Σήμερα μόλις έφτασα στο σχολείο με περίμεναν από έξω η Ηλέκτρα και η Χρυσάνθη.
«Τον είδες τον καινούριο? Είναι ίδιος ο Ρόμπερτ, άχου τι θεός που είναι.» Μου είπε η Ηλέκτρα μόλις με είδε.
«Εντάξει, μοιάζει στον Ρόμπερτ, αλλά σαν τον Ρομπ μου δεν είναι κανείς.» Είπε η Χρυσάνθη.
«Ρομπ σου? Δεν κατάλαβα, από πότε έγινε και σου?»
«Κορίτσια, σας παρακαλώ, έχω πονοκέφαλο, τσακωνόσαστε άλλη ώρα για το ποιανής είναι ο Ρομπ, αν μοιάζει τόσο πολύ στον Ρόμπερτ πια, πηγαίνετε και μιλήστε του.» Τους είπα και τάχυνα λίγο το βήμα μου. Αμάν με αυτόν τον Ρομπ, με έχουν πρήξει, όχι πως δεν είναι ωραίος, είναι αλλά σαν τον Τάυλορ δεν είναι.
«Καλά, αλλά θα έρθεις μαζί μας?» Με ρώτησε η Ηλέκτρα.
«Με δουλεύετε έτσι?»
«Όχι, έλα. Plzzz.»
«Καλά αλλά θα κάτσω σε μια γωνία και θα ακούω μουσική, εντάξει?»
«Καλά, όπως θες.» Μου είπανε και κατευθυνθήκαμε προς το πίσω μέρος του προαυλίου όπου καθόταν αυτός. Άφησα τα κορίτσια που πήγαν σχεδόν τρέχοντας να του μιλήσουν και κάθισα λίγο πιο πέρα ακουμπώντας το κεφάλι μου στα γόνατά μου και βάζοντας στο mp3 μου να ακούσω το αγαπημένο μου τραγούδι. http://www.youtube.com/watch?v=NG2zyeVRcbs
I can almost see it
That dream I'm dreaming but
There's a voice inside my head sayin,
You'll never reach it,
Every step I'm taking,
Every move I make feels
Lost with no direction
My faith is shaking but I
Got to keep trying
Got to keep my head held high
There's always going to be another mountain
I'm always going to want to make it move
Always going to be an uphill battle,
Sometimes you going to have to lose,
Ain't about how fast I get there,
Ain't about what?s waiting on the other side
It's the climb
The struggles I'm facing,
The chances I'm taking
Sometimes they knock me down but
No I'm not breaking
I may not know it
But these are the moments that
I'm going to remember most yeah
Just got to keep going
And I,
I got to be strong
Just keep pushing on, cause
There's always going to be another mountain
I'm always going to want to make it move
Always going to be an uphill battle,
Sometimes I'm going to have to lose,
Ain't about how fast I get there,
Ain't about what's waiting on the other side
It's the climb
There's always going to be another mountain
I'm always going to want to make it move
Always going to be an uphill battle,
Sometimes you going to have to lose,
Ain't about how fast I get there,
Ain't about what's waiting on the other side
It's the climb
Keep on moving
Keep climbing
Keep the faith baby
It's all about
It's all about
The climb
Keep the faith
Keep your faith
με αντιπροσώπευε τόσο πολύ αυτό το κομμάτι και χωρίς να το καταλάβω δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια μου, πάντα όταν το άκουγα έκλαιγα, ήταν τόσο συγκινητικό τραγούδι.
Κάποια στιγμή λίγο πριν τελειώσει το τραγούδι ένιωσα κάποιον να με ακουμπάει στον ώμο και μια υπέροχη φωνή να μου μιλάει.
«Είσαι καλά?» Σήκωσα το κεφάλι μου για να δω ποιος ήταν. Με το που τον κοίταξα ένα ρίγος με διαπέρασε. Τα μάτια του είχαν την τέλεια απόχρωση του γκριζογάλανου και το χαμόγελό του ήταν το κάτι άλλο. Ταρακούνησα το κεφάλι μου για να πειστώ πως στα αλήθεια αυτό το πλάσμα που βρίσκεται μπροστά μου είναι άνθρωπος και όχι ένας άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό. Γέλασε με την αντίδρασή μου και αυτός ο ήχος εμένα μου ήχησε σαν μια γλυκιά μελωδία.
«Ε, μια χαρά είμαι.»
«Απλώς γιατί μου φάνηκε πως έκλαιγες.» Μου είπε και κάθισε δίπλα μου.
«Βασικά άκουγα ένα τραγούδι που όποτε το ακούω με συγκινεί.» Του απάντησα.
«Κατάλαβα, εσύ τι κάνεις εδώ μόνη σου. Κρύβεσαι από κανέναν?»
«Όχι ακριβώς, από τον εαυτό μου προσπαθώ να κρυφτώ αλλά δεν γίνεται. Εσύ?»
«Βασικά εγώ προσπαθώ να ξεφύγω από μία στρατιά κορίτσια που έρχονται να μου πουν ότι μοιάζω σε έναν ηθοποιό.»
«Α εσύ είσαι αυτός που μου λέγανε οι φίλες μου ότι μοιάζεις στον Ρόμπερτ, όντως του μοιάζεις.» του είπα. Μα καλά δεν του φτάνανε τόσες θαυμάστριες είδε μία που δεν του έδινε προσοχή και ήρθε να ζητήσει και τα ρέστα?
«Να σου πω την αλήθεια δεν με ενδιαφέρει. Για την ακρίβεια δεν μου αρέσει και πολύ αυτός ο ηθοποιός.» Μου είπε και ανασήκωσε τους ώμους του.
«Αλήθεια?» είπα και τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια.
«Ναι, αλήθεια, πως σε λένε?»
«Ε, Άρτεμης. Εσένα?»
«Φαίδωνα, αλλά φώναζέ με Φαίδων.»Πριν προλάβω να του πω τίποτα άλλο χτύπησε το κουδούνι.
Σηκώθηκα όρθια και πήγα προς το μέρος όπου κάναμε προσευχή. Πήγα και κάθισα μαζί με τα κορίτσια.
«Πες τα μας όλα.» Μου είπε η Ηλέκτρα.
«Τι να πω.»
«Έλα, μην κάνεις την ανήξερη, σου μίλησε ο κούκλος.» Είπε η Χρυσάνθη.
«Καλά, πως κάνετε έτσι. Ήρθε και με ρώτησε αν έχω τίποτα γιατί με είδε δακρυσμένη από το τραγούδι και πιάσαμε την κουβέντα.»
«Αλήθεια? Σου είπε πως τον λένε?» Ρώτησε η Ηλέκτρα.
«Μου είπε πως τον λένε Φαίδωνα αλλά τον φωνάζουν Φαίδων και επίσης μου είπε πως δεν του αρέσει ο Ρομπ.»
«Πλάκα κάνεις. Είναι σαν δίδυμος αδερφός του και δεν του αρέσει?» Είπε η Χρυσάνθη ενώ η φωνή της ανέβαινε μία οκτάβα.
«Τι να σου πω, εμένα έτσι μου είπε. Α και μην με πρήζεται με αυτόν γιατί εκτός του ότι μοιάζει στον χειρότερο εχθρό μου, μου την έχει δώσει απίστευτα. Μην με ρωτήσετε τον λόγο, δεν ξέρω.» Είπα και τους έσκασα ένα χαμόγελο γεμάτο αθωότητα.
«Έλεος.» Είπε και σταμάτησε να μιλάει γιατί θα μας έπαιρναν είδηση. Πρώτη ώρα είχαμε Αρχαία. Τι ωραία. Αφότου καθίσαμε στις θέσεις μας όπως πάντα. Η Ηλέκτρα και η Χρυσάνθη ακριβώς πίσω μου και εγώ ακριβώς μπροστά τους, μόνη μου, βασικά μου έκανε παρέα ένα τετράδιο που έγραφα στοίχους από τραγούδια, αλλά αυτό δεν θεωρείτε για παρέα, ε?. Μπήκε μέσα η καθηγήτρια. Φαινόταν πολύ θυμωμένη και αναστατωμένη. Μαζί της μπήκε και ο Φαίδων. Ε δεν το πιστεύω, τι αμαρτίες πληρώνω θεέ μου, ολόκληρο σχολείο στην δικιά μου τάξη βρήκαν να τον βάλουν?
«Παιδιά, από εδώ ο νέος σας συμμαθητής, Φαίδωνας Μαρκούτης. Φαίδωνα έχουμε μόνο μία θέση κενή δίπλα από την Άρτεμης, οπότε πήγαινε να καθίσεις εκεί. Άρτεμις δεν νομίζω να σε πειράζει?» Είπε και έκανε νόημα στον Φαίδων να πάει στην καρέκλα δίπλα μου, εγώ δεν απάντησα, πήρα μόνο μία γκριμάτσα δυσανασχέτησης και ξαναστράφηκα στο τετράδιο με τους στοίχους μου.
«Πάλι στοίχους γράφεις?» Με ρώτησε με μία δόση ειρωνείας στην φωνή της η Ηλέκτρα.
«Όχου, ρε Ηλέκτρα, αφού το ξέρεις πως ζει για το τραγούδι και για αυτό το τετράδιο με τους στοίχους της, τι της κολλάς?» Επέμβει η Χρυσάνθη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Φαίδων, γύρισε και με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο, θαυμασμό να το πω? Απορία, δεν ξέρω.
«Γράφεις στοίχους?»
«Ε, εντάξει δεν μπορείς να τους πεις και στίχους, αλλά ναι.» Είπα κάπως αδιάφορα και ξαναστράφηκα στο τετράδιό μου.
«Μπορώ να δω?» Με ρώτησε με μία γλυκιά έκφραση στο πρόσωπο του.
«Βασικά…» Είπα αλλά μία δυνατή τσιμπιά από την Χρυσάνθη δεν με άφησε να ολοκληρώσω.
«Καλά, οκ.» Του είπα ψυχρά, κοιτώντας την Χρυσάνθη με δολοφονικό βλέμμα και του το έδωσα, τώρα ήμουν αναγκασμένη να παρακολουθήσω το μάθημα των Αρχαίων.
«Άρτεμης βγες έξω.» μου είπε η καθηγήτρια.
«Μα κυρία εγώ…»
«Δεν θέλω δικαιολογίες, βγες έξω.» Τότε ο Φαίδων σηκώθηκε όρθιος.
«Δεν έφταιγε η Άρτεμις εγώ της ζήτησα να μου εξηγήσει κάτι και…» Δεν τον άφησε να ολοκληρώσει.
«Βγείτε και οι δύο έξω.»
«Ευχαριστώ.» Του ψιθύρισα ειρωνικά και βγήκα φουριόζα από την τάξη. Όταν βγήκα έξω κατευθύνθηκα προς τις κερκίδες έξω στο προαύλιο. Άνοιξα πάλι το mp3 μου και αφέθηκα στην μελωδία του “over you” http://www.youtube.com/watch?v=AsaetGf5cdU
«Γεια. Τι ακούς.» Άκουσα τον Φαίδων να μου λέει και ξαφνιάστηκα που δεν τον είχα δει. Γύρισα και τον είδα δίπλα μου.
«Ε, το Over You του Daughtry.» Του απάντησα και πάλι ψυχρά και ξαναφόρεσα τα ακουστικά μου.
«Α, είναι από τα αγαπημένα μου.»
«Και εμένα.»
«Έχεις κάτι?» Όχι απλώς μου έχεις σπάσει το νευρικό μου σύστημα, σκέφτηκα αλλά δεν του το είπα.
«Όχι.»
«Καλά, εγώ να πηγαίνω.»Στα τσακίδια. Σκέφτηκα ξανά και τότε όπως απομακρυνόταν γύρισε ξανά προς το μέρος μου.
«Τα λέμε.» Είπε. Όταν πεθάνω θα δούμε τι θα γίνει. Ξανά σκέφτηκα.
«Δεν νομίζεις πως είσαι ακόμα μόνο 16 για να πεθάνεις?» Με ρώτησε και εγώ έμεινα κόκαλο, πως το είχε ακούσει, αφού το είχα μόνο σκεφτεί. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Έχω τους τρόπους μου, Α και μην ανησυχείς, δεν είμαι κανένας βρικόλακας σαν αυτόν που παίζει ο ‘δίδυμος’ μου.» Είπε ειρωνικά και έφυγε. Αυτό πάλι πως το έκανε, διάβαζε και τις σκέψεις μου τώρα, κάτι δεν πάει καλά εδώ, κάτι δεν πάει καθόλου καλά εδώ. Πω, τα νεύρα μου. Εκείνη την στιγμή το mp3 μ άλλαξε τραγούδι και έβαλε το When I look at you http://www.youtube.com/watch?v=8wxOVn99FTE
Everybody needs inspiration
Everybody needs a song
A beautiful melody
When the nights are long
'cause there is no guarantee
That this life is easy
Yea when my world is falling apart
When there's no light
To break up the dark
That's when I
I look at you
When the waves are flooding the shore
And I can't find my way home any more
That's when I
I look at you
When I look at you
I see forgiveness
I see the truth
You love me for who I am
Like the stars hold the moon
Right there where they belong
And I know I'm not alone
Yeah when my world is falling apart
When there's no light
To break up the dark
That's when I
I look at you
When the waves are flooding the shore
And I can't find my way home any more
That's when I
I look at you
You appear just like a dream to me
Just like kaleidoscope colors that cover me
All I need
Every breath that I breathe
Don't you know you're beautiful
Yeah yeah
When the waves are flooding the shore
And I can't find my way home any more
That's when I
I look at you
I look at you
Yeah
Whoa-oh
You appear just like dream to me
Καθώς χαλάρωνα με την μελωδική φωνή της Miley ένιωσα κάποιον να με σκουντάει στον ώμο. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα ένα αγόρι γύρω στην ηλικία μου δηλαδή κάπου στα 16 με κατάμαυρα μαλλιά και καταπράσινα μάτια. Μόλις τον κοίταξα μαγνητίστηκα. Πάντα λάτρευα τα πράσινα μάτια αλλά τα δικά του με μαγνήτιζαν τόσο πολύ που… Πετάρισα τα βλέφαρά μου και έβγαλα τα ακουστικά από τα αυτιά μου.
«Γεια.» Μου είπε και κάθισε δίπλα μου ακουμπώντας το κεφάλι του στον τοίχο.
«Ε… γεια.» Του είπα απορημένη.
«Τι ακούς?» Με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια. Μα καλά δεν καταλάβαινε ότι με αυτό που έκανε με σκότωνε? Εγώ χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από το δικό του, του απάντησα.
«Το when I look at you της Miley Cyrus.»
«Σου αρέσει η Miley?»
«Ε… ναι. Είναι από τις αγαπημένες μου τραγουδίστριες.» Του είπα προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία στην φωνή μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι σχεδόν καθόλου κοινωνική. Μιλάω πολύ δύσκολα με αγνώστους. Είμαι 16 με λένε Άρτεμης δεν είμαι ούτε πολύ ψιλή ούτε πολύ κοντή ένα σχετικά κανονικό μέγεθος θα μπορούσα να πω. Έχω λίγα κιλάκια παρά πάνω. Ανοιχτά καφέ μαλλιά και καστανά μάτια τίποτα το ιδιαίτερο. Τα μαλλιά μου τα έχω κουρέψει με αγορίστικο στιλ και έχω 3 τρύπες στα αυτιά ένα σκουλαρίκι στην μύτη και ένα στο φρύδι. Έχω και ένα μπλε εξτένσιον (που με το ζόρι κατάφερα να πίσω την μάνα μου να με αφήσει να το βάλω). Είμαι αγοροκόριτσο. Πάντα περνάω καλύτερα με τα αγόρια. Αλλά έχω και δύο κολλητές οι οποίες είναι και αυτές το ίδιο σπορτί με εμένα αλλά είναι πολύ- πάρα πολύ πιο θυλικες από εμένα. Συνήθως φοράω τζιν με αθλητική μπλούζα και αθλητικά παπούτσια. Ξέρω ρόλερς, σκέιτ, ηλεκτρική και πιάνο και ξέρω να χορεύω παραδοσιακούς χορούς hip-hop και brake dance. Α και λατρεύω το τραγούδι μάλιστα έχουμε και ένα συγκρότημα με κάτι φίλους μου στο οποίο τραγουδάω εγώ. Γι αυτό και απόρησα που ένας κούκλος σαν και εκείνον μίλησε σε ένα φρικιό (γιατί αυτό λένε όλοι πως είμαι) σαν κι εμένα.
