με είδε ο αδερφός μου. Και, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο υπέροχα ένιωσα, αν και θα ήταν καλύτερα για εκείνον, αν εξαφανιζόμουν. Και θα το έκανα, αλλά δεν μπορώ, νιώθω τελείως μόνη χωρίς αυτόν.» Εγώ απλώς την κοίταξα δείχνοντας της ότι καταλαβαίνω.
«Και τώρα τι θα κάνεις, θα κάθεσαι έτσι δίπλα της, προσπαθώντας να την ηρεμίσεις?»
«Ναι, και μόλις κοιμηθεί, θα μπω στα όνειρά της, να της μιλήσω.»
«Τότε καλύτερα να φύγω, να σας αφήσω μόνες.» Είπε και πήγε να φύγει.
«Στέλλα, ευχαριστώ.» Της είπα και εκείνη απλώς μου χαμογέλασε προτού εξαφανιστεί. Γύρισα και πάλι στην αδερφή μου. Είχε καταφέρει να αποκοιμηθεί. Έπρεπε νε το κάνω. Συγκεντρώθηκα στο πρόσωπό της, και έτσι απλά μπήκα στο όνειρό της. Βρισκόταν μόνη της σε ένα δάσος και έκλεγε. Την πλησίασα. Με το που με είδε έτρεξε και με αγκάλιασε.
«Νάντια, Νάντια μου λείπεις, σε όλους μας λείπεις. Ιδικά στον Μαρκ. Σε παρακαλώ, μην φύγεις.»
«Έι, μικρό κοριτσάκι, ήρθα για να σου μιλήσω. Της είπα και την τράβηξα λίγο παραπέρα.»
«Δεν είμαι μικρή, είμαι 14 μην το ξεχνάς.» Εγώ χαμογέλασα και ανακάτεψα τα μαλλιά της.
«Θέλω να ξέρεις πως είμαι συνέχεια δίπλα σου, και αυτήν την στιγμή που κοιμάσαι, εγώ είμαι ξαπλωμένη δίπλα σου. Όποτε νιώθεις κάτι να σε αγγίζει, αλλά δεν βλέπεις τίποτα, είμαι εγώ. Είμαι καλά, μην μου στεναχωριέσαι.» Της είπα και χάιδεψα τα μαλλιά της.
«Μα αφού είσαι καλά, γιατί δεν έχεις προχωρήσει, όπως λέει η μαμά. Γιατί είσαι ακόμα εδώ?»
«Γιατί, δεν μπορώ, δεν με αφήνει η γέφυρα να περάσω απέναντι, όμως μου αρέσει εδώ, είμαι κοντά σας. Να το ξέρεις, μην στενοχωριέσαι, θα είμαι συνέχεια δίπλα σου. Όποτε με χρειαστείς φώναξε το όνομά μου, και εγώ θα έρθω.»
«Πως θα το καταλάβεις?»
«Θα το νιώσω.»
«Και πως θα καταλάβω εγώ ότι ήρθες?»
«Κάποια καταστροφή θα δημιουργήσω. Και θα έρχομαι κάθε βράδυ στα όνειρά σου. Να μου λες πως πέρασε η μέρα σου.» Εκείνη απλώς έγνεψε.
«Πες μου όμως κάτι, που πας όταν δεν είσαι μαζί μου?»
«Γνώρισα ένα κορίτσι, την Στέλλα, είναι από το Παρίσι, είναι, 12 χρονών…»
«Είναι νεκρή?»
«Ναι, την χτύπησε αυτοκίνητο. Λοιπόν, πηγαίνουμε σπίτι της, όπου, ο αδερφός της, κατά έναν περίεργο τρόπο μας βλέπει.» Της είπα και χαμογέλασε.
«Εκεί θα πας και μόλις φύγεις?»
«Ναι, βασικά, θα πάω για να με τυραννάει η Στέλλα με την τηλεόραση.»
«Τι θα γίνει, με, με αυτούς, που, που σου το έκαναν αυτό?» Είπε σχεδόν τραυλίζοντας.
«Έχω ένα σχέδιο γι αυτό, βασικά ιδέα της Στέλλας ήταν, αλλά τέλος πάντων. Θα μπούνε στην φυλακή πάντως, να είσαι σίγουρη.»
«Σου έχω εμπιστοσύνη. Θέλω να φέρεις και την Στέλλα κάποια φορά να την γνωρίσω.»