«Αλήθεια? Τα περισσότερα κορίτσια που ρωτάω μου λένε πως την μισούνε.»
«Φαίνεται πως διαφέρω Και σε αυτό.» Του είπα θλιμμένα.
«Έλα τώρα, ώρες ώρες είναι καλό να ήμαστε διαφορετικοί.» Μου είπε χαμογελώντας. Εγώ αντί να του απαντήσω σηκώθηκα όρθια και με μία κίνηση με το χέρι μου με έδηξα από πάνω μέχρι κάτω.
«Ναι όμως όχι τόσο.» Του είπα και ξανακάθισα κάτω.
«Ίσα ίσα που εγώ πιστεύω πως είσαι πολύ καλύτερη από τα υπόλοιπα κορίτσια.»
«Ε… ευχαριστώ.»
«Χρίστος.» Μου είπε και μου έτεινε το χέρι του.
«Άρτεμης.» Είπα και του έπιασα το χέρι σε χειραψία.
«Λοιπόν Άρτεμης, τι τάξη πας?»
«2α λυκείου. Στο Β΄3. Εσύ?»
«Εγώ πάω 3η στο Γ΄1.» Είπε.
«Α τυχερέ τελειώνεις»
«Ναι. Λοιπόν, για πες πως και δεν είσαι στην τάξη τώρα?»
«Με έβγαλε έξω η καθηγήτρια των αρχαίων. Εσύ?»
«Άργησα να έρθω στο σχολείο.» Είπε και ανασήκωσε τους ώμους του. Τότε ένιωσα το κινητό μου στην θήκη του τζιν να δονείτε. Ήταν ο κολλητός μου ο Αντώνης. Μα, αυτός δεν ήταν μέσα στην τάξη. Όμως τώρα που το σκέφτομαι δεν τον είδα σήμερα. «Μισό λεπτό με παίρνουν τηλ.» Είπα στον Χρίστο και το σήκωσα.
«Ναι?»
«Άρτεμης.» Άκουσα τον Αντώνη να μου λέει και ακουγόταν σχεδόν ξεψυχισμένος.
«Αγάπη μου τι έπαθες?» Του είπα μέσα στην ανησυχία.
«Θα σου πω αλλά ορκίσου να μην με βρίσεις.»
«Καλά, δεν σε βρίζω αλλά πες μου.» Είπα και έριξα μια ματιά στον Χρίστο ο οποίος με κοίταζε απορημένος.
«Να, όπως ερχόμουνα σχολείο έκανα σούζες με το μηχανάκι και…»
«Τι? Είσαι μαλά.κας αγόρι μου?» Του είπα ενώ η φωνή μου ανέβηκε μία οκτάβα.
«Υποσχέθηκες ότι δεν θα με βρίσεις.» Μου είπε ενώ ένας αναστεναγμός πόνου βγήκε από τα χείλη του.
«Που είσαι. Σε πιο νοσοκομείο?»
«Ε. Δεν είμαι σε νοσοκομείο. Έχω καταφέρει και τραβηχτεί στην άκρη του δρόμου αλλά…»
«Τι? Και πήρες εμένα αντί για ένα ασθενοφόρο? Και αν ήμουν μέσα στην τάξη, τι θα έκανες? Τέσπα. Πες μου που είσαι έρχομαι.»
«Δεν μπορούσα να πάρω ασθενοφόρο. Γιατί εσένα χρειάζομαι αυτήν την στιγμή. Ε. Είμαι 2 τετράγωνα πιο κει από το σχολείο.»
«Έρχομαι. Μείνε εκεί. Και σε παρακαλώ προσπάθησε να μην πεθάνεις.» Του είπα και το έκλεισα.
«Τι έγινε? Έχεις χλομιάσει ολόκληρη. Έπαθε τίποτα το αγόρι σου?» Με ρώτησε με ενδιαφέρον ο Χρίστος.
«Έ, όχι, δεν έχω αγόρι. Ο κολλητός μου ήταν, έπεσε με την μηχανή. Πρέπει να φύγω.» Είπα και άρχισα να τρέχω προς την πίσω μεριά του σχολείου για να βγω από τα κάγκελα.
«Και πως θα τον μετακινήσεις?»
«Δεν ξέρω αλλά με χρειάζεται.» Είπα και άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα.
«Έχω αυτοκίνητο μπορώ να σε πάω εγώ και μετά να σε βοηθήσω να τον πας σε κάποιο νοσοκομείο.»
«Με σώζεις.» Του είπα και τον αγκάλιασα έπειτα σκαρφάλωσα στα κάγκελα και βγήκα από το σχολείο. Ακριβώς το ίδιο έκανε αυτός και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Μπήκαμε στο αμάξι του και του εξήγησα που περίπου βρισκόταν ο Αντώνης. Μόλις φτάσαμε εκεί εγώ βγήκα τρέχοντας από το αμάξι και βρήκα τον Αντώνη να βρίσκεται αναίσθητος με την μηχανή ακριβώς από πάνω του το κεφάλι του αιμορραγούσε ακατάπαυτα και ήταν χτυπημένος σε όλο του το σώμα.
«Αντώνη.» Φώναξα ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου. «Χρίστο βοήθα με να απομακρύνω την μηχανή από πάνω του.» Είπα και ο Χρίστος χωρίς δεύτερη σκέψη ήρθε και τράβηξε την μηχανή μόνος του. Έπειτα σήκωσε στην αγκαλιά του τον Αντώνη και τον ξάπλωσε στο πίσω κάθισμα.
«Ευτυχώς που ήρθα μαζί σου γιατί αλλιώς… κάτσε πίσω μαζί του.» Μου είπε και μου άνοιξε την πόρτα για να μπω να καθίσω. Εγώ κάθισα και έβαλα το κεφάλι του Αντώνη στα πόδια μου ενώ ακόμα έκλαιγα. Δεν θα άφηνα να πάθαινε τίποτα ο κολυτούλης μου. Τι θα έκανα χωρίς αυτόν? Δεν μπορούσα να φανταστώ την ζωή μου χωρίς τον Αντώνη. Από 5 χρονών ήμαστε αχώριστοι. Σαν αδέρφια.
«Σε παρακαλώ Αντώνη μου. Μην με αφήσεις. Θα πεθάνω να το ξέρεις. Άμα πάθεις κάτι θα πεθάνω. Χαζέ, τι τις θες και εσύ τις σούζες, αφού την τελευταία φορά που είχες πέσει μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα ξανακάνεις σούζες μόνος σου. Γιατί?» Είπα και περισσότερα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Έσκυψα και τον φίλησα στο μέτωπο. Δεν με πείραζε που είχα γίνει ολόκληρη μέσα στα αίματα, το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι ο Αντώνης κειτόταν αναίσθητος στην αγκαλιά μου. Τότε άνοιξε τα μάτια του και με τρεμάμενη φωνή μου είπε.
«Μην κλαις μικρή μου σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να σε βλέπω να κλαις, γιατί σε αγαπάω.» Είπε και με κοίταξε στα μάτια.
«Κι εγώ σε αγαπάω φούλη μου.» Είπα και του φίλησα το χτυπημένο του χέρι.
«Όχι έτσι.» Είπε και έκλεισε τα μάτια του κρατώντας μου σφιχτά το χέρι. Δεν ξαναμίλησα μέχρι που φτάσαμε στο νοσοκομείο. Όλη αυτήν την ώρα μία ερώτηση κυκλοφορούσε στο μυαλό μου. Τι εννοεί όχι έτσι? Μόλις φτάσαμε στο νοσοκομείο ο Χρίστος μπήκε μέσα τρέχοντας να φωνάξει κάποιον να έρθει να με βοηθήσει με τον Αντώνη. Μέσα σε λίγα λεπτά ήρθαν δύο νοσοκόμοι με ένα φορείο. Τον βάλανε επάνω και πήγαν τρέχοντας μέσα στο νοσοκομείο. Μπήκανε μέσα σε ένα δωμάτιο και αφότου μας είπαν να μείνουμε έξω εγώ και ο Χρίστος και πως θα μας ειδοποιούσαν, μπήκανε μέσα.
«Τι θα κάνω?» Είπα ενώ έκλαιγα με λυγμούς.
«Σςςς. Ηρέμισε.» Μου είπε ο Χρίστος και με έβαλε στην αγκαλιά του. Ένιωθα ασφαλής εκεί. Σαν να το κατάλαβε με έσφιξε πιο πολύ και με οδήγησε σε κάτι καρέκλες να καθίσω. Αφότου κάθισα κάθισε και αυτός δίπλα μου χωρίς να σταματήσει να με κρατάει αγκαλιά.
«Σε παρακαλώ σταμάτα να κλαις. Όλα θα πάνε καλά, θα δεις.» όσο και να το ήθελα δεν τα κατάφερνα να ηρεμίσω ώσπου ήρθε μια νοσοκόμα.
«Δεσποινίς, ο φίλος σας ζητάει να σας δει. Σας παρακαλώ όμως, μην τον αναστατώσετε.» Είπε και μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Μόλις μπήκα μέσα στο δωμάτιο έτρεξα και κάθισα δίπλα στον Αντώνη που με κοίταζε χαμογελώντας.
Ήταν σε μία φριχτή κατάσταση. Το πόδι του ήταν σπασμένο και το κεφάλι του, του το είχαν τυλίξει με γάζες. Τα χέρια του ήταν γεμάτα πληγές. Και πρέπει να είχε ράμματα στο ένα από αυτά.
«Αντώνη μου. Αντώνη μου είσαι καλά?» Του είπα ενώ ακόμα περισσότερα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Πόσο πια μπορούσα να κλάψω?
«Μην ανησυχείς. Είμαι μια χαρά.» Μου είπε και μου χάιδεψε το χέρι.
«Ναι το βλέπω.» Του είπα ειρωνικά και τον αγκάλιασα. Βόγκηξε από πόνο και εγώ αποτραβήχτηκα αμέσως.
«Σε πόνεσα? Είσαι καλά?» Του είπα ενώ έσφιγγα με άγχος το χέρι του.
«Ναι, μια χαρά. Έλα εδώ μωρέ τρελή.» Μου είπε και αφού ανακάθισε λίγο πιο καλά στο κρεβάτι του νοσοκομείου με τράβηξε στην αγκαλιά του. Εγώ συνέχισα να κλαίω και εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά. Αντί να τον παρηγορώ εγώ με παρηγορούσε εκείνος. Του είχα μουσκέψει την μπλούζα αλλά εκείνον δεν έδειχνε να τον πειράζει.
«Μου αρέσει που όλοι νομίζουν πως είσαι σκληρή. Κανείς δεν ξέρει πόσο ευαίσθητη είσαι.»
«Μόνο εσύ.» Του είπα και απομακρύνθηκα από την αγκαλιά του.
«Άρτεμης, ξέρεις γιατί πείρα εσένα τηλέφωνο και όχι κάποιον άλλον? Γιατί κάθε φόρα παίρνω εσένα? Γιατί όποτε παθαίνεις κάτι τρελαίνομαι? Γιατί κάθε φορά που είσαι άρρωστη και δεν έρχεσαι σχολείο έρχομαι σπίτι σου και σε βοηθάω?» Μου είπε περιμένοντας να του απαντήσω. Πράγμα που δεν έκανα, ήθελα να δω τι θα μου έλεγε. Ξεφύσησε και συνέχισε.
«Γιατί σε αγαπώ Άρτεμης. Και όχι σαν φίλη μου ή σαν αδερφή μου. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου Άρτεμης. Από όταν πρωτογνωριστήκαμε. Θα μου πεις πως μπορεί ένα 5χρονο παιδί να είναι ερωτευμένο. Μπορεί. Σε αγαπάω Άρτεμης γι αυτό τα έκανα όλα αυτά γι αυτό είμαι ο κολλητός σου τόσο καιρό. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν σε έχανα.» Μου είπε και μου χαμογέλασε αχνά. Τότε εμένα στο μυαλό μου ήρθε η μορφή του Χρίστου. Μα πως γίνεται να τον ξέρω μόνο μια μέρα και να είμαι ερωτευμένη μαζί του, ενώ τον Αντώνη που τον ξέρω χρόνια…
«Αντώνη εγώ…» Δεν με άφησε να ολοκληρώσω.
«Το ξέρω πως δεν νιώθεις το ίδιο για μένα, αλλά δεν μπορούσα να το κρατάω άλλο μέσα μου. Σου το υπόσχομαι πως αν εσύ δεν θες να αλλάξει κάτι ανάμεσα μας, θα γίνει. Θα είμαι και πάλι ο κολλητός σου, ο αδερφός σου και θα είμαι συνέχεια δίπλα σου.»
«Ξέρεις, Αντώνη μακάρι να ένιωθα κάτι παραπάνω για σένα, αλλά…»
«Αλλά τι?»
«Αλλά αγαπάω άλλον.» Του είπα ενώ η μορφή του Χρίστου εμφανίστηκε στο μυαλό μου. Δεν μπορούσα να με καταλάβω καθόλου. Μα καλά τόσο τρελή είμαι πια?
«Εμ, εντάξει, το καταλαβαίνω. Άσε τα τώρα αυτά. Για πες μου πως φτάσαμε ως εδώ? Γιατί να οδηγούσες εσύ και συγχρόνως να καθόσουν στα πίσω καθίσματα δεν νομίζω να είναι εφικτό.» Είπε και γέλασε.
«Όχι βρε χαζέ. Ο Χρίστος μας έφερε εδώ.» Αμέσως σταμάτησε να γελάει και πείρε ένα σοβαρό ύφος.
«Ποιος Χρίστος?» Ούψι το ξέχασα ότι δεν τον ήξερε.
«Εμ… ένα παιδί που γνώρισα στο σχολείο λίγα λεπτά πριν με πάρεις τηλ.» Του είπα και τον είδα αμέσως να χαλαρώνει.
«Να του πεις ευχαριστώ εκ μέρους μου.» Είπε ενώ ένα βογκητό πόνου έφυγε από τα χείλι του.
«Τι έπαθες πάλι βλαμμένο?» Του είπα παιχνιδιάρικα για να μην του δήξω πόσο ανησυχούσα.
«Τίποτα μωρέ απλώς σακατεύτηκα με την μηχανή αλλά κατά τα άλλα είμαι περδίκι. Έχω απλώς σπάσει το πόδι μου και το κεφάλι μου είναι γεμάτο γάζες και είμαι χτυπημένος παντού αλλά there is nothing to worry about.» Είπε και χαζογέλασε.
«Καλά, ε. Εσύ δεν έχεις τίποτα τι σε κουβαλήσανε στο νοσοκομείο.»
«Χαχα, έλα ντε. Για πες μου τώρα. Τι δουλειά είχες δεσποινίς μου εκτός του μαθήματός σου τέτοια ώρα?»
«Να ευχαριστείς τον καινούριο που ήρθε στην τάξη. Με τις βλακείες του η καθηγήτρια τιμώρησε και εμένα. Άσε που τον αντιπαθώ κάκιστα, μάντεψε με ποιον μοιάζει για να καταλάβεις έναν από τους λόγους.» Του είπα και σηκώθηκα όρθια.
«Μ, να υποθέσω πως εκείνην την ώρα είχατε Αρχαία και πως ο τύπος μοιάζει σε αυτόν τον Πάρκινσον.» Ο Αντώνης δεν ήταν στο ίδιο τμήμα με μένα αλλά όλοι ήξεραν πόσο πολύ με μισούσε αυτή η καθηγήτρια.
«Χαχα σωστά υποθέτεις.» Εκείνην την ώρα μπήκε μέσα ένας γιατρός και μου είπε να βγω έξω για να τον αφήσω να ξεκουραστεί. Ο Αντώνης τον παρακάλεσε να με αφήσει λίγο ακόμα αλλά αυτός δεν άκουγε λέξη. Έτσι βγήκα έξω και κατευθύνθηκα προς τα εκεί που καθόταν ο Χρίστος σκεφτικός. Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται.
Πήγα και κάθισα δίπλα του.
«Τι σκέφτεσαι?» Τον ρώτησα μετά από 10΄. Εκείνος σαν να ξυπνούσε από λήθαργο ταρακούνησε το κεφάλι του και με κοίταξε, με κοίταξε με αυτά τα καταπράσινα ματάκια του. Δεν μου απάντησε, απλά με κοίταγε και εγώ χανόμουν μέσα σε αυτό του το βλέμμα. Όχι δεν έπρεπε να νιώθω τίποτα για αυτόν, δεν έπρεπε. Γιατί δεν υπήρχε καμία περίπτωση να άρεσε σε έναν άγγελο σαν και αυτόν ένα φρικιό σαν κι εμένα. Γιατί αυτό ήμουν. Το φρικιό του σχολείου που έκανε παρέα μόνο με αγόρια αν εξαιρέσεις τις σέξι φίλες της που τις ήθελαν όλοι αλλά εκείνες είχαν μάτια μόνο για την παρέα τους. Σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουνα μου έπιασε το χέρι και μου χαμογέλασε.
«Τίποτα απλώς είχα απορροφηθεί.» Μου απάντησε τελικά μετά από πολύ ώρα.
«Α, εντάξει.» Του είπα και του χαμογέλασα αχνά.
«Τι έγινε με τον φίλο σου, είναι καλά?»
«Ε, ναι. Ναι, μια χαρά. Χρειάζεται ξεκούραση βέβαια αλλά είναι μια χαρά. Μου είπε να σου πω ευχαριστώ εκ μέρους του, και θέλω να σου πω και ένα Τεράστιο ευχαριστώ από εμένα. Αν δεν ήσουνα εσύ πολύ πιθανόν ο Αντώνης τώρα να μην ζούσε.»
«Έλα μωρέ τώρα, ο καθένας στην θέση μου αυτό θα έκανε.»
«Με τούτα και με εκείνα χάρης σε μένα έχασες τις πρώτες 3 ώρες. Πρέπει να φύγεις γρήγορα αν δεν θες να χάσεις και την 4η.»
«Θες να φύγω?» Με ρώτησε με θλίψη στα μάτια του.
«Όχι, θέλω να πω ναι.. βασικά… πρέπει να πας σχολείο. Εγώ θα μείνω εδώ μέχρι να βεβαιωθώ πως ο Αντώνης είναι μια χαρά.»
«Μπα, ποιος πάει σχολείο τώρα. Τέλος πάντων θα πάω μόνο και μόνο για να μην έχω τις φωνές της μάνας μου. Αλλά πλιζ, πρόσεχε. Και…»
«Και, τι?»
«Και μείνε μακριά από τον Φαίδων.» Μου είπε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του νοσοκομείου. Τώρα αυτό τι ήταν πάλι? Που ήξερε για τον Φαίδωνα? Και γιατί μου είπε να μείνω μακριά του?
«Ε, περίμενε.» Του φώναξα αλλά δεν γύρισε. Απλά τάχυνε το βήμα του και βγήκε έξω από το νοσοκομείο αφήνοντάς με να κοιτάω την πόρτα της εξόδου μαγνητισμένη. Το αποφάσισα θα πήγαινα στο σχολείο και αν μου έλεγε τίποτα ο διευθυντής θα του έλεγα την αλήθεια. Όχι όλη αλλά σχεδόν. Εξάλλου πρέπει να μάθω τι σχέση έχουν ο Χρίστος με τον Φαίδων και τι στο καλό κάνει ο Φαίδων. Εκτός αυτού έχω αφήσει και την σχολική μου τσάντα εκεί. Βγήκα από το νοσοκομείο γρήγορα ενώ ζήτησα από μία νοσοκόμα να πει στον Αντώνη πως θα πάω να τον δω πάλι αύριο, και άρχισα να τρέχω προς την κατεύθυνση του σχολείου. Σε λιγότερο από ένα τέταρτο ήμουν εκεί. Δεν πρόλαβα να μπω μέσα και έπεσα πάνω στην υποδιευθύντρια, φτου γκαντεμιά.
«Χριστοπούλου, για πού το έβαλες τόσο βιαστική και προπάντων που ήσουν την 2η την 3η και την 4η ώρα?» Είπε και με κοίταξε με μισό μάτι.
«Εμ, κυρία αφήστε με να σας εξηγήσω.»
«Δεν ακούω τίποτα, στον διευθυντή αμέσως.» Είπε και πήγε να με πιάσει από το αυτί. Τότε Τον άκουσα να επεμβαίνει.
«Κυρία αφήστε την να σας εξηγήσει και θα δείτε και μόνη σας πως είχε σοβαρό λόγο που έλειπε.» Είπε ο Χρίστος και η υποδιευθύντρια με άφησε. Τον κοίταζε σαν υπνωτισμένη και έκανε αυτό που της είπε.
«Καλά, πες μου, γρήγορα όμως γιατί έχω και δουλειές.» Της εξήγησα τι είχε πάθει ο Αντώνης και όταν με ρώτησε πως το έμαθα αναγκάστηκα να της πω πως με είχε πάρει τηλέφωνο στο Κινητό Μου. Παρόλα αυτά δεν είπε τίποτα, κούνησε απλά το κεφάλι της και μου είπε πως σε 15 λεπτά χτύπαγε για διάλειμμα και πως θα ήταν άδικος κόπος να πάω στην τάξη μου. Έτρεξα γρήγορα προς την κατεύθυνση του Χρίστου πριν προλάβει να φύγει και πάλι.
«Τι ήταν αυτό που μου είπες πριν για τον Φαίδων?»
«Δεν ξέρω τι γίνεται στον κόσμο σου αλλά στον δικό μου οι άνθρωποι λένε ευχαριστώ πρώτα.»
«Ναι, ναι κρυάδες. Ευχαριστώ.» Του είπα ενώ τον κρατούσα από το μπράτσο για να μην φύγει.
«Παρακαλώ. Α θα μπορούσε σε παρακαλώ πολύ δεσποινίς παράξενη να με αφήσεις?» Πως τολμάει να με λέει παράξενη? Ενώ αυτός ήταν απολύτως φυσιολογικός.
«1ον δεν είμαι όσο παράξενη είσαι εσύ και 2ον που ξέρω πως άμα σε αφήσω δεν θα φύγεις χωρίς ΠΑΛΙ να μου απαντήσεις?»
«Πφφφ, που έμπλεξα ο δύστυχος.» Είπε και κοίταξε ψηλά σαν να ρωτούσε τον Θεό.
«Αν είσαι δύστυχος εγώ τι είμαι? Που παραλίγο να σκοτωθεί ο κολλητός μου και έχω και 2 μπιπ που μου έχουν σπάσει τα νεύρα?» Είπα εννοώντας τον Χρίστο και τον Φαίδων.
«Μην με αναγκάσεις να το κάνω?» Είπε και με κοίταξε στα μάτια.
«Να κάνεις τι?» Τον ρώτησα και τότε είδα τα μάτια του να αστράφτουν αλλά δεν έπαθα τίποτα. Ή βασικά κάτι έπαθα άρχισαν να αστράφτουν και τα δικά μου και ξαφνικά μετά από 5 λεπτά τον άκουσα να φωνάζει. Τότε κοίταξα το χέρι του στο σημείο που τον κρατούσα. Είχε πάθει έγκαυμα σαν να τον είχα κάψει.
«Πως το έκανες αυτό?» Μου είπε κοιτώντας με μάτια γουρλωμένα.
«Δεν έχω ιδέα. Εσύ όμως πως το έκανες αυτό με τα μάτια σου?»
«ε, δεν, δεν μπορώ να σου πω.»
«Πολλά δεν μπορείς να μου πεις και αρχίζεις να μου σπας τα νεύρα.»
«Παράτα μας ρε Άρτεμης.» Μου είπε και πήγε να φύγει. Εγώ πάλι χωρίς να καταλάβω το πώς, τον έκαψα.
«Άουτς, μα καλά τι σε έπιασε, και πως το κάνεις?»
«Με έπιασε το ότι δεν θα φύγεις αν δεν μου απαντήσεις, και δεν έχω ιδέα για πιο λόγο σε καίω.» Του είπα ενώ η φωνή μου είχε ανέβει μία οκτάβα.
«Καλά καλά ηρέμισε πλζ.» Μου είπε και με κοίταξε τόσο γλυκά που εγώ άφησα το χέρι μου να πέσει. Πριν προλάβει όμως να μου πει το οτιδήποτε χτύπησε το κουδούνι.
«Άκου, δεν σου είπα τώρα γιατί δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Σου υπόσχομαι όμως πως όλα θα ξεκαθαριστούν πολύ σύντομα.» Μου είπε και έφυγε προφανώς για την τάξη του. Εγώ άρχισα να κατευθύνομαι κακόκεφα προς την τάξη μου όταν 2 άτομα έπεσαν πάνω μου, ήταν η Ηλέκτρα και η Χρυσάνθη.
«Που ήσουν?» Είπε αυστηρά η Ηλέκτρα.
«Ανησυχήσαμε.» Συνέχισε η Χρυσάνθη.
«Μην ανησυχείτε για μένα, για άλλον πρέπει να ανησυχείτε. Ιδικά εσύ Ηλέκτρα.» Είπα και άρχισα να εξηγώ για 3 φορά αυτήν την ημέρα, τι έγινε με τον Αντώνη. Η Ηλέκτρα μόνο που δεν λιποθύμησε. Εδώ και 9 χρόνια ήταν ερωτευμένη μαζί του όπως και αυτός… με μένα. Δεν τους είπα τίποτα για αυτό που μου είχε πει. Δεν υπήρχε λόγος. Εξάλλου δεν θα άλλαζε τίποτα μεταξύ μας. Το ελπίζω δηλαδή.
Η μέρα στο σχολείο πέρασε βασανιστικά αργά. Μόλις σχολάσαμε κανονίσαμε με τα κολλητάρια μου (εκτός του Αντώνη ) να πάμε για σκέιτ σε μία αλάνα κοντά στο σπίτι μου στις 6 η ώρα. Εγώ δεν είχα καθόλου όρεξη. Στο μυαλό μου το μόνο που δεν βρισκόταν εκεί αυτήν την στιγμή ήταν το να περάσω καλά. Όπως κατευθυνόμουνα μόνη μου για το σπίτι μου ένα στενό πριν το στενό στο οποίο βρισκόταν το σπίτι μου είδα τον Φαίδων και τον Χρίστο να μιλάνε. Δεν πρέπει να είχαν καταλάβει την παρουσία μου έτσι κρύφτηκα πίσω από μία κολόνα. Τι δουλειά είχαν αυτοί οι δύο μαζί? Αν και βλέπω τον Χρίστο απέναντι στον Φαίδων επιθετικό. Αχου γιατί σε εμένα. Why me?
«Άκου Φαίδωνα επειδή ξέρω πολύ καλά τι έχεις στο μυαλό σου να κάνεις κόψε τις μαλα.κιες μην σε σαπίσω στο ξύλο.»
«Υποτίθεται ότι ανάμεσα σε εμάς τους δύο μόνο εγώ έχω την ικανότητα να διαβάζω το μυαλό Χριστάκο μου.»
«Άφησε ήσυχη την Άρτεμης και τους φίλους της, με ακούς?» Μόλις άκουσα το όνομά μου κράτησα την αναπνοή μου.
«Γιατί ρε τι θα μου κάνεις? Ή μήπως αυτό το βλαμμένο φρικιό που αποκαλείς Άρτεμης θα με κάνει Ντα?» Ε, ως εδώ ήταν. Άλλο ένα πράγμα να πει και θα τον σαπήσω στις μπουνιές.
«Μην την λες έτσι. Δεν έχεις ιδέα τι δυνάμεις έχει. Οι δικές μας δεν φτάνουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι. Να το βάλεις καλά στο μυαλό σου.» Όπατις, τι ήταν πάλι τούτο. Α, καλά Χριστάκο θα δεις τι θα πάθεις σε λίγο.
«Πάντως ήμουν άτυχος. Άμα δεν ήσουν εσύ σήμερα με το αυτοκίνητο τώρα θα θρηνούσε τον αγαπημένο της κολητούλη. Αλλά μην ανησυχείς, μπορεί το σχέδιο μου με το ατύχημα της μηχανής να απέτυχε αλλά έχω πολλά ακόμα στο τσεπάκι μου.» Ως εδώ και μην παρέχει. Βγήκα από την κρυψώνα μου και ξέσπασα.
«Να σου πω κάτι ρε αγοράκι μου? Την βρίσκεις να μου την δίνεις στα νεύρα? Αφού πρώτον ήξερες πως βρισκόμουν εκεί πάω στοίχημα γιατί σίγουρα άκουγες τις σκέψεις μου, τότε γιατί δεν κράταγες το στοματάκι σου λίγο κλειστό. Θέλεις να σε σαπίσω στο ξύλο ρε φίλε? Ε, αυτό θες? Πως δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι εσύ κρυβόσουν πίσω από το ατύχημα του Αντώνη. Αφού 10 λεπτά μετά το μικρό μας καβγαδάκι το έπαθε και από τότε δεν σε είδα στο σχολείο. Όσο για σένα ρε Χρήστο, τι να σου πω. Και σε θεωρούσα φίλο. Δεν μου είπες τίποτα για όλα αυτά ευχαριστώ. Σκέφτηκες, κάτσε να πεθάνει κανείς και μετά της εξηγώ. Και τι δυνάμεις και μαλακιές λέτε τώρα? Γαμότο τα νεύρα μου δηλαδή.» Όση ώρα μιλούσα ο Χρίστος με κοίταγε με ανοιχτό το στόμα ενώ ο Φαίδων δεν έδειχνε έκπληκτος.
«Όπα, όπα. Το μικρό έχει και γλώσσα και μιλάει. Μωρέ μπας και είναι μέντιουμ και μας το κρύβει ρε Χριστάκο? Πως το κατάλαβε πως τα έκανα όλα αυτά επίτηδες? Πώπω προσκυνώ.»
«Άσε Φαίδων δεν είναι ανάγκη να προσκυνήσεις, θα προσκυνήσω εγώ την ηλιθιότητα σου που είναι και πολύ.» Του είπα και σήκωσα το πόδι μου και προσπάθησα να τον κλοτσήσω στην κοιλιά μόνο που δεν πρόλαβα. Μου έπιασε το πόδι και με γύρισε γύρω γύρω μέχρι που με πέταξε σε έναν τοίχο ενός ερημωμένου σπιτιού.
«Η πλάτη μου.» Ήταν το μόνο που είπα πριν σηκώσω το κεφάλι μου και τον δω ακριβώς μπροστά μου να γελάει.
«Ώστε νόμιζες πως δεν θα περίμενα την κίνηση σου. Εμ είδες που έχω μυαλό ξυράφι?» Μου είπε και συνέχισε να γελάει. Εγώ είχα γίνει κόκκινη από θυμό και τότε ο Χρίστος βρέθηκε δίπλα μου και τον κοίταξε δολοφονικά.