«Ήταν εδώ πριν λίγο, αλλά θα την φέρω.»
«Θα πας και στην μαμά και τον μπαμπά, στον Μαρκ?»
«Στην μαμά και στον μπαμπά όχι, και θα ήθελα να σε παρακαλέσω, να μην πεις σε κανέναν όλα αυτά που σου είπα, θα σε περάσουν για τρελή, ενώ δεν είσαι. Στον Μαρκ θα πάω, αλλά μόνο μια φορά, τώρα, για να τον αποχαιρετίσω. Πρέπει να προχωρήσει στην ζωή του, και αν με βλέπει κάθε βράδυ, δεν θα προχωρήσει ποτέ. Όμως και εκείνος αν ποτέ με χρειαστεί θα είμαι δίπλα του.» Εκείνη απλώς έγνεψε.
«Πρέπει να φύγω, να προσέχεις, και όπως είπαμε, θα είμαι εδώ όποτε με χρειαστείς.» Της είπα και έτσι όπως είχα μπει στο όνειρό της, έτσι έφυγα. Με το που βγήκα την φίλησα στο μέτωπο, και είδα ότι υπήρχε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Σηκώθηκα όρθια. Τώρα είναι η σειρά του Μαρκ. Πείρα μια βαθιά ανάσα και βρέθηκα στο δωμάτιό του. Κοιμότανε στο πάτωμα με ένα μπουκάλι βότκα αγκαλιά ενώ το δωμάτιο βρόμαγε τσιγαρίλα. Μου θύμισε πολύ το δωμάτιο του Άντριαν. Τον πλησίασα και τον φίλησα απαλά στο στόμα. Έπειτα μπήκα στο όνειρό του. Βρισκόταν στο δωμάτιό του και κοιτούσε το ταβάνι, τον πλησίασα και μόλις με είδε έτρεξε κοντά μου και με αγκάλιασε, με φίλησε με πάθος στα χείλι ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου.
«Μου λείπεις μωρό μου. Είσαι καλά, τώρα? Ποιοι σου το έκαναν αυτό να πάω να τους πλακώσω.» Εγώ απλώς έβαλα το κεφάλι μου στον ώμο του. Μου είχε λείψει η αγκαλιά του.
«Άντριαν, είμαι μια χαρά τώρα, απλώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Θέλω να ξέρεις πως είμαι δίπλα σου, όποτε με χρειαστείς φώναζε το όνομά μου, και θα έρχομαι, απλώς θέλω μία χάρη, σταμάτα να πίνεις για να ξεχάσεις. Πρέπει να προχωρήσεις στην ζωή σου. Ήρθα να σε αποχαιρετίσω, στην Νικολέτα, θα πηγαίνω κάθε βράδυ, όμως εσύ πρέπει να προχωρήσεις, γι αυτό δεν θα έρχομαι, όποτε όμως με χρειαστείς να το ξέρεις θα ‘μαι δίπλα σου. Και αν μου το ζητήσεις θα ξαναμπώ στα όνειρά σου. Σε αγαπάω να το ξέρεις, όμως πρέπει να με αφήσεις πίσω, δεν λέω να με ξεχάσεις, όμως πρέπει να προχωρήσεις.»
«Δεν μπορώ Νάντια, τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα. Αν δεν μπορείς να έρχεσαι κάθε βράδυ, να έρχεσαι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, σε παρακαλώ.» Είπε και με ξαναφίλησε. Θα έκανα πολύ καιρό για να ένιωθα και πάλι την υφή των χειλιών του.
«Πρέπει να φύγω, σε λίγο ξημερώνει, και εσύ θα πρέπει να ξυπνήσεις. Σε παρακαλώ, να προσέχεις την αδερφή μου, την Νικολέτα. Σε παρακαλώ.» Είπα και έφυγα από το όνειρό του. Για άλλη μια φορά με βλέπω να κάθομαι μπροστά από την γαλλική τηλεόραση. Μεταφέρθηκα και πάλι στο δωμάτιο της Στέλλας και την βρήκα να κάθεται αγκαλιά με ένα αρκουδάκι της και να κλαίει. Δεν ήμουν μόνο εγώ που πονούσα. Και εξάλλου εγώ ήμουν και 17 χρονών, ενώ εκείνη μόλις 12. Την πλησίασα και κάθισα δίπλα της.