«Σε παρακαλώ σταμάτα. Όχι τίποτε άλλο αλλά στο τέλος θα σκοτωθείς.» Μου είπε και με κοίταξε, με αυτό το βλέμμα.
«Παράτα μας.» Του είπα και σηκώθηκα απότομα όρθια. Έπειτα έπιασα το χέρι του Φαίδων και ενώ εκείνος προσπαθούσε να με ‘απομακρύνει’ πάλι σε κανέναν τοίχο εγώ συγκέντρωσα όλα μου τον θυμό. Έτσι πίστευα πως θα μπορούσα να του μεταδώσω το κάψιμο που είχα κάνει και τις προάλλες στον Χρίστο. Όμως έκανα Πάλι λάθος και βρέθηκα και πάλι στον τοίχο.
«Σταμάτα Φαίδων, τώρα.» Του φώναξε ο Χρίστος.
«Τι έγινε Χριστάκο φοβάσαι να με χτυπήσεις? Και αφού θες να σταματήσει αυτός ο καυγάς γιατί δεν την υπνωτίζεις να ξεχάσει όσα γίνανε και να την αφήσεις να συνεχίσει τον δρόμο της?» είπε και τον κοίταξε χαιρέκακα.
«Γιατί δεν μπορώ.»
«Τι εννοείς ότι δεν μπορείς. Τόσο δειλός είσαι?»
«Όχι, απλώς δεν μπορώ. Το πρωί το προσπάθησα, δεν γίνεται. Σου είπα είναι πιο δυνατή από εμάς. Έχει ασπίδα.»
«Χα, καλό και αυτό. Ασπίδα στον υπνωτισμό. Τι να σου πω ρε φίλε. Ώρες ώρες με κάνεις να γελάω.»
«Και εγώ ώρες ώρες αναρωτιέμαι ποιοι στο καλό είστε. Και τι θέλετε από την ζωή μου? Το καλό που σας θέλω να αφήσετε ήσυχη και εμένα αλλά και τους φίλους μου, αλλιώς δεν ξέρω και εγώ τι θα γίνει. Δεν θέλω να σας ξαναδώ ποτέ στην ζωή μου. Ιδικά εσένα Χρίστο.» Είπα και έφυγα με το κεφάλι ψηλά. Κι όμως με πονούσε αυτό που μόλις είχα πει. Με πονούσε πολύ.
«Ω, τα ερωτευμένα μας παιζάκια στεναχωρήθηκαν με τα λογάκια της.» Είπε ο Φαίδωνας, που σίγουρα είχε μόλις ακούσει τι σκέφτηκα, και άρχισε να γελάει ειρωνικά. Τότε εγώ και ο Χρίστος γυρίσαμε και του είπαμε με μια φωνή.
«Φαίδων σκάσε.»
«Κοίτα μέχρι και μαζί μιλάνε.» Εγώ όπως ήμουν με γυρισμένη την πλάτη σε αυτούς αναστέναξα και άρχισα να τρέχω με κατεύθυνση το σπίτι μου. Θα μου το πλήρωναν αυτό. Πολύ άσχημα.
«Φοβήθηκα τώρα.» Άκουσα τον Φαίδων να φωνάζει πίσω μου καθώς εγώ έτρεχα όλο και πιο γρήγορα προς το σπίτι μου.
Κοίταξα το ρολόι μου, με όλα αυτά είχα ξεχάσει και το ραντεβού μου με τα παιδιά στο γήπεδο, ευτυχώς είχα μισή ώρα ακόμα. Μόλις έφτασα στο σπίτι μου, πριν προλάβω να μπω κάποιος με τράβηξε από τον ώμο. Γύρισα και είδα τον Χρήστο να με κοιτάει λυπημένα.
«Χρίστο άσε με, είπα πως δεν θέλω να σε ξαναδώ και το εννοώ.» Του είπα και έτρεξα και μπήκα μέσα στο σπίτι μου κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Ήξερα πως άμα ήθελε μπορούσε να με ακολουθήσει όπου και να πάω όμως δεν θα το έκανε. Πήρα το σκέιτ μου και βγήκα πάλι έξω. Αυτός βρισκόταν ακριβώς μπροστά στην εξώπορτα και με περίμενε. Πέρασα από δίπλα του χωρίς να του δώσω καμία σημασία.
«Άσε με μόνο να σου εξηγήσω.»
«Όχι, δεν θέλω να μου εξηγήσεις τίποτα. Τα κατάλαβα όλα Χριστάκο. Δεν χρειάζομαι περεταίρω εξηγήσεις γιατί δεν πρόκειται να ασχοληθώ με αυτό το θέμα. Bye.» Του είπα και άρχισα να τρέχω προς το γήπεδο. Τα περισσότερα παιδιά ήταν εκεί. Αφότου τους χαιρέτησα πείρα το σκέιτ μου και άρχισα να αγωνίζομαι μαζί με τους άλλους στην μπάρα. Δεν είχα καθόλου χαρά και καθόλου συγκέντρωση έτσι το μόνο που κατάφερα ήταν να φάω τα μούτρα μου.
«Ει, Άρτεμης τι σε έχει πιάσει σήμερα? Ποτέ δεν πέφτεις, αλλά σήμερα έχεις σκοτωθεί.» Μου είπε ο Παναγιώτης ένα από τα παιδιά της παρέας.
«τίποτα, απλώς έχω ακόμα στο μυαλό μου το ατύχημα του Αντώνη και, γι αυτό.»
«Α, καλά. Τότε καλύτερα να πας σπίτι σου να ξεκουραστείς και τα λέμε άλλη μέρα.»
«Οκ.» Του είπα και πήρα πάλι το δρόμο για το σπίτι μου. Είχαν περάσει 3 ώρες από την ώρα που έφυγα και όμως αυτός ήταν ακόμα εκεί μπροστά στην πόρτα. Τον προσπέρασα και πήγα να μπω μέσα.
«Κοίτα, δεν θα με ξαναδείς αν δεν θες. Ούτε θα σου εξηγήσω τίποτα, απλώς άσε με να σου πω κάτι σε σχέση με τον Αντώνη.»
«Όπως το πες, δεν θέλω να σε ξαναδώ αλλά δεν θέλω και να ακούσω τίποτα από εσένα, οπότε γεια.» Του είπα και ανέβηκα στην σοφίτα που βρισκόταν και το δωμάτιό μου. Κοίταζα από το παράθυρο να δω πότε θα φύγει, αλλά αυτός έμενε εκεί. Η ώρα είχε πάει πια 12 και αύριο είχα σχολείο, οπότε έπεσα να κοιμηθώ. Το πρωί που ξύπνησα ήταν κιόλας 7 και μισή η ώρα. Σηκώθηκα γρήγορα από το κρεβάτι μου και έβαλα μία μαύρη μακριά μπλούζα, ένα τζιν σορτσάκι και τα μαύρα μου σταράκια. Πείρα την τσάντα μου, έβαλα μέσα ότι βιβλίο βρήκα μπροστά μου και έτρεξα γρήγορα προς την έξοδο του σπιτιού μου. Μόλις βγήκα έξω, πάτησα πάνω σε κάποιον και έπεσα. Σηκώθηκα γρήγορα και είδα τον Χρήστο αγουροξυπνημένο να ανακάθεται πάνω στα σκαλιά.
«Είσαι τρελός άνθρωπέ μου, κοιμήθηκες εδώ όλη την νύχτα?» Εκείνος αντί να μου απαντήσει φταρνίστηκε δυνατά.
«Άπαπα, τελικά όντως κοιμήθηκες εδώ όλη νύχτα, έλα, πάμε μέσα.» Του είπα και τον σήκωσα όρθιο. Αυτός πως δεν μου έμεινε στα χέρια ακόμα απορώ. Ήταν σε πολύ χάλια κατάσταση, όλη την ώρα φταρνιζόταν και έβηχε. Να το χέσω το σχολείο, εξάλλου η μάνα μου έλειπε που θα το μάθαινε? Τον ανέβασα στο δωμάτιο μου και τον ξάπλωσα στο κρεβάτι, έπειτα του έδωσα ένα θερμόμετρο και αφού τον σκέπασα καλά με τα σκεπάσματα, κάθισα δίπλα του. Είχα ξεχάσει και θυμούς και τα πάντα όταν τον είδα σε αυτήν την κατάσταση.
«Γιατί το κάνεις όλο αυτό?» Τον ρώτησα ενώ του χάιδευα τα μαλλιά. Εκείνος αντί να μου απαντήσει μου χαμογέλασε και έφερε το χέρι μου στα χείλι του. Με διαπέρασε μία ρίγη και τράβηξα μαλακά το χέρι μου.
«Μην νομίζεις πως επειδή αρρώστησες δεν είμαι πια θυμωμένη μαζί σου. Κάθε άλλο, είμαι διπλάσια θυμωμένη τώρα. Απλώς επειδή είσαι άρρωστος το σέβομαι αλλά μόλις γίνεις καλά δεν υπάρχει περίπτωση να σου ξαναμιλήσω…» Δεν με άφησε να τελειώσω. Με τράβηξε βίαια και έπεσα δίπλα του στο κρεβάτι, τότε έφερε τα χείλι του στα δικά μου και τα συνέθλιψε, τότε συνειδητοποίησα τι έγινε και άνοιξα τα μάτια μου. Απομακρύνθηκα γρήγορα από κοντά του και του φώναξα.
«Είσαι τρελός, γιατί το έκανες αυτό?» Όχι πως δεν ήθελα. Συμπλήρωσα από μέσα μου. Εκείνος πάλι δεν μου απάντησε απλώς έκλεισε τα μάτια του και πείρε μία έκφραση σαν να αναπολούσε κάτι.
«Κοίτα, δεν έχω όρεξη να μιλάω μόνη μου, οπότε ή θα μου απαντήσεις ή δεν ξέρω και εγώ τι.» Τότε με κοίταξε θυμωμένος και μου έδειξε με παντομίμα πως θέλει ένα χαρτί.
«Ούτε γραπτά, προφορικά να μου πεις τώρα. *Αχ παναγία και χριστέ μου και άγιε Γεράσιμε μου. Τι φταίω η άμοιρη φρικ?» Με τα πολλά, πολλά του πήγα το χαρτί και το μολύβι που μου ζήτησε και κάθισα σε μία καρέκλα στην άλλη μεριά του δωματίου. Εκείνος όταν το είδε μου έκανε νόημα να πάω πιο κοντά.
«Μακριά και αγαπημένοι Χριστάκο μου.» Του είπα και του έβγαλα την γλώσσα. Εκείνος κατσούφιασε και άρχισε να μου γράφει. Έπειτα μου έκανε νόημα να πάω να πάρω το χαρτί.
Έλεγε:
Δεν μπορώ να μιλήσω, δεν έχω ιδέα το γιατί. Σε φίλησα γιατί αυτό ήθελα να κάνω από την αρχή που σε είδα. Συγνώμη για την συμπεριφορά μου αλλά εχτές έπρεπε επειγόντως να με ακούσεις, πράγμα που δεν έκανες. Αυτό που ήθελα να σου πω είναι ότι ο Αντώνης κινδυνεύει.
Μόλις το διάβασα αυτό, τα μάτια μου άνοιξαν ορθάνοικτα και τότε χτύπησε το κινητό μου. Ήταν το νούμερο του Αντώνη, αλλά αποκλείεται οι γιατροί να τον είχαν αφήσει να χρησιμοποιήσει το κινητό του. Κοίταξα αγχωμένη τον Χρήστο και το σήκωσα.
«Εμπρός?»
«Ναι, η δεσποινίς Άρτεμης Καλογίρου?» Άκουσα μια αντρική φωνή από την άλλη μεριά του τηλεφώνου.
«Έχουμε δυσάρεστα νέα για τον φίλο σας.»
«Τι, τι έγινε?»
«Ο φίλος σας, σήμερα το βράδυ ενώ κοιμόταν πέθανε.»
«Τι έκανε λέει? Όχι, δεν μπορεί φάρσα μου κάνετε.» Είπα και άρχισα να κλαίω βουβά.
«Δυστυχώς όχι δεσποινίς. Το περίεργο είναι ότι είχε γράψει σε ένα χαρτί που κρατούσε στο χέρι του το πρωί όταν τον βρήκαμε ότι το πρώτο πρόσωπο που ήθελε να το μάθει ήταν εσείς και πως θα βρίσκαμε το νούμερό σας από το κινητό του. Τα θερμά μου συλλυπητήρια αν θέλετε μπορείτε να έρθετε να τον δείτε.» Μου είπε και το έκλεισε. Τότε μου έπεσε το τηλέφωνο και άρχισα να κλαίω με λυγμούς, αμέσως ο Χρίστος με ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα μου και με πείρε στην αγκαλιά του.
«Γιατί, γιατί.» Έλεγα συνέχεια και δεν σταμάταγα να κλαίω.
«Σε παρακαλώ ηρέμισε.»
«Α ώστε τώρα μιλάμε?» του είπα χωρίς όμως να σταματήσω να κλαίω ή να φύγω από κοντά του
«Σου είπα πριν κάτι δεν με άφηνε να μιλήσω.»
«Θα πάω να τον δω, και μετά πραγματικά σου λέω θα τον σκοτώσω. Δεν υπάρχει περίπτωση να τον αφήσω να ζήσει.»
«Τι θα κάνεις σε ποιον?» Μου είπε κοιτώντας με ανήσυχα.
«Θα πάω να δω τον Αντώνη και μετά ή θα με σκοτώσει ο Φαίδων ή θα σκοτώσω εγώ αυτόν. Πάντως δεν θα το αφήσω έτσι.» Είπα και σηκώθηκα όρθια.
«Δεν έχεις να πας πουθενά.» Μου είπε και με τράβηξε.
«Παράτα με Χρίστο.» Του είπα. Βγήκα έξω από το δωμάτιό μου και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο του σπιτιού μου.
Αμέσως έτρεξα προς το μηχανάκι μου. Δεν είχα δίπλωμα αλλά τι με ένοιαζε. Το καβάλησα, έβαλα μπρος και άρχισα να τρέχω σαν την τρελή κατευθυνόμενη για το νοσοκομείο. Δεν μπορούσα να το διανοηθώ πως είχε πεθάνει. Ήμουν σίγουρη πως ήταν μία φάρσα. Δεν ήταν δυνατό. Μόλις έφτασα στο νοσοκομείο άφησα την μηχανή και μπήκα τρέχοντας μέσα. Μόλις με είδε μια νοσοκόμα έτσι κλαμένη ήρθε να με ρωτήσει ποιον έψαχνα. Της εξήγησα και με οδήγησε στο δωμάτιο που τον είχανε πάει πριν έρθουν να τον πάρουν για να τον πάνε στο νεκροτομείο. Κάθισα δίπλα του χωρίς να σταματήσω να κλαίω ούτε στιγμή.
«Σε αγαπάω Αντώνη μου, μπορεί όχι με τον ίδιο τρόπο που με αγαπούσες, αλλά σε αγαπάω.» Είπα και έσκυψα και τον φίλησα στα παγωμένα του χείλι. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει, όταν μπήκε μέσα ο Χρίστος.
«Έλα είσαι πολύ ώρα εδώ, πάμε. Δεν σου κάνει καλό.»
«Όχι. Εγώ εδώ θα μείνω μαζί του. Δεν καταλαβαίνεις ρε Χρήστο τι είναι να χάνεις κάποιον που αγαπάς.» Είπα φωνάζοντας και κλαίγοντας συγχρόνως.
«Σε παρακαλώ ηρέμισε.» Μου είπε και με πείρε στην αγκαλιά του.
«Γιατί, γιατί. Γιατί μου το κάνει αυτό. Γιατί δεν μπορείς να μου εξηγήσεις πια τι γίνεται, δεν αντέχω άλλο. Έχασα τον κολλητό μου, τον αδερφό μου για χάρη αυτής της βλακείας.» Του είπα ενώ είχα γαντζωθεί από την μπλούζα του.
«Σςςς ηρέμισε, και σου υπόσχομαι πως θα πάρουμε μαζί εκδίκηση από τον Φαίδων, αλλά όχι ακόμα. Δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα. Πρώτα πρέπει να σου δώσω κάποιες εξηγήσεις.» Μου είπε και με φίλησε στα μαλλιά.
«Έλα πάμε.» Με σήκωσε μου σκούπισε τα μάτια και με τράβηξε απαλά έξω από αυτό το αποπνικτικό δωμάτιο. Μόλις βγήκαμε έξω από το νοσοκομείο πήγα να ανέβω πάνω στην μηχανή μου αλλά με σταμάτησε.
«Δεν μπορείς να οδηγήσεις έτσι. Θα οδηγήσω εγώ.» Μου είπε, έπειτα ανέβηκε στην μηχανή και μου έκανε νόημα να ανέβω από πίσω του. Εγώ υπάκουσα βουβά. Ανέβηκα και τον αγκάλιασα σφιχτά από την μέση. Τότε μου ήρθε στο μυαλό να πάω στο σχολείο να το πω στους υπόλοιπους.
«Πάμε στο σχολείο.» Είπα απλός ψιθυριστά και αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς τα εκεί. Μόλις φτάσαμε εγώ κατέβηκα γρήγορα από την μηχανή και έτρεξα προς την πόρτα του κτιρίου που για καλή μου τύχη ήταν ανοιχτή. Μπήκα μέσα και άρχισα να τρέχω προς την τάξη μου. Τώρα θα έπρεπε να είχαμε μαθηματικά με την κυρία Αντωνίου (όνομα κι αυτό) η οποία θα καταλάβαινε. Χτύπησα και μπήκα μέσα χωρίς να περιμένω απάντηση. Μόλις η καθηγήτρια με είδε έτσι κλαμένη με πείρε έξω από την αίθουσα.
«Τι έχεις γλυκιά μου και είσαι έτσι? Και που είναι τα βιβλία σου?»
«Κυρία, δεν ήρθα εδώ για μάθημα, ήρθα να πάρω την Ηλέκτρα την Χρυσάνθη και τον Παναγιώτη.» Είπα προσπαθώντας να σταματήσω να κλαίω χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.
«Γιατί γλυκιά μου τι έγινε?»
«Ο, ο Αντώνης πε…» Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω και έπεσα στην αγκαλιά της καθηγήτριας μου κλαίγοντας. Αυτήν την κυρία την είχα σαν δεύτερη μάνα, την ήξερα από μικρή γιατί είναι η μητέρα της Ηλέκτρας. Μόλις κατάλαβε τι εννοούσα με τράβηξε και μπήκαμε μέσα στην αίθουσα. Έπειτα είπε στον Παναγιώτη στην Ηλέκτρα και στην Χρυσάνθη να πάρουν τα πράγματά τους και να φύγουν, ενώ εκείνη κατευθύνθηκε προς τον διευθυντή.
«Τι έγινε Άρτεμης?» Με ρώτησαν ανήσυχα και οι 3 τους.
«Έπαθε τίποτα ο Αντώνης?» Συνέχισε η Ηλέκτρα. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να κουνήσω καταφατικά το κεφάλι και να την αγκαλιάσω σφιχτά. Όλοι κατάλαβαν τι εννοούσα και δεν είπαν τίποτα άλλο απλώς έσκυψαν θλιμμένα το κεφάλι τους. Μόνο εγώ και η Ηλέκτρα ήμασταν συντετριμμένες. Γιατί εμείς τον ξέραμε από 5 χρονών. Ο Παναγιώτης και η Χρυσάνθη τον είχαν γνωρίσει φέτος από εμάς τις δύο.
«Κορίτσια πάμε να φύγουμε.» Μας είπε ο Παναγιώτης και αγκάλιασε την Ηλέκτρα από τους ώμους. Όπως κατευθυνόμασταν προς την έξοδο συνειδητοποίησα ότι η Χρυσάνθη έλειπε.
«Που είναι η Χρυσάνθη?»
«Μαζί σου δεν ήταν?» Με ρώτησε ο Παναγιώτης.
«Ήταν αλλά δεν είναι. Τέσπα πάμε.» Είπα και βγήκαμε έξω από το σχολείο. Εκεί μπροστά στην μηχανή μου καθόταν ο Χρίστος και μας περίμενε. Μόλις με είδε έτρεξε κοντά μου και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Ηρέμισε.» Μου ψιθύρισε στο αυτί προτού στραφεί στους υπολοίπους.
«Που θέλετε να πάμε?»
«Στους γονείς του.» Απάντησε αυθόρμητα η Ηλέκτρα.
«Έλα θα πάμε με την μηχανή μου.» Της είπε ο Παναγιώτης και ανέβηκε στην μηχανή του και αμέσως μετά ανέβηκε και η Ηλέκτρα. Το ίδιο κάναμε και εγώ με τον Χρήστο με την μηχανή μου. Μόλις ανεβήκαμε φύγαμε και κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι του Αντώνη. Έξω ήταν η μητέρα του με μια φωτογραφία του και έκλαιγε.
«Τι πάθαμε κοριτσάκια μου.» Είπε και έσφιξε εμένα και την Ηλέκτρα στην αγκαλιά της. Έπειτα καθόμασταν και μιλάγαμε για πολλές ώρες για τον Αντώνη ενώ ο Χρήστος δεν με είχε αφήσει στιγμή από την αγκαλιά του. Όταν πια είχε νυχτώσει την αποχαιρετίσαμε και φύγαμε. Ήμασταν όλοι ακόμα θλιμμένοι. Ο Χρήστος με πήγε σπίτι μου και αφότου πάρκαρε την μηχανή πήγε να φύγει.
«Έι, πως θα φύγεις τώρα, με τα πόδια?»
«Δεν βλέπω κανένα άλλο μεταφορικό μέσω εύκαιρο.»
«Σε παρακαλώ, μην φύγεις, σε χρειάζομαι.» Ω ναι για πρώτη φορά είχα λυγίσει μπροστά σε ένα άλλο άτομο εκτός του Αντώνη.
«Αφού είναι έτσι.» Μου είπε και χαμογέλασε πλατιά. Έπειτα με αγκάλιασε γύρω από τους ώμους και μπήκαμε μέσα. Όλη την νύχτα με είχε στην αγκαλιά του και μου ψιθύριζε λόγια γλυκά για να ξεχαστώ. Το πρωί μας βρήκε αγκαλιά. Μόλις ξύπνησα τον είδα να μου χαμογελάει και να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Καλημέρα, και σε ευχαριστώ για όλα.» Του είπα και ήμουν σίγουρη πως κάποια άλλη κοπέλα στην θέση μου θα είχε γίνει κατακόκκινη, μόνο που εγώ ευτυχώς δεν κοκκίνιζα εύκολα.
«Καλημέρα, και δεν πρέπει να με ευχαριστείς.» Μου είπε και έσκυψε και με φίλησε για δεύτερη φορά. Μόνο που τώρα το φιλί του ήταν γλυκό και χωρίς καθόλου πίεση παρά μόνο με αγάπη. Του χαμογέλασα και σηκώθηκα όρθια. Ήμουν ακόμα με τα ρούχα που φορούσα εχτές οπότε έπρεπε να αλλάξω.
«Εγώ φεύγω θα πάω κάτω. Άλλαξε εσύ με την ησυχία σου και έλα. Μετά το σχολείο θα σου τα εξηγήσω όλα.» Έβαλα μία μαύρη μπλούζα ένα μαύρο παντελόνι και τα μαύρα σταράκια μου έπειτα κατέβηκα κάτω.
«Πάμε?»
«Πάμε.» του είπα και βγήκαμε έξω.
«Τι ώρα είναι?» Τον ρώτησα μετά από αρκετή ώρα που περπατούσαμε.
«8 παρά πέντε, αλλά μην ανησυχείς σε 5` θα ήμαστε εκεί.» Μου είπε και μου χαμογέλασε. Μόλις μπήκαμε μέσα είδα μια παρέα παιδιών που φορούσανε μαύρα και έτρεξα κοντά τους. Ήταν οι συμμαθητές του και οι μισοί δικοί μου. Μόλις έφτασα έπεσε πάνω μου η Ηλέκτρα.
«Ανησυχώ, η Χρυσάνθη έχει εξαφανιστεί από εχτές την ώρα που φεύγαμε. Δεν θα το αντέξω αν έχει πάθει κάτι και αυτή.» Μου είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Να δεις που σε λίγο θα ναι εδώ.» Της είπα. Όμως μέχρι και την ώρα που χτύπησε το κουδούνι και μπήκαμε στις γραμμές για προσευχή η Χρυσάνθη δεν είχε εμφανιστεί. Την ώρα της προσευχής ο διευθυντής μας κράτησε για 1 λεπτό σιγή για την μνήμη του Αντώνη και μετά πήγαμε στις τάξεις μας. Πριν μπω στην τάξη μου με πρόλαβε ο Χρήστος.
«Ηρέμισε, η Χρυσάνθη θα είναι σίγουρα καλά.» Μου είπε. Εγώ πάλι όμως ήμουν σίγουρη πως κάπου είχε βάλει το χεράκι του ο Φαίδων.
«Και εσύ που το ξέρεις?»
«Δεν το ξέρω. Απλώς σε παρακαλώ μην κάνεις καμιά βλακεία με τον Φαίδων μέσα.»
«Να σαι σίγουρος… Πως θα κάνω.» Του είπα και μπήκα μέσα στην τάξη. Στο θρανίο μου βρισκόταν ήδη ο Φαίδων και έβγαζε τα βιβλία του σαν την αθώα περιστερά.
‘κοίτα το ξέρω πως με ακούς ^%@**^% γι αυτό άκουσε αυτό που θα σου πω και βάλε το καλά στο μυαλό σου. Μπορεί να σκότωσες τον Αντώνη αλλά δεν θα πάρεις και την Χρυσάνθη.’ Αυτός κούνησε απλώς το κεφάλι του και έκανε στην άκρη για να καθίσω και εγώ στην καρέκλα μου. Τότε τον είδα που έβγαλε ένα χαρτί και ένα μολύβι και άρχισε να γράφει.
‘και που ξέρεις πως δεν ήρθε με την θέλησή της.’ Έλεγε. Εγώ πάλι αντί να γράψω, γιατί δεν είχα καμία όρεξη να πάρω ξανά απουσία, του απάντησα με το μυαλό μου.
‘το ήξερα πως εσύ την είχες.’
‘δεν είπα τίποτα τέτοιο’
‘όχι άλλα το άφησες ως υπονοούμενο.’
‘τι να σου πω, όπως καταλαβαίνεις.’
‘θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που έκανες στον Αντώνη’
‘α ναι? Πως?’
‘θα δεις.’ Του είπα απλώς και στράφηκα προς το μάθημα.
Μέχρι το τέλος του σχολείου η Χρυσάνθη δεν είχε εμφανιστεί, είχα αρχίσει να ανησυχώ πραγματικά, αλλά δεν το άφηνα να φανεί. Μόλις χτύπησε και το τελευταίο κουδούνι εγώ είχα μείνει μέσα και μάζευα τα πράγματά μου για να φύγω. Εκεί που βόλευα το τετράδιο στο οποίο έγραφα τους στοίχους μου ένιωσα κάποιον να με ακουμπάει στον ώμο μου. Γύρισα τρομαγμένη αλλά μόλις είδα πως ήταν ο Χρήστος ησύχασα.
«Σε τρόμαξα?» Με ρώτησε γλυκά.
«Να πω την αλήθεια… Ναι.» Του είπα και έκλεισα την τσάντα μου.
«Άσε με να σε βοηθήσω.» Μου είπε και πείρε την τσάντα μου.
«Ει, και τι τώρα θα έχεις δύο τσάντες?»
«Ναι, δεν είναι πολύ τρέντι?» Είπε και αρχίσαμε να γελάμε.
«Ναι μωρέ καλή μου πρόσεχε μην σου σπάσει το νύχι.»
«Τι είπες μόλις τώρα?» Είπε και με κοίταξε θυμωμένα αλλά έτοιμος να σκάσει στα γέλια.
«Τίποτα χρυσό μου.» Του είπα και τότε αυτός άρχισε να με γαργαλάει.
«Μη, μη, εντάξει σταματάω, α, λυπήσουμε.» Έλεγα όποτε με άφηνε να πάρω ανάσα. Μόλις με άφησε γύρισα και του είπα.
«1ον πάμε γιατί στο τέλος θα μας κλειδώσουν μέσα, 2ον μην νομίζεις πως ξέχασα ότι μου υποσχέθηκες πως θα μου τα εξηγήσεις όλα σήμερα.»
«Οκ then, πάμε.» Μου είπε και αφού με τα χίλια ζόρια τον έπεισα να μου δώσει την τσάντα μου, βγήκαμε από το σχολείο και κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι μου. Από έξω από το σπίτι είδα το αυτοκίνητο της μητέρας μου. Τέλεια. Σκέφτηκα και έσκυψα το κεφάλι απογοητευμένη.
«Έι τι έπαθες εσύ και κάνεις έτσι?» Μου είπε ο Χρήστος διασκεδάζοντάς το.
«Ήρθε η μητέρα μου.»
«Α, καλά μωρέ μην χαίρεσαι τόσο πολύ θα πάθεις τίποτα.»
«Δεν καταλαβαίνεις. Όποτε έρχεται η μητέρα μου κάτι θα την πιάσει και θα τσακωθούμε γι αυτό προτιμάω όταν φεύγει για δουλειές.»
«Έλα, χαμογέλα γιατί αλλιώς…»
«Αλλιώς τι?»
«Τώρα θα δεις.»Μου είπε και άρχισε να με κυνηγάει σε όλη την αυλή του σπιτιού μου. Εγώ είχα σκάσει στα γέλια.
«Σταμάτα. Έλα πάμε μέσα.» Του είπα και μπήκαμε μέσα στο σπίτι.
«Μαμά.» Φώναξα μόλις μπήκαμε μέσα.
«Στην κουζίνα είμαι.»
«Οκ εγώ θα είμαι στο δωμάτιό μου αν με θελήσεις κάτι.» Της απάντησα και ανέβηκα τα σκαλιά ακολουθούμενη από τον Χρήστο. Μόλις φτάσαμε στην σοφίτα, εγώ κάθισα στο κρεβάτι μου και έκανα νόημα στον Χρήστο να κάτσει δίπλα μου.
«Είσαι έτοιμη για αυτό που θα μάθεις?»
«Είμαι.» Του απάντησα αποφασιστικά και περίμενα.
«Κοίτα, είναι κάπως περίπλοκο, δεν ξέρω πώς να το πω.» Είπε και σηκώθηκε όρθιος.
«Με δικά σου λόγια.» Τον ενθάρρυνα.
«Ξέρεις πως σε όλες τις ιστορίες πάντα υπάρχει η μάχη καλού εναντίον κακού, σωστά?»
«Εμ, ναι.»
«Ε κάτι περίπου το ίδιο συμβαίνει κι εδώ.»
«Δεν καταλαβαίνω.» Του είπα και τον άκουσα να μουρμουράει κάτι ‘σάμπως καταλαβαίνω εγώ?’ αλλά δεν έδωσα σημασία και τον άφησα να συνεχίσει.
«Ξέρεις τα 4 στοιχεία της φύσεως, έτσι δεν είναι?»
«Ναι.» Είπα και συνέχιζα να τον κοιτάω σαν να μου μίλαγε σε μία άλλη γλώσσα.
«Εσύ κατέχεις την φωτιά, εγώ το νερό, ο Φαίδων τον αέρα και η Χρυσάνθη την γη. Κατάλαβες?»