«Έι, μην κλαις.» Της είπα προσπαθώντας να την παρηγορήσω.
«Πώπω, ξαναβρήκες την φωνή σου, θαύμα.» Μου είπε και γέλασε.
«Άκου, ξέρω ότι πονάει, με πονάει και εμένα. Είχα πάει τώρα να δω το αγόρι μου, ή τέλος πάντων, το όσο ήμουν ζωντανή αγόρι μου, τον Μαρκ, και μου λείπει ξέρεις, όσο μου λείπει και η αδερφή μου. Και, αν και ήμουν στο όνειρό του, νιώθω ακόμα τα χείλι του πάνω στα δικά μου. Και όσο το σκέφτομαι πονάει περισσότερο. Οπότε αυτό που είναι καλύτερο, είναι να μην τα θυμάσαι, να προσπαθείς να ξεχνάς.»
«Α, ώστε είχες βραδινές περιπετειούλες ε? αι δεν μου λες, φιλάει ωραία?» Άκουσα κάποιον να λέει, έστρεψα το κεφάλι μου, και είδα τον Άντριαν με, τι πρωτότυπο, με μία βότκα στο χέρι.
«Δεν είπαμε, τέρμα το πιοτό? Άστο κάτω.» Είπα και το τράβηξα από το χέρι του.
‘Δεν μπορώ να το αφήσω κάτω, όταν ακούω, ότι κάποιος άλλος σε έχει, ότι για κάποιον άλλον πονάς, ότι κάποιος άλλος, έστω και μόνο στα όνειρά του σε αγγίζει, σε φιλά.’
«Να μπορέσεις, γιατί συγνώμη που στο λέω, αλλά είμαι νεκρή.» Του είπα και τον άφησα να με κοιτάει και εκείνος και η Στέλλα έκπληκτοι. Στράφηκα στην Στέλλα και της είπα.
«Χθες μου είπες πως εσύ μπορείς να κάνεις μαγικά. Εγώ μπορώ να διαβάζω σκέψεις.» Είπα και αφότου έριξα ένα βλοσυρό βλέμμα στον Άντριαν κάθισα στον καναπέ.
«Συγνώμη, αλλά τι συνέβη?» Ρώτησε η Στέλλα.
«Τίποτα δεν συνέβη.» Απάντησα εγώ με ένταση. «Και εσένα δεν σου έχουν πει να μην κρυφακούς όταν κάποιοι μιλάνε?» Είπα στον Άντριαν.
«Σόρρυ. Λοιπόν, εγώ, έχω να πάω στο σχολείο, θα έρθετε?» Γύρισα και κοίταξα την Στέλλα.
‘Δεν μπορούμε, έχουμε το θέμα με τους, βιαστές.’
«Δεν γίνεται, έχουμε δουλειά.» Του είπα άγρια χωρίς να τον κοιτάω.
«Ω, έλα τώρα, δεν το έκανα επίτηδες, σου ζήτησα συγνώμη, για όλα.» Είπε και με κοίταξε με ύφος. Οι σκέψεις τις Στέλλας ήταν άγριες, αναρωτιόταν γιατί δεν της λέγαμε τι συνέβη. Ο Άντριαν από την άλλη προσπαθούσε απελπισμένα να μου πει πως λυπόταν, και πως δεν έφταιγε για τα αισθήματά του και ότι δεν μπορεί να τα ελέγξει…
«Οοοοοο, φτάνει πια. Εσύ να φροντίσεις να τα ελέγξεις.» Είπα και κοίταξα τον Άντριαν. «Και εσένα θα σου πω μετά.» Είπα στην Στέλλα. «Έγινα κατανοητή? Χαίρομαι.»
«Στέλλα, φρόντισε να ξεμεθύσεις τον αδερφό σου με αυτά τα θεσπέσια κολπάκια σου, και έπειτα πρέπει να φύγουμε.» Της είπα και της έκανα νόημα να βιαστεί.
«Θέλετε να σας πετάξω κάπου?» Είπε ο Άντριαν κοιτώντας μας, με ελπίδα.
«ΟΧΙ.» Φωνάξαμε και οι 2 μας και τον κοιτάξαμε δολοφονικά.
«Καλά. Καλά. Μην με φάτε.» Είπε και έφυγε από το σπίτι.
«Λοιπόν, πως θα τους βρούμε?» Την ρώτησα.
«Με τον ίδιο τρόπο που σε βρήκα εγώ εχθές. Θα σκεφτείς τις ψυχές τους.» Μου είπε και έπιασε το χέρι μου.
«Εύκολο.» Είπα και στο λεπτό βρεθήκαμε σε ένα πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου. Εκεί βρισκόντουσαν και οι 2 και κοιμόντουσαν. Έκανα νόημα στην Στέλλα, και το πάρτι ξεκίνησε.
Η Στέλλα με τα μαγικά της έγραφε με κόκκινη μπογιά στους καθρέφτες ‘Θα μου το πληρώσετε αυτό που μου κάνατε’
Εγώ τράβαγα τα σκεπάσματά τους για να τους ξυπνήσω. Ενώ με την κόκκινη μπογιά της Στέλλας άφηνα αποτυπώματα από τα χέρια μου στης πορτοκαλί κουρτίνες, και στους τοίχους. Έπειτα άρχισα να γυρνάω γύρω, γύρω, κάνοντας να δημιουργηθεί κάτι σαν μίνι ανεμοστρόβιλος. Μόλις σταμάτησα, το δωμάτιο ήταν ένα χάος και αυτοί είχαν ξυπνήσει και κοιτούσαν τρομαγμένοι γύρω τους.
‘Θα εμφανίσω μία φωτογραφία σου και θα την πας ακριβώς μπροστά τους, εντάξει?’
Εγώ απλώς έγνεψα, με το που μου έδωσε την φωτογραφία, εγώ προχώρησα προς το μέρος τους, εμένα δεν με έβλεπαν, έβλεπαν όμως την φωτογραφία, την άφησα πάνω τους, προσέχοντας να μην τους ακουμπήσω.
«Τι γίνεται Έντι. Τι θα κάνουμε τώρα.»
«Τίποτα Άρθουρ, κάποια φάρσα πρέπει να ‘ναι.»
«Τι φάρσα. Δεν βλέπεις την φωτογραφία, ΠΟΥ ΠΕΤΑΕΙ? Είναι η κοπελιά.»
«Δεν, ξέρω, δεν ξέρω.»
«Ρε κοίτα τι γράφει από πίσω. Θα το πληρώσουμε αν δεν παραδοθούμε. Είμαστε χαμένοι.»
«Όχι, όχι δεν γίνεται.»
«Κάτσε, θα προσπαθήσω να της μιλήσω. Μας Ακούς?» Η Στέλλα είχε ξεραθεί στα γέλια.
‘Έχω μία ιδέα, θα φτιάξω ένα ολόγραμμα δικό σου, το οποίο, θα είναι πολύ τρομακτικό’
Προτού προλάβω να της πω να μην το κάνω, το τρομακτικό μου ολόγραμμα ήταν έτοιμο. Και ήταν όντως, αρκετά τρομακτικό. Το είχε φτιάξει να μοιάζει έτσι ακριβώς όπως ήταν το πτώμα μου. Ήταν χλωμό, φορούσε τα ρούχα που φορούσα τότε. Και ήταν ματωμένο παντού.
«Μου, μου φαίνεται πως μας ακούει αφεντικό.» Είπε ο ένας από αυτούς.
«Εντάξει, εντάξει θα παραδοθούμε αλλά μην μας πειράξεις.» Είπε ο Άλλος. Η Στέλλα κούνησε τα χέρια της σαν να έλεγε σας παρακολουθώ, και ακριβώς το ίδιο έκανε και το ολόγραμμα, έπειτα το εξαφάνισε. Της έκανα νόημα πως καλύτερα ήταν να φύγουμε. Έτσι μεταφερθήκαμε και πήγαμε σε ένα παρκάκι να κάτσουμε.
«Πω, τέτοιο γέλιο δεν έχω ξαναρίξει στην ζωή μου.» Είπε καθώς ακόμα χτυπιόταν.
«Να σου πω την αλήθεια, το ευχαριστήθηκα.» Είπα και εγώ γελώντας.
«Μα αφού εκδικήθηκες, γιατί δεν φεύγεις?»
«Δεν, μπορώ, νιώθω, πως από το πρωί, πριν έρθουμε εδώ, νιώθω πως έχω δεθεί εδώ, για πάντα, πως δεν μπορώ να φύγω.»