«Εμ, περίπου. Εγώ την φωτιά, εσύ το νερό, ο Φαίδων τον αέρα και η Χρυσάνθη την γη. Κάτσε για μια στιγμή, η ΧΡΥΣΑΝΘΗ?» Είπα και τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια.
«εμ ναι. Πρέπει να σου εξηγήσω και κάτι ακόμα. Σε αυτήν την μάχη εγώ και εσύ ήμαστε με το καλό, και ο Φαίδων με την Χρυσάνθη είναι με το κακό.»
«Κάτσε, εννοείς ότι θα πρέπει να στραφώ εναντίον της κολλητής μου?»
«Αυτή είναι ήδη εναντίον σου. Από την μέρα που εξαφανίστηκε βρίσκεται με τον Φαίδων ο οποίος την εκπαιδεύει.»
«Μα, δεν γίνεται αυτό. Κανονικά εκείνη δεν θα έπρεπε να κατείχε την δύναμη της φωτιάς για να της δίνει περισσότερη δύναμη ο Φαίδων με τον άνεμο? Ενώ εσύ μπορείς να την σβήσεις.»
«Ναι έτσι θα έπρεπε αλλά μάλλον έγινε ένα λάθος. Αν δεν κάνω λάθος εσύ γεννήθηκες 7μηνιάτικη, σωστά?»
«Ναι, τι σχέση έχει αυτό?»
«Αυτή που γεννιέται πρώτη έχει πάντα την φωτιά.»
«Μάλιστα.» Είπα με γουρλωμένα μάτια.
«Αλλά είναι και άλλο ένα μέρος. Συνήθως οι 2 καλοί ζούνε για να βρίσκονται για πάντα μαζί και οι 2 κακοί το ίδιο. Στην αρχή ο Φαίδων σε πλησίασε γιατί νόμιζε πως εσύ ήσουν με το μέρος του και… το άλλο του μισό, όμως μόλις κατάλαβε ότι μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις σου… εκνευρίστηκε και συνειδητοποίησε ότι η Χρυσάνθη ήταν.» Μου είπε και με κοίταξε.
«Δηλαδή δεν μπορεί ο ένας να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του εναντίον του συμμάχου του… ή του άλλου του μισού όπως το λες.»
«όχι, γι αυτό εγώ έμεινα έκπληκτος όταν είδα πως δεν μπορούσα να σε υπνωτίσω, γιατί τότε κατάλαβα γιατί μου προκαλούσες τόση έλξη.» Μου είπε και έκατσε δίπλα μου. Έπειτα συνέχισε.
«Στην αρχή κι εγώ νόμιζα πως ήταν η Χρυσάνθη... όμως όχι. Θα μου πεις γιατί τώρα κατάφερες να χρησιμοποιήσεις τις δυνάμεις σου, καίγοντάς με. Γιατί τώρα συναντηθήκαμε, και αλληλοσυμπληρωθήκαμε. Εγώ τώρα μπορώ να χρησιμοποιήσω το νερό. Και ο Φαίδων τον αέρα και φυσικά η Χρυσάνθη την γη.»
«Και γιατί εμείς, και για ποιον λόγο θα πρέπει να πολεμήσουμε εναντίον τους?»
«Γιατί θέλουν να κατακτήσουν τον κόσμο Άρτεμης, γι αυτό.»
«Μα, δεν μπορώ, δεν μπορώ.» Είπα και έβαλα το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια μου.
«Δεν ήμαστε μόνοι μας Άρτεμης, υπάρχουν και άλλοι που θα μας βοηθήσουν, και λέγοντας άλλοι εννοώ άλλοι που δεν είναι σαν και εμάς, πλάσματα που έχεις συναντήσει μόνο στα παραμύθια. Βέβαια υπάρχουν και πλάσματα που είναι εναντίον μας. Αλλά θα τα καταφέρουμε θα δεις.» Είπε και με αγκάλιασε.
«Αύριο φεύγουμε, οπότε καλά θα κάνεις να πας να τους χαιρετίσεις.»
«Να φύγουμε να πάμε που?»
«Εκεί που βρίσκονται οι σύμμαχοι μας, εκεί που βρίσκονται οι αντίπαλοι μας. Είναι ένα νησί που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη, και που κανένας άνθρωπος δεν έχει πάει ποτέ εκεί, γιατί αυτό το νησί δεν το βλέπουν οι άνθρωποι.»
«Μα εσύ από πού τα έμαθες όλα αυτά?»
«Υπάρχει μία προφητεία που μιλάει για μας. Μην νομίζεις και η μητέρα σου βρισκότανε στην θέση σου κάποτε, και η γιαγιά σου, αλλά η προφητεία αναφέρεται σε εσένα, σε εμένα και στους άλλους. Γιατί τώρα ήρθε η στιγμή για αυτήν την μάχη.»
«Πια είναι αυτή η προφητεία?»
«Την έχω μέσα στην τσάντα μου, μισό λεπτό.» Μου είπε και πήγε να την βγάλει.
«Ορίστε.» Μου είπε μετά από λίγο και μου έδωσε ένα χαρτί.
‘Το καλό και το κακό
αιώνες τώρα αντίπαλοι είναι
όμως όταν τα 2 κορίτσια, λάθος γεννηθούν
και αυτή που θα έπρεπε να ήταν φωτιά γη θα είναι
και αυτή που γη θα έπρεπε φωτιά θα γίνει
τότε η μάχη θα αρχίσει να ετοιμάζεται.
Όμως δεν θα γίνει τίποτα αν οι καρδιές τους
Που είναι μισές, δεν βρούνε το άλλο τους μισό.
Τότε μαζί θα νικήσουν
Ή το Καλό, ή το Κακό.
Στο νησί που για τα μάτια τα θολά
Δεν υπάρχει. Μα για τα πλάσματα τα μαγικά
Είναι σπιτικό. Εκεί θα γίνει η μάχη και αναμένετε δύσκολη πολύ
Μα όλα είναι στα χέρια αυτών των τεσσάρων μικρών παιδιών. ’
Το διάβασα πολλές φορές. Πάνω κάτω καταλάβαινα ότι όντως μιλούσε για εμάς. Αλλά…
«Ξέρω πως όλα μοιάζουν, αλλά είσαι σίγουρος?»
«Περισσότερο από ποτέ.» Είπε και με πλησίασε, τώρα τα πρόσωπά μας απείχαν μόνο λίγα εκατοστά μέχρι που με φίλησε, ναι, μπορεί να μην ήταν η πρώτη φορά που με φίλαγε, αλλά με φίλησε όπως δεν με είχε φιλήσει ποτέ, με τόσο πάθος και αγάπη. Ανταπέδωσα αμέσως στο φιλί του και πέρασα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του.
Μόλις απομακρύνθηκε λίγο από κοντά μου τον ρώτησα κάτι που με απασχολούσε εδώ και ώρα.
«Πώς θα πάμε εκεί?»
«Μα με το μυαλό μας φυσικά.»
«Δηλαδή?»
«Δηλαδή θα σκεφτούμε έντονα αυτό το μέρος και θα μεταφερθούμε εκεί.»
«Με δουλεύεις.»
«Καλύτερα να πας να αποχαιρε…»
«Άσε δεν μπορώ τους αποχαιρετισμούς, καλύτερα να νομίζει πως εξαφανίστηκα παρά να ξέρει πως ήξερα ότι θα φύγω.»
«Άρα το μόνο που μας μένει είναι να δούμε το χάρισμα σου.»
«Ναι, και πως θα το κάνουμε αυτό?»
«Εσύ, πες μου αν εδώ και χρόνια σου συμβαίνει τίποτα παράξενο.»
«Εμ, το μόνο που μου συμβαίνει είναι ότι όταν μερικές φορές ηρεμώ και κλείνω τα μάτια μου, μπορώ να μιλήσω με τους νεκρούς, αλλά αυτό έχει να μου συμβεί από τότε που πέθανε ο πατέρας μου.»
«Αυτό είναι, πάω στοίχημα. Έχεις προσπαθήσει να επικοινωνήσεις με τον Αντώνη?»
«Όχι, γιατί δεν το θεωρούσα κάτι που είναι δυνατό.»
«Οκ, τότε το μόνο που μας μένει είναι να το επαληθεύσουμε. Άκου τι θα κάνεις. Ξάπλωσε κλείσε τα μάτια σου και σκέψου πάρα πολύ έντονα την εικόνα του Αντώνη, μόλις τον δεις μπροστά σου θα μπορέσεις να του μιλήσεις.» Αμέσως εγώ έκανα αυτό που μου είπε, ξάπλωσα και προσπάθησα να χαλαρώσω, έπειτα σκέφτηκα όσο πιο έντονα μπορούσα τον Αντώνη, μέχρι που κάποια στιγμή άκουσα την φωνή του.
«Άρτεμης, εσύ είσαι?»
«Εγώ είμαι.» Του είπα και τότε εμφανίστηκε μπροστά μου, με τα ρούχα που φορούσε εκείνη την ημέρα όμως χωρίς να είναι χτυπημένος.
«Άχου, Άρτεμης πρέπει να με ακούσεις καλά. Πρέπει να τα καταφέρεις σε αυτόν τον αγώνα, εδώ, εννοώ στον κόσμο των νεκρών, έχουμε πολλά προβλήματα Άρτεμης, φοβάμαι, οι ποιο γέροι εδώ πέρα λένε πως ήρθε το τέλος, και πως υπήρχαν εποχές που ήταν όμορφα σε αυτό το μέρος, αλλά όχι πια.»
«Μα, τι, τι εννοείς, τι συμβαίνει δηλαδή.»
«Πολλά άσχημα πράγματα, υπάρχει ένα τέρας Γκάμπιρ λέγεται που έρχεται σχεδόν κάθε μέρα και παίρνει έναν από τους ποιο γηραιούς και τον, τον τρώει. Εγώ ακόμα δεν κινδυνεύω αλλά δεν ξέρω αν θα αλλάξει συνήθειες. Και λένε πως αυτόν που παίρνει χάνεται, τρώει την ψυχή του και δεν υπάρχει πια, είναι ένα ανύπαρκτο ον, είναι χειρότερα και από απλώς τον θάνατο. Χρειάζομαι την βοήθειά σου Άρτεμης. Να ξέρεις θα είμαι εδώ να σε καθοδηγώ, όποτε με χρειαστείς. Α και πες στον Χρήστο πως το νησί λέγεται Αδιαφάνιον, πρέπει να σκεφτείτε και το όνομά του για να μεταφερθείτε εκεί.»
«Σε ευχαριστώ Αντώνη μου. Σε αγαπάω, και μου λείπεις, να το ξέρεις.»
«Και εγώ σε αγαπάω, και θα είμαι πάντα δίπλα σου, όποτε με χρειαστείς, θα είμαι εκεί. Πρέπει να φύγω τώρα, Αντίο.»
«Όχι μη.» Αλλά είχε φύγει πια, άνοιξα απότομα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα πως έκλαιγα, δίπλα μου καθόταν ο Χρήστος και με κοίταγε ανήσυχα.
«Τον είδα, μου μίλησε και μετά τον είδα να φεύγει.» Είπα και έπεσα στην αγκαλιά του κλαίγοντας.
«Ηρέμισε, όποτε τον χρειάζεσαι θα μπορείς να είσαι κοντά του.»
«Λοιπόν, άσε τα αυτά τώρα, έμαθα πολλά πράγματα. Καταρχάς το νησί λέγεται Αδιαφάνιον. 2ον στον κόσμο των νεκρών τώρα τελευταία υπάρχει ένα φρικτό τέρας το Γκάμπιρ που τρώει τους πιο γηραιούς εκεί και λένε ότι είναι πιο φρικτά και από τον θάνατο, και 3ον πρέπει όπως και δίποτε να νικήσουμε, πρέπει να τον σώσω από κει.»
«Ηρέμισε, εντάξει, πλζ ηρέμισε. Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς γιατί αύριο έχουμε μεγάλο ταξίδι.» Είπε και με φίλησε στο μέτωπο.
«Χρήστο.»
«Ναι?»
«Σε ευχαριστώ.» Εκείνος δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε και βγήκε από το δωμάτιο. Μόλις βγήκε, εγώ έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα, αλλά καλύτερα γιατί έτσι θα μπορούσα να ηρεμίσω επιτέλους.
Ξύπνησα από έναν ξαφνικό άνεμο που μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Πετάχτηκα αμέσως από το κρεβάτι και τότε είδα κάποιον να προσπαθεί να μπει μέσα στο δωμάτιο από την μπαλκονόπορτα. Τράβηξα τις κουρτίνες και είδα την Χρυσάνθη να μου χαμογελά. Άνοιξα γρήγορα την μπαλκονόπορτα και η Χρυσάνθη μπήκε αμέσως και κάθισε πάνω στο κρεβάτι μου.
«Μα πως ανέβηκες εώς εδώ?» Γιατί δεν ήταν και πολύ χαμηλά το δωμάτιό μου, ολόκληρη σοφίτα.
«Ξέχασες ότι κατέχω την γη?» Είπε και μου έκανε νόημα να κοιτάξω έξω. Ένας κισσός που δεν υπήρχε πιο πριν ξεκίναγε από κάτω και έφτανε μέχρι το μπαλκόνι μου.
«Ναι, μου διέφυγε. Τι κάνει εδώ?»
«Κοίτα, το ξέρεις και εσύ αλλά και εγώ πως τώρα πια ήμαστε εχθροί, αλλά θέλω να ξέρεις πως εγώ σε αγαπάω, εντάξει. Θα μου πεις πως είναι δυνατόν αφού ήμαστε σε αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά θέλω να το ξέρεις.» Μου είπε και με πλησίασε να με αγκαλιάσει. Στην αρχή εγώ δίστασα αλλά μου είπε.
«Μην ανησυχείς, εξάλλου εσύ έχεις το πάνω χέρι τώρα, μπορείς άνετα να με κάψεις και να απομακρυνθώ, ενώ εγώ, μπορώ απλώς να κάνω κάποιον σεισμό που θα τραβήξει όλα τα βλέμματα εδώ.» Μου είπε και μου χαμογέλασε, σαν τον παλιό καιρό. Μόλις απομακρυνθήκαμε μου είπε.
«Πρέπει να φύγω, το έσκασα κρυφά από τον Φαίδων γιατί ήθελα να σε δω για μια τελευταία φορά ως φίλη. Α, και πάρε αυτά. Άνηκαν στην μητέρα μου, ήταν και εκείνη φωτιά κάποτε. Είναι ιδικά ρούχα που δεν καίγονται με την θερμότητα που θα έχεις εκεί που θα πάμε. Α και ειδικά παπούτσια. Γεια.» Μου είπε και κατέβηκε γρήγορα όπως ήρθε. Έπειτα εξαφάνισε τον κισσό με μία της κίνηση. Πήρα τα ρούχα και τα δοκίμασα, μου έρχονταν γάντι. Ήταν ένα κόκκινο φορμάκι ενιαίο με μαύρα παπούτσια. Τώρα το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να αρχίσω την εκπαίδευση μου, έτσι ώστε τουλάχιστον αύριο να μην είμαι τελείως άπειρη. Σαν να το κατάλαβε πως τον είχα ανάγκη μπήκε τρέχοντας μέσα ο Χρήστος.
«Αχου ευτυχώς που ήρθες, πρέπει να ξεκινήσω εκπαίδευση τώρα. Η Χρυσάνθη είναι ήδη πολύ καλή.»
«Έγινε, όμως λύσε μου μία απορία. Που τα βρήκες αυτά. Γιατί από ότι ξέρω η μητέρα σου κατείχε την γη και όχι την φωτιά.» Είπε και με μία κίνηση του χεριού του έδειξε τα ρούχα μου.
«Μου τα έφερε η Χρυσάνθη, ήρθε να με χαιρετίσει για τελευταία φορά ως φίλη, και τα είχε η μητέρα της αυτά.» Του είπα και χαμογέλασα.
«Ωραία.»
«Ξεκινάμε?»