«Εγώ πάλι, νιώθω όλο και πιο κοντά στην αιωνιότητα.» Μου είπε χαμογελώντας.
«Μου φαίνεται πως μου χρωστάς μία εξήγηση για το πρωινό θέμα με τον αδερφό μου.»
«Εμ, να μωρέ, αρέσω στον αδερφό σου.» Είπα περιμένοντας την έκρηξη θυμού, η οποία δεν άργησε να έρθει.
«ΤΙ? Αφού, είσαι νεκρή. Και αυτός, ζωντανός. Δεν γίνεται αυτό που μου λες.»
«Σε αυτόν πες το. Εμένα τι μου το λες?»
«Έχεις δίκιο, βασικά. Άστον να κάνει ότι θέλει. Αρκεί να μην αυτοκτονήσει.» Είπε και άρχισε να γελάει, εγώ γύρισα και την κοίταξα αυστηρά.
«Συγνώμη, ξέχασα ότι δεν δέχεσαι αστεία σε σχέση με τον θάνατο.»Είπε κάπως αμήχανα. Κόβαμε βόλτες στο παρκάκι ενώ εκείνη κατέβαινε από τσουλήθρες και έκανε διάφορες βλακείες τρομάζοντας τα παιδάκια.
«Να σου πω, η ώρα είναι 1 και μισή, θες να κάνουμε μία επίσκεψη στον Άντριαν στην τάξη?» Μου είπε και με κοίταξε με πονηρό βλέμμα. Η αλήθεια είναι ότι όσο και αν ήθελα να κάνω την σοβαρή. Όσο ήμουν ζωντανή, ήμουν το αφεντικό των φαρσών, έκανα τις περισσότερες, και χειρότερες φάρσες, ιδικά την πρωταπριλιά.
«Εννοείται.» Τις απάντησα και με ένα κλικ των δαχτύλων της βρεθήκαμε έξω από την τάξη του.
«Μου φαίνεται πως έχει Ιστορία.» Είπα.
«Ακόμα καλύτερα, θα διασκεδάσει και λίγο.» Είπε εκείνη και μπήκε μέσα από τον τοίχο, εγώ όμως άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα σαν κυρία, έριξα τα βιβλία εκείνου που καθόταν στο πρώτο θρανίο και κατευθύνθηκα προς το δικό του. Τα παιδιά κοιτούσαν έκπληκτα και ψαχνόντουσαν αναρωτιόνταν τι μπορεί να είχε συμβεί. Η Στέλλα όμως το διασκέδαζε με την ψυχή της, τσίγκλαγε την δασκάλα μία από την μια και μία από την άλλη. Ο Άντριαν, ενώ στην αρχή μας κοιτούσε έκπληκτος τώρα προσπαθούσε να κρατηθεί από τα γέλια. Πήγα και κάθισα στην κενή θέση ακριβώς δίπλα του.
«Βρε καλώς την, και έλεγα πως δεν θα ερχόσασταν να μάθετε Ιστορία.» Είπε ο Άντριαν, και αρκετά κεφάλια γύρισαν να το κοιτάξουν.
«Ξέρεις πια είναι η διαφορά μας, Άντριαν? Εκτός του ότι εγώ είμαι νεκρή, ενώ εσύ ζωντανός, εμένα ούτε με βλέπουν ούτε με ακούν, ενώ εσένα και σε βλέπουν και σε ακούν. Και νομίζω πως θα ήταν λίγο περίεργο άμα κάποιος μίλαγε μόνος του.» Του είπα με ένα υφάκι κάποιας που ξέρει πολλά.
‘Υπάρχει και άλλος τρόπος, δεν θα με μουγκάνεις εσύ.’
Σκέφτηκε, και με κοίταξε με ικανοποίηση, εγώ ξεφύσηξα και στράφηκα μπροστά για να δω μία Στέλλα να κάνει την ζωή της καθηγήτριας, κόλαση ενώ όλη η τάξη γέλαγε. Δεν κρατήθηκα και έσκασα και εγώ στα γέλια.
‘Έλα πες αλήθεια τώρα, που είχατε πάει?’
«Να εκδικηθούμε τους δολοφόνους μου.» Είπα και πήρα μία σοβαρή έκφραση στο πρόσωπό μου. Αυτός με κοίταξε με ανοιχτό το στόμα, έτοιμος να ουρλιάξει. Του το κάλυψα γρήγορα με το χέρι μου, γιατί αλλιώς την είχε βάψει.