«Ναι αμέ. Λοιπόν ένωσε τα χέρια σου και προσπάθησε να φανταστείς μέσα στο μυαλό σου πως με αυτήν την κίνηση στο σημείο ένωσης των χεριών σου εμφανίζεται φωτιά. Μην ανησυχείς άμα γίνει καμιά στραβή είμαι εγώ εδώ για να την σβήσω.» Μου είπε και μου έκλεισε το μάτι. Την πρώτη φορά που το δοκίμασα κατάφερα να βγάλω μόνο μία μικρή φλόγα όμως όσες πιο πολλές φορές το προσπαθούσα τόσο καλύτερα το έκανα.
«Τέλεια.» Είπε και με αγκάλιασε.
«Τώρα προσπάθησε να με πετύχεις με την φωτιά.»
«Μα δεν θα καείς?»
«Είμαι το νερό, το ξέχασες? Λίγο πριν με φτάσει θα την σβήσω. Λοιπόν, σκέψου πως όλη αυτή η ενέργεια που έχεις στέλνεται σε εμένα.» Και αυτό έκανα, όμως… χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Το προσπάθησα αρκετές φορές όμως δεν το έκανα.
«Δεν μπορώ. Φοβάμαι πως… πως θα πάθεις κάτι.»
«Πφφφ, τι θα κάνω εγώ με σένα μου λες? Χαμογέλα λίγο. Υπάρχει και άλλη λύση. Στόχευσε το γραφείο σου.»
«Είναι ανάγκη?»
«Ναι είναι.»
«Μα…»
«Θα το προλάβω. Μου έχεις εμπιστοσύνη?»
«Φυσικά.»
«Τότε κάνε αυτό που σου είπα.» Μου είπε και εγώ έκλεισα πάλι τα μάτια μου, συγκέντρωσα όλη μου την ενέργεια και την απόθεσα προς το γραφείο μου. Μόλις άνοιξα τα μάτια μου, είδα μία μπάλα φωτιάς να κατευθύνεται προς τα εκεί, αλλά λίγα λεπτά πριν ο Χρήστος το έσβησε με έναν πίδακα νερού.
«Ιιιιιχ.»
«Τι έγινε?» Με ρώτησε ανήσυχος.
«Με έκανες παπί. Και εμένα αλλά και το δωμάτιό μου.»
«Σκοπός μου. Λοιπόν, τώρα για να στεγνώσεις συγκεντρώσου στην ενέργεια και μετέφερε την σε όλο σου το σώμα.» Αφότου συγκεντρώθηκα για λίγα λεπτά ένιωσα την θερμοκρασία του σώματος μου να ανεβαίνει χωρίς όμως να καίγομαι ή να νιώθω κάτι γενικά. Μόλις άνοιξα τα μάτια μου ήμουν και πάλι στεγνή.
«Είδες?»
«Είδα, όπως και βλέπω και τα βρεγμένα μου έπιπλα.»
«Ει, γιατί μειονεκτείς τις δυνατότητές σου? Λοιπόν, σκέψου πως όλη αυτή η θερμότητα που έχεις μπορεί να εξαπλωθεί παντού, αλλά φέρνοντας μόνο ζέστη και όχι φωτιά.» Εγώ μόλις το έκανα ένιωσα πάλι να βρέχομαι, άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον Χρίστο με κάτι μαλλιά κάγκελο σαν να είχε πάθει ηλεκτροπληξία. Αφότου στέγνωσα τον πλησίασα.
«Τι βλακεία έκανα πάλι.»
«Τίποτα, απλώς με τσουρούφλισες λιγάκι.» Είπε και με κοίταξε θυμωμένα πριν βρέξει τον εαυτό του.
«Κάτσε να σε στεγνώσω.»
«Πρόσεχε, μην καώ ολόκληρος, πέθανες.» Είπε και γέλασε. Εγώ αφότου συγκέντρωσα την δύναμη μου την έστειλα σε εκείνον ως απλή θέρμη, αλλά για πρώτη φορά κράτησα τα μάτια μου ανοιχτά. Και όντως μετά από λίγα λεπτά ο Χρίστος αλλά και όλο το δωμάτιο ήταν και πάλι στεγνό.
«Γουάου, τα κατάφερα!!!»
«Ναι, μπράβο! Φτάνει όμως για σήμερα γιατί θα κουραστείς και έχεις κάνει πολλά για σήμερα. Λοιπόν, η ώρα είναι 8 το βράδυ, αύριο στις 6 το πρωί θα φύγουμε οπότε καλύτερα να πηγαίνω να σε αφήσω να ξεκουραστείς.»
«Με δουλεύεις? Πόσο θα κοιμηθώ πια? Άσε που εγώ και ο Μορφέας δεν έχουμε και τις καλύτερες σχέσης και τόσες πολλές επισκέψεις στην περιοχή του από μέρους μου θα του κακοφανούν.» Του είπα και χαμογέλασα αθώα.
«Ωχ γιατί καλέ?»
«Μμμ, γιατί μισώ τον ύπνο και κοιμάμαι μόνο όταν νιώθω πτώμα.» Του απάντησα.
«Τώρα θα μάθεις να τον λατρεύεις. Γιατί στο λέω αυτήν την βδομάδα θα κουράζεσαι τόσο πολύ που θα παρακαλάς για ύπνο.»
«Ονειρεύσου.» Του είπα και του έβγαλα την γλώσσα.
«Αυτό μόνο να μην έκανες…» Είπε και τότε με τράβηξε κοντά του. Και με φίλησε κανονικά, πιο τολμηρά, γλωσόφιλο πώς να το πω. Μόλις απομάκρυνε τα χείλη του από τα δικά μου, τα έφερε στο αυτί μου και μου ψιθύρισε.
«Άρτεμης, σε αγαπάω, όσο δεν αγάπησα καμία άλλοτε, είσαι το άλλο μου μισό και δεν μπορώ να μείνω μακριά σου ούτε για λίγο. Θέλεις να ήμαστε μαζί??» Ανατρίχιασα όταν η παγωμένη του ανάσα ακούμπησε το ζεστό μου δέρμα όμως δεν με ενόχλησε καθόλου.
«Ναι.» Του είπα και τον ξαναφίλησα. Μακάρι να μην τελείωνε ποτέ αυτή η στιγμή. Όμως κάποια στιγμή απομακρύνθηκε από κοντά μου χωρίς όμως να πάψει να με έχει στην αγκαλιά του και μου είπε.
«Αύριο στις 6 θα φύγουμε. Να έχεις ετοιμάσει τα πράγματά σου, θα είμαι εδώ 6 παρά πέντε άφησε ανοιχτή την μπαλκονόπορτα για να μπορέσω να μπω.» Μου είπε και έφυγε από το δωμάτιο τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα ούτε να τον δω.
«Έχω πολλά ακόμα να μάθω.» Είπα στον εαυτό μου και άλλαξα ρούχα. Έβαλα της μπλε καλοκαιρινές πιτζάμες μου και έβγαλα την κόκκινη σπορτί τσάντα μου για να βάλω μέσα τα πράγματά που θα έπαιρνα μαζί μου αύριο. Έβαλα πρώτα, πρώτα τα ρούχα που μου έφερε η Χρυσάνθη και μετά ότι πιο ελαφρύ μπορούσα. Έπειτα έκλεισα την τσάντα μου και την άφησα δίπλα στο κρεβάτι μου.
«Το μόνο που θα μου λείψει είναι το σκειτ μου.» Είπα και πάλι λίγο πιο δυνατά από ότι έπρεπε και κάθισα για λίγο στο κρεβάτι μου. Έπειτα αποφάσισα να βγω λίγο έξω να πάρω λίγο αέρα. Έτσι όπως βγήκα παραλίγο να σκοτωθώ. Μπροστά στην μπαλκονόπορτα υπήρχε ένα σκέιτ μαύρο με κόκκινες φλόγες για σχέδιο και έμοιαζε πολύ ανθεκτικό. Πάνω είχε ένα χαρτί που έγραφε.
«Αυτό το σκέιτ δεν στο έδωσα αμέσως γιατί υπέθεσα πως θα χαρείς πιο πολύ μόλις αρχίσεις να αναπολείς για αυτό. Εγώ έχω την δυνατότητα να καταλαβαίνω τι λείπει από κάποιον, έτσι μόλις είπες πόσο θα σου λείψει το σκειτ σου, σου έστειλα αυτό το ιδικό για να μην στεναχωριέσαι. Άντε καλή επιτυχία για αύριο.
-Χρυσάνθη.»
Χαμογέλασα και πείρα μέσα το σκέιτ. Το έβαλα μέσα στην τσάντα μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Τελικά ήμουν όντως κουρασμένη και έτσι ο ύπνος δεν άργησε να με πάρει.
Εκεί που κοιμόμουν ένιωσα κάτι δροσερό να με ακουμπάει και να μου μιλάει. ‘Άνοιξα αργά τα μάτια μου και είδα τον Χρίστο να μου χαμογελάει. Αμέσως πετάχτηκα όρθια.
«Τι ώρα είναι?»
«Μην ανησυχείς έχουμε μισή ώρα ακόμα. Είναι 5 και μισή το πρωί.»
«Ευτυχώς. Σε ευχαριστώ που με ξύπνησες.»
«Άχου πότε θα το κόψεις αυτό το ευχαριστώ?» Είπε και με φίλησε τρυφερά.
«Άμα είναι να αντιδράς έτσι όποτε το λέω δεν θα το κόψω ποτέ.» Του είπα και γελάσαμε και οι δύο.
«Άντε ντύσου και φεύγουμε. Καλύτερα να βάλεις τα ιδικά ρούχα για να κάνεις εντύπωση μόλις φτάσουμε.» Είπε και μου έκλεισε το μάτι. Έπειτα βγήκε έξω για να με αφήσει να αλλάξω. Έβαλα γρήγορα τα ρούχα μου και τον φώναξα να έρθει μέσα.
«Λοιπόν, φεύγουμε?»
«Αν είσαι έτοιμη…»
«Είμαι, περισσότερο από ποτέ.»
«Οκ, τότε δώσε μου το χέρι σου.» Μου είπε και πείρε το χέρι μου στο δικό του. Ενώ με το άλλο του χέρι κράταγε την τσάντα του.
«Πείρες τα πράγματά σου?»
«Ναι.»
«Ωραία. Τώρα κλείσε τα μάτια σου και απλώς κράτα με γερά.» Μου είπε και έκανα αυτό ακριβώς. Έπειτα από λίγα λεπτά, ένιωσα πως όλος ο κόσμος τριγύρω μου στροβιλιζότανε, τα πόδια μου δεν πάταγαν στο έδαφος και νόμιζα πως θα πέσω, και το κεφάλι μου με πόναγε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να ανασάνω από τον πόνο. Κάποια στιγμή ένιωσα να πατάω κάπου στέρεα και αμέσως λιποθύμησα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα τριγύρω μου συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν κάτω από ένα πολύ περίεργο κόκκινο δέντρο που αντί για καρπούς τα λουλούδια του έβγαζαν θερμότητα. Πήγα να σηκωθώ και τότε είδα πως ένα από τα κλαδιά του δέντρου είχε δεθεί γύρω από το χέρι μου.
«Χρήστο.» Φώναξα τρομαγμένη και σε 1 λεπτό ο Χρήστος ήταν δίπλα μου. Έλυσε το κλαδί από το χέρι μου και με πείρε αγκαλιά.
«Χρήστο, που βρισκόμαστε. Και τι είναι αυτό… το δέντρο?»
«Βρισκόμαστε σε μία περιοχή στο νησί Αδιαφάνιον. Και αυτό το δέντρο είναι ιδικό για τέτοια ταξίδια σαν αυτό που κάναμε. Δίνει ενέργεια στα πλάσματα της φωτιάς σαν και εσένα ας πούμε. Την ώρα του ταξιδιού έχασες πολύ ενέργεια και έτσι μόλις φτάσαμε λιποθύμησες. Αυτό το δέντρο όμως σου έδωσε πάλι πίσω την ενέργεια που έχασες και έτσι μπορείς να σταθείς στα πόδια σου.» Μου είπε και με βοήθησε να σηκωθώ.
«Και πως λέγεται?»
«Φρίντι.» Μου είπε και εγώ τότε το πλησίασα και ακούμπησα και τα δύο μου χέρια στον γέρικο κορμό του. Αμέσως είδα κάτι σαν όραμα. 2 καβαλάρηδες που δεν έμοιαζαν με ανθρώπους αλλά με κάποιο παράξενο ζώο, άρπαξαν χωρίς να σταματήσουν τα άλογά τους, 1 μικρό αγόρι που καθόταν κάτω από το δέντρο και έπαιρνε ενέργεια. Τότε άκουσα μία φωνή να μου μιλάει μέσα στο κεφάλι μου.
«Πρέπει να σώσεις αυτό το αγόρι. Λέγεται Άνταμ. Τον πήρανε 2 Φλάγκορν την ώρα που ανανέωνε την ενέργειά του από εμένα. Σε ικετεύω πρέπει να τον βρεις και να τον βοηθήσεις. Τον έχουνε πάει στο κάστρο Φλόριντ. Κινδυνεύει. Εσύ είσαι η εκλεκτή, εσύ θα μας σώσεις όλους. Πρέπει, το λέει στην προφητεία.» Μόλις σταμάτησε η φωνή απομακρύνθηκα από το δέντρο.
«Πρέπει να τον σώσουμε.» Είπα αποφασιστικά στον Χρήστο καθώς προχοράγαμε.
«Ποιον?»
«Μην μου πεις πως δεν είδες το όραμα που μου έδειξε το δέντρο ή τουλάχιστον δεν άκουσες τι είπε?»
«Όχι. Ξέρεις μόνο όσοι έχουν πάρει ενέργεια από εκεί μπορούν να λάβουν κάποιο μήνυμα. Και επειδή εγώ είμαι νερό δεν γίνεται. Όπως και εσύ δεν γίνεται να πάρεις από κάποιο Σιντέλιουμ που είναι τα δέντρα που δίνουν ενέργεια σε άτομα σαν κι εμένα. Οπότε εξήγησε μου ποιον πρέπει να σώσουμε και από πού.»
«Ένα μικρό αγόρι, που λέγεται Άνταμ και κατέχει την φωτιά όπως εγώ. Το πήρανε 2 Φλάγκορν ενώ ανανέωνε την ενέργειά του και το έχουνε πάει στο κάστρο Φλόριντ. Το δέντρο μου είπε ότι είμαι η μόνη που μπορώ να το σώσω και θα το κάνω.»
«Εμ, ναι. Έχεις ιδέα ποιο είναι αυτό το αγόρι?»
«Όχι, μόνο πως είναι εξωτερικά και το όνομα του.» Του είπα και αμέσως μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα του μικρού αγοριού που πρέπει να ήταν γύρω στα 14 κάτω από το δέντρο. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια. Τώρα που το σκέφτομαι έμοιαζε πάρα πολύ στον Χρήστο, σαν να ήταν αδέρφια.
«Και πως ήταν εξωτερικά?» Μου είπε λίγο πιο απότομα.
«Σαν εσένα, μόνο που πρέπει να ήταν γύρω στα 14.» Και τότε η υποψία μου βγήκε πραγματική.
«Όχι! Ξέρεις ποιος είναι αυτός? Ξέρεις?» Μου είπε φωνάζοντας σχεδόν.
«Ηρέμισε.»
«Πώς να ηρεμίσω. Μου λες πως 2 Φλάγκορν πήρανε τον αδερφό μου όσο έλειπα και τον πήγανε στο Φλόριντ, και θέλεις να ηρεμίσω?»
«Σταμάτα, με τις φωνές δεν καταφέρνεις τίποτα. Ηρέμισε και εξήγησε μου πως είναι δυνατόν να έχεις αδερφό εκεί ενώ δεν είσαι από εδώ.