‘Υπάρχει και άλλος τρόπος για να με κάνεις να το βουλώσω.’ Είπε κοιτώντας με, με αυτό το πονηρό ύφος, που μου έσπαγε τα νεύρα.
«Πάνω από το πτώμα μου.» Είπα και μόλις το συνειδητοποίησα κάλυψα γρήγορα το στόμα μου.
‘Συγνώμη, δεν ήθελα να…’
«Δεν πειράζει. Είπα και κοίταξα το πάτωμα με ένα θλιμμένο ύφος. Κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι, πράγμα που σήμαινε ότι σχολάσανε. Δεν πρόλαβα να σηκωθώ και μία ψηλή δίμετρη ξανθιά ήρθε και κάθισε επάνω μου, για την ακρίβεια στην καρέκλα, αφού εμένα με διαπέρασε το σώμα της.
«Για σου Άντριαν, τι θα έλεγες να ερχόσουν σπίτι μου μετά?» Είπε με μία απαίσια ναζιάρικη φωνή. Εγώ αηδιασμένη σηκώθηκα όρθια. Ο Άντριαν γύρισε και με κοίταξε.
«Έι, που κοιτάς. Έλα εδώ.» Του είπε και τράβηξε το πρόσωπό του και τον φίλησε. Κοίταξα τον Άντριαν με δολοφονικό βλέμμα και στράφηκα στην Στέλλα.
«Μήπως να φεύγαμε σιγά, σιγά?» Της είπα και βγήκα έξω από την αίθουσα, δεν περίμενα να δω εκείνη που θα πήγαινε και μεταφέρθηκα στο δωμάτιο της αδερφής μου. Την είδα να κάθεται στο θρανίο της και να κάνει τα μαθήματά της. Μπροστά ακριβώς από το βιβλίο της είχε μία φωτογραφία μου. Πλησίασα πιο πολύ και τράβηξα την καρέκλα δίπλα της, καθώς καθόμουν εκεί. Γύρισε και κοίταξε προς το μέρος μου, φυσικά δεν με έβλεπε, αλλά το ένιωθε πως ήμουν εκεί.
«Εσύ είσαι Νάντια?» Με ρώτησε και εγώ σήκωσα την φωτογραφία μου όρθια. Μου θύμιζε τόσο πολύ το πρωί με τους δολοφόνους μου.
«Χα, τελικά όντως τα κατάφερες, τους βρήκαμε τους ένοχους. Βασικά πήγαν στον αστυνόμο και παραδόθηκαν, καθώς λέγανε ασυναρτησίες ότι τους κυνηγούσε το φάντασμά σου. Ώστε αυτό ήταν το σχέδιό σου? Να τους τρελάνεις μέχρι να το μετανιώσουν?» Είπε και γέλασε καθώς κοιτούσε τριγύρω για να προσπαθήσει να με εντοπίσει με το βλέμμα της. Πόσο χαιρόμουν που την έβλεπα, έτσι, χαρούμενη, όχι να κλαίει συνέχεια.
«Ξέρεις κανονικά θα έπρεπε να περιμένω μέχρι το βράδυ που θα σε δω, θα ήταν πιο εύκολο να γίνει συζήτηση, αλλά… Λοιπόν, θυμάσαι τον Ρόνι, από την τάξη μου, εκείνον το κούκλο που σου είπα ότι μου άρεσε. Λοιπόν, σήμερα ήρθε και μου είπε συλλυπητήρια, και μου ζήτησε να βγούμε. Την Παρασκευή το βράδυ, δηλαδή αύριο, εν είναι τέλειο??» Είπε και σχεδόν φώναζε από την χαρά της. Χάιδεψα με το χέρι μου τα μαλλιά της, και την είδα που αφοσιώθηκε για να το νιώσει.
«Θα έρθεις, έτσι δεν είναι? Δεν θα με αφήσεις μόνη μου. Απλώς δεν θα μπορώ να σου μιλήσω γιατί θα με περάσει για τρελή.» Μου είπε και γέλασε.
«Υποθέτω, πως πρέπει να τελειώσω το διάβασμά μου για αύριο, οπότε τα λέμε.» Είπε και στράφηκε και πάλι στο βιβλίο της, εγώ έσκυψα και φύλησα απαλά τα μαλλιά της. Χαμογέλασα και έφυγα. Ναι, τώρα το ένιωθα και εγώ, πως σιγά, σιγά ερχόταν η ώρα μου να φύγω, να προχωρήσω.