«Κάνεις λάθος Άρτεμης, από εδώ είμαι. Και εσύ και η Χρυσάνθη και ο Φαίδων αλλά και εγώ ήμαστε από εδώ. Αλλά η μητέρα σου και της Χρυσάνθης αποφάσισαν πως δεν ήθελαν αυτήν την ζωή για εσάς και γι αυτό πήγανε στην Γη λίγους μήνες πριν γίνεται ενός έτους. Πήραν μόνο εσάς γιατί μπορούσαν να κουβαλήσουν μόνο ένα άτομο. Και αυτός που αποκαλούσες πατέρα, δεν ήταν ο πατέρας σου, ούτε τις Χρυσάνθης ήταν ο δικός της. Εδώ βρίσκεται η οικογένειά σου Άρτεμης, όπως και η δικιά μου.» Είπε και με κοίταξε στα μάτια. Εγώ γονάτισα κάτω στο χώμα από το σοκ. Ώστε όλα ήταν ένα ψέμα. Την μισούσα που την μισούσα την μητέρα μου, τώρα την μισώ διπλά.
«Την μισώ.»
«Το έκανε για εσένα.»
«Ναι ε? Γεμίζοντάς με, με ψέματα.»
«Το έκανε γιατί έτσι πίστευε πως εξασφάλιζε το καλό σου.» Είπε και μου χαμογέλασε.
«Έλα πάμε.»
«Που, στον αδερφό σου?»
«Όχι, στον πατέρα σου και στα δικά σου αδέρφια. Μέτα μπορεί να πάμε και στον αδερφό μου.»
«Δεν υπάρχει μπορεί. Εγώ στο λέω, αυτό το αγόρι θα το σώσω να είσαι σίγουρος.» Του είπα και ξεκινήσαμε για το ‘σπίτι’ μου.
Μετά από αρκετές ώρες περπάτημα σε μια περιοχή σαν έρημο που είχε ελάχιστα δέντρα φτάσαμε μπροστά από ένα αρκετά μεγάλο και παράξενο κτήριο.
«Φτάσαμε.» Μου είπε και σταματήσαμε μπροστά από μία τεράστια πόρτα.
«Φτάσαμε που?»
«Στο σπίτι του πατέρα σου. Άντε πάμε μέσα.» Είπε και άνοιξε την πόρτα, έπειτα μπήκαμε μέσα και οι 2. Ήταν μία τεράστια αυλή με γκαζόν και πάρα πολλά δέντρα. Μόλις μπήκαμε μέσα, κατευθυνθήκαμε προς την κύρια είσοδο του κτιρίου και μπήκαμε μέσα. Ο Χρήστος άναψε το φως και τότε έπεσε με δύναμη πάνω του ένα μικρό κορίτσι που έκλεγε. Πρέπει να ήταν γύρω στα δεκατέσσερα και μου έμοιαζε πάρα πολύ. Ήταν ίδια εγώ πριν περίπου 2 χρόνια. Είχε μακριά καστανά μαλλάκια, καστανά μάτια (αν και τώρα ήταν κλαμένα) και ήταν αρκετά ψιλή για την ηλικία της. Μα πως ήταν δυνατό αυτό, αφού η μητέρα μου δεν έχει ξανάρθει εδώ, εδώ και 16 χρόνια, ή…
«Χρήστο, Χρήστο. Τους πιάσανε.»
«Ηρέμισε Ζωή και πες μας ποιους πιάσανε.» Της είπε και τότε εκείνη συνειδητοποίησε την παρουσία μου.
«Ποια είναι αυτή?» Ρώτησε κοιτώντας με απορημένη.
«Δεν την έχεις γνωρίσει, αλλά θα έπρεπε. Εμ, είναι η μεγαλύτερη αδερφή σου, η Άρτεμης.»
«Τι είμαι?»
«Τι είναι?» Είπαμε συγχρόνως.
«Αυτό που ακούτε και οι 2 σας. Λοιπόν, τώρα Ζωή, πες μου.» Τότε άρχισαν να ξεκαθαρίζουν όλα από το μυαλό μου. Γι αυτό έφευγε έτσι συχνά η μητέρα μου από το σπίτι και πάντα μου έλεγε ότι φεύγει για δουλειές, γι αυτό ποτέ δεν είχανε έρθει σε πιο κοντινή σχέση με τον ‘πατέρα μου’ ή πατριό μου ή όπως θέλετε πείτε το. Γιατί ερχότανε εδώ και είχε εδώ την ζωή της, μόνο από εμένα την είχε στερήσει.
«Ήρθανε 2 Φλάγκορν τα οποία είχανε και τον Άνταμ δεμένο , και πήρανε τον μπαμπά και την Αμάντα. Πριν 2 μέρες ακριβώς.» Είπε και ξέσπασε και πάλι σε αναφιλητά.
«Ηρέμισε Ζωή.» Της είπα και της χάιδεψα τα μαλλιά, εκείνη γύρισε και με κοίταξε.
«Της μοιάζεις τόσο πολύ.»
«Ποιας?»
«Της Αμάντας, είναι 15 χρονών ενώ εγώ είμαι 14, και εκείνη έτσι έχει κόψει το μαλλί της σαν και εσένα.»
«Να σε ρωτήσω κάτι?» Της είπα και εκείνη κούνησε απλώς το κεφάλι της.
«Πάμε καλύτερα πρώτα να κάτσουμε στο σαλόνι και μετά τα λέτε όλα, εξάλλου έχετε πολλά να πείτε.» Είπε ο Χρήστος και κατευθυνθήκαμε προς ένα άλλο δωμάτιο με καναπέδες και υπέθεσα πως αυτό ήταν το σαλόνι, έτσι εγώ κάθισα σε έναν από αυτούς και κάθισα αγκαλιά με τον Χρήστο.
«Η μητέρα μας, έρχεται συχνά εδώ?»
«Τον περισσότερο καιρό είναι εδώ.» Μου απάντησε εκείνη χαμογελαστά Είχα θυμώσει τόσο πολύ μαζί της, με άφηνε συνέχεια από μικρή μόνη μου, πάντα έμενε στο σπίτι μόνο 2 μέρες, και όποτε ερχόταν μου φώναζε πως της τρώω τα χρήματα που έφερνε από την δουλειά της, και πως για μένα λείπει τόσο καιρό. Και εγώ την καταλάβαινα, και έλεγα πως το έκανε για το καλό μου, και έφευγε για να μπορούμε να τα βγάζουμε πέρα. Πόσο λάθος έκανα.
Ξαφνικά η θερμοκρασία του σώματός μου είχε αρχίσει να γίνεται πολύ ζεστή και είχα κοκκινίσει ολόκληρη. Φυσικά αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο.
«Τι έπαθε?» Ρώτησε η Ζωή τον Χρήστο, ο οποίος με κοίταζε εμφανώς πολύ αναστατωμένος.
«Δεν ξέρω, αλλά είναι κατακόκκινη σαν να είναι έτοιμη να εκραγεί.»
«Είμαι, έτοιμη να εκραγώ γι αυτό.» Είπα μέσα από τα δόντια μου. «Θα βγω λίγο έξω να ηρεμίσω.» Είπα και έτρεξα γρήγορα έξω. Όντως ήμουν πάρα πολύ ζεστή και είχα κοκκινίσει. Προσπάθησα να ηρεμίσω και να σκεφτώ θετικά πράγματα μέχρι που τα κατάφερα. Τότε ένιωσα κάποιον να με αγκαλιάζει. Γύρισα και είδα την Ζωή.
«Γεια.» Μου είπε και έκατσε δίπλα μου.
«Γεια, δεν κάηκες.»
«Όχι, γιατί είμαι και εγώ της φωτιάς. Συγνώμη για πριν.»
«Δεν φταις εσύ.»
«Ξέρω, μου είπε ο Χρήστος. Κοίτα, δεν ήξερα, ποτέ δεν μας είχε πει πως σε άφηνε μόνη και πως δεν ήξερες, μας έλεγε πως μας μισείς και πως δεν θες να μας βλέπεις στα μάτια μας, και πως γι αυτό δεν ερχόσουν μαζί της.»
«Δεν ήξερα καν πως έχω αδέρφια. Νόμιζα πως είχα άλλον πατέρα, και όταν έφευγε μου έλεγε πως έφευγε για δουλειά. Όποτε όμως ερχόταν το μόνο που έκανε ήταν να μου φωνάζει. Κοίτα το ξέρω πως είναι και δικιά σου μητέρα, όμως εγώ δεν την αγαπάω, όπως δεν με αγαπάει και αυτή. Για την ακρίβεια, την μισώ.»
«Ούτε εγώ την συμπαθώ Άρτεμης, γιατί βαθιά μέσα μου ήξερα πως μας έλεγε ψέματα. Το μόνο άτομο μέσα σε αυτό το σπίτι που την αγαπάει είναι ο πατέρας, τον οποίο δεν ξέρω αν θα τον ξαναδώ.» Μου είπε και καυτά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Εγώ τότε γύρισα προς το μέρος της και την ανάγκασα να με κοιτάξει στα μάτια.
«Σου υπόσχομαι, πως ότι και να γίνει θα τους σώσω. Να το ξέρεις. Θα τους σώσω, ακόμα και αν χρειαστεί να πεθάνω.» Της είπα και την αγκάλιασα σφιχτά.
«Σε ευχαριστώ. Λοιπόν έλα πάμε μέσα που μας περιμένει και ο Χρήστος.» Μου είπε και με τράβηξε απαλά να την ακολουθήσω. Μόλις μπήκαμε μέσα εγώ έτρεξα και χώθηκα στην αγκαλιά του Χρήστου.
«Συγνώμη για πριν.»
«Με τρόμαξες.» Μου είπε και με φίλησε στα μαλλιά χωρίς να με αφήσει από την αγκαλιά του.
«Συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη.» του είπα και τράβηξα το πρόσωπό του για να τον φιλήσω.
«Γκούχου, γκούχου. Εμμμ συγνώμη αν ενοχλώ αλλά υποθέτω πως η Άρτεμης θέλει λίγο βοήθεια με το πώς να χειρίζεται τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις χρησιμοποιεί από μικρή όπως εγώ. Και αυτό φάνηκε και από πριν που…»
«Εμ, ναι, οκ. Όντως χρειάζομαι λίγη βοήθεια, χθες ο Χρίστος μου έδειξε τα βασικά αλλά…»
«Αλλά μην φλυαρείς, και ακολούθα με. Χρήστο έλα και εσύ για, να… σώσεις οτιδήποτε τυχόν χρειαστεί σβήσιμο.» Είπε και κατευθύνθηκε προς ένα δωμάτιο. Εγώ και ο Χρίστος την ακολουθήσαμε σιωπηλοί, αλλά μόλις μπήκα μέσα στο δωμάτιο, έμεινα.
«Δεν το πιστεύω.» Είπα ενώ είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα. Ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο το οποίο ήταν, πώς να το πω, φτιαγμένο από λάβα. Είχε μέχρι και κρεβάτι από λάβα. Περιττό να πω πως ήταν γεμάτο από δέντρα Φρίντι. Φυσικά στο δωμάτιο δεν μπήκε ο Χρήστος αλλά κάθισε από έξω και μας κοιτούσε. Η Ζωή, αν και μικρότερη από εμένα, ήξερε τα πάντα. Μου έμαθε πώς να στοχεύω σε ένα σημείο. Πώς να στέλνω με οποιοδήποτε σχήμα ήθελα την φλόγα, πώς να δημιουργώ λάβα, πώς να ελέγχω μια φωτιά που ήδη υπήρχε και φυσικά πώς να ελέγχω τον θυμό μου ώστε να μην παραφέρομαι. Όταν τελειώσαμε ήμουν κυριολεκτικά ένα πτώμα, βγήκα από το δωμάτιο και σερνόμουν κανονικά. Ο Χρήστος με οδήγησε σε ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι στο οποίο με ξάπλωσε, και για πρώτη φορά σε όλη μου την ζωή ο ύπνος με πείρε αμέσως. Όταν ξύπνησα το πρωί, είδα τον Χρήστο δίπλα μου να μου χαμογελάει.
«Καλημέρα.» Του είπα νυσταγμένη.
«Καλό βράδυ να λες, ξέρεις πόσες ώρες κοιμάσαι?»
«Ωχ, για πες, πόσες?»
«Μμμμ, γύρω στις 17, είχα πραγματικά αρχίσει να ανησυχώ. Έπεσες για ύπνο εχτές στις έξι το μεσημέρι και τώρα είναι 11 το βράδυ αλλά τις άλλης μέρας.»
«Δεν σε πιστεύω.» Είπα και ανακάθισα στο κρεβάτι.
«Κι όμως, στο είχα πει πως όταν έρθουμε εδώ θα είσαι τόσο κουρασμένη που θα παρακαλάς για ύπνο.»
«Η Ζωή που είναι?»
«Πριν λίγο σηκώθηκε και σε περιμένει για το σημερινό σου μάθημα.» Είπε και μου χαμογέλασε πονηρά.
«Όχι.» Δυσανασχέτησα αλλά χωρίς να πω τίποτα σηκώθηκα όρθια.
«Να σου πω, με βοηθάς λίγο?»
«Σε τι ακριβώς?» Είπε και με αγκάλιασε.
«Θα έλεγα στο να το σκάσω από την Ζωή αλλά επειδή αυτό είναι αδύνατο θα σου ζητούσα να μου ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο.» Του είπα και του χαμογέλασα. Δεν πρόλαβα να πάρω μία ανάσα και με είχε κάνει λούτσα. Εκείνος εν τω μεταξύ είχε σκάσει στα γέλια.
«Έι, λίγο σου ζήτησα και στο πρόσωπο, εσύ όμως έκανες ακριβώς το αντίθετο.» Είπα και του έριξα μια δολοφονική ματιά. Αμέσως σοβάρεψε.
«Πάω στην Ζωή.» Του είπα και έφυγα με ψιλά το κεφάλι από το δωμάτιο. Όταν έφτασα στο άλλο δωμάτιο, το δωμάτιο της φωτιάς όπως μου είχε πει η Ζωή ότι το έλεγε, είδα την μικρή μου αδερφή να τρέχει γύρω γύρω και να προσπαθεί να πετύχει κάτι κινούμενους στόχους. Μόλις με είδε, ήρθε προς το μέρος μου και με αγκάλιασε, έπειτα αρχίσαμε πάλι την ‘προπόνηση’ αυτό γινόταν κάθε μέρα, όμως όσο πιο πολύς καιρός περνούσε, τόσο πιο πολύ το συνήθιζα και κουραζόμουνα λιγότερο. Μετά από ένα μήνα σχεδόν, ήμουν έτοιμη.
«Λοιπόν, είσαι έτοιμη, τώρα τα ξέρεις όλα.» Μου είπε η Ζωή και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Τέλεια, τι θα λέγατε τότε να ξεκινάγαμε για το Φλόριντ?» Τους είπα και χαμογέλασα.
«Δεν είναι και άσχημη ιδέα, πάω να ετοιμάσω τα άλογα.» Είπε η Ζωή και βγήκε έξω από το σπίτι.
«Τα άλογα, ποια άλογα?» Ρώτησα απορημένη τον Χρίστο.
«Το σπίτι έχει και στάβλο, αλλά εσύ δεν πρόλαβες να τον δεις.»
«Οκ, αλλά δεν έχω ιδέα από ιππασία.»
«Χα, και ποιος σου είπε πως είναι αναγκαίο αυτό?»
«Όλοι οι καβαλάρηδες στην γη.»
«Ναι, γιατί αυτοί έχουν τα απλά άλογα. Ενώ εμείς…» Δεν πρόλαβε να συνεχίσει γιατί ακούστηκε ένα χλιμίντρισμα. Βγήκαμε γρήγορα έξω και είδαμε 3 πανέμορφα ψηλά άλογα να μας περιμένουν. Τα δύο