Όταν έφτασα και πάλι στο σπίτι της Στέλλα την είδα να κάθεται να βλέπει τηλεόραση.
«Πάλι με την αδερφή σου ήσουν έτσι?»
«Από ότι φαίνεται.»
«Την αγαπάς πολύ ε?»
«Ναι, θα μου λείψει τώρα που θα φύγω.»
«Θα φύγεις? Τι εννοείς?»
«Νιώθω την γέφυρα να με τραβάει όλο και περισσότερο κοντά της, είναι έτσι ακριβώς όπως μου το περιέγραψες Στέλλα.» Είπα χαμογελώντας. Εκείνη την στιγμή άκουσα κάποιον να βήχει πίσω μας, γύρισα και είδα τον Άντριαν. Μιας και δεν είχε πιει, δεν φαινόντουσαν και τόσο εύκολα οι σκέψεις του, οπότε κι εγώ δεν ζορίστηκα για να μάθω τι είχε στο μυαλό του. Έκανε νόημα στην Στέλλα να φύγει και να μας αφήσει μόνους, πράγμα και που έκανε.
«Ώστε, θα φύγεις ε?»
«Ναι, τελείωσα την δουλειά μου από εδώ. Οι δολοφόνοι, βρίσκονται στην φυλακή, η αδερφή μου είναι καλά, και ο Μαρκ θα προχωρήσει. Οπότε, δεν χρειάζεται να περιμένω άλλο.»
«Καταλαβαίνω, όμως…»
«Όμως γιατί δεν πας στην ξανθιά Μπάρμπι σου να τα συζητήσετε?»
«Δεν κατάλαβες, δεν την θέλω αυτήν, ίσως παλιά αλλά τώρα άλλην θέλω…»
«Με αυτήν την άλλη όμως δεν πρόκειται να γίνει τίποτα οπότε…» Είπα σκύβοντας το κεφάλι μου. Ένιωσα το χέρι του κάτω από το πιγούνι μου. Προσπάθησα να απομακρυνθώ, να τραβηχτώ. Αλλά για πρώτη φορά ένιωσα πως μπορούσε να με κρατήσει, πως με κρατούσε πολύ σφιχτά. Και αν και απόρησα με αυτό δεν σταμάτησα να προσπαθώ να απομακρυνθώ, χωρίς όμως να το πετυχαίνω.
«Νάντια, κοίτα με.» Είπε και υποχώρησα, σταμάτησα να του αντιστέκομαι και τον κοίταξα, ήταν υπερβολικά πολύ κοντά μου.
«Σου είπα ότι δεν γίνεται Άντριαν.»
« Αν δεν γινόταν, τότε γιατί μπορώ να το κάνω αυτό?» Είπε και έσκυψε και ακούμπησε τα χείλι του στα δικά μου. Ένιωσα ζέστη να κατακλύει όλο μου το σώμα, ξεκινώντας από τα σημεία που με άγγιζε και απλωνόταν σε όλο το υπόλοιπο σώμα μου. Τότε άκουσα την Στέλλα να ουρλιάζει. Απομακρύνθηκα αμέσως από κοντά του και σηκώθηκα όρθια.
«Στέλλα!! Τι έγινε Στέλλα???» Φώναξα τρομαγμένη καθώς άρχισα να τρέχω περνώντας μέσα από τοίχους, μέχρι που έφτασα στο δωμάτιο της… Το περίεργο ήταν ότι συγχρόνως με εμένα έφτασε και ο Αντρέν.
«Αντρέν, πως μπόρεσες?» Είπε ενώ δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της…
«Τι εννοείς πως μπόρεσα Στέλλα, δεν καταλαβαίνω.»
«Τότε εξήγησε μου, τι κάνει η Μπάρμπι λιπόθυμη στην ντουλάπα μου.» Είπε η Στέλλα, και χωρίς να κουνηθεί, φέρνοντας ένα μεγάλο θυμωμένο κύμα αέρα, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες τις μικροσκοπικής της ντουλάπας. Μέσα, βρισκόταν, η ‘Μπάρμπι’ του σχολείου του Αντρέν, και μάλλον ήταν κοιμισμένη και όχι λιπόθυμη όπως νόμιζε η Στέλλα.
«Τι στο… Αντρέν?» Είπα και κοίταξα περίεργα τον Ξανθό νεαρό μπροστά μου.
«Ξέρω τι θα πείτε… ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΧΩ ΙΔΕΑ ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ΕΚΕΙ.» Πριν προλάβει να τελειώσει αυτό που έλεγε το κορίτσι, άρχισε να ξυπνάει, με τις φωνές του.
«Αντρέν, τι έγινε γιατί φωνάζεις?? Δεν σου άρεσε η έκπληξή μου? Αποφάσισα να μείνω εδώ για να σου κάνω παρέα μωρό μου!! Το ξέρω πως με έδιωξες, αλλά ξέρω πως καταβάθος θέλεις να περάσουμε μαζί μία παθιασμένη νύχτα.» Είπε η ‘Μπάρμπι’ καθώς είχε κολλήσει πάνω του σαν βδέλλα.
«Τι λες κοπέλα μου, σε παρακαλώ, φύγε από πάνω μου. Νομίζω πως σου ξεκαθάρισα πως δεν θέλω να σε ξαναδώ, τι άλλο θέλεις για να καταλάβεις?»
«»Νομίζω πως ξέρω εγώ τι θέλει.» Είπε η Στέλλα και έπιασε το γεμάτο εξτένσιον μαλλί της ‘Μπάρμπι’ και άρχισε να τις το τραβάει.
«Άμα ξαναπλησιάσεις τον αδερφό μου χωρίς την θέληση του, και άμα ξαναπατήσεις στο δωμάτιο μου, σου υπόσχομαι πως δεν θα μείνεις ζωντανή.» Πριν προλάβει να γίνει τίποτα χειρότερο, προσπάθησα να απομακρύνω την Στέλλα, από την ‘καημένη Μπάρμπι’ που φώναζε και έκλαιγε με λυγμούς.
«Στέλλα, ηρέμισε, βαθιές αναπνοές. ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΚΕΨΟΥ ΛΟΓΙΚΑ, ούτε σε βλέπει, ούτε σε ακούει. ΟΠΟΤΕ, τι κατάφερες?» της είπα κοιτώντας την αυστηρά.
Εκείνη απλώς χαμογέλασε.
«Κατάφερα αυτό.» Και εκείνη την στιγμή είδαμε την ‘Μπάρμπι’ να χαστουκίζει τον Άντριαν και να φωνάζει καθώς έτρεχε εκτός από το σπίτι «Βοήθεια, το σπίτι αυτό είναι στοιχειωμένο» Εγώ καθόμουν απλά όρθια, βλέποντας τα δύο αδέρφια να έχουν πεθάνει στα γέλια, ενώ εγώ τους κοιτούσα σοβαρή.
«Δεν μπορώ να πω πάντως, της άξιζε» Είπε ο Άντριαν.
«Ναι όντως, ίσως έπρεπε να είχα κάνει και τίποτα χειρότερο.» Μουρμούρισε η Στέλλα.
«Ως εδώ ήταν. Λοιπόν, οι συμμορφώνεστε και οι δύο με την ιδέα του θανάτου ή εγώ φεύγω.» Είπα και τα γέλια και των δύο κόπηκαν μαχαίρι.
«Τι? Μα γιατί?» Είπε το μικρό κορίτσι και με κοίταξε με μάτια δακρυσμένα.
«Νάντια?» Είπε ο Αντρέν καθώς με πλησίασε και άγγιξε τον ώμο μου. Εγώ με μία μου κίνηση απομακρύνθηκα από κοντά του.
«Όπως ακούσατε, έχω αρχίσει και ήδη νιώθω την έλξη προς την άλλη μεριά, ο μόνος λόγος που μένω εδώ είναι επειδή έχω αισθήματα για εσάς, και για τους δυο σας. Για την Στέλλα σαν αδερφή μου, και για τον Άντρεν… απλώς αισθήματα… Αλλά αν δεν συμμορφωθείτε και οι δύο με τον θάνατο θα αναγκαστώ να φύγω.» Είπα και χωρίς να περιμένω την απάντηση μου, γύρισα την πλάτη μου και με ένα χτύπημα των δαχτύλων μου, έφτασα μπροστά στην είσοδο του παλιού μου σπιτιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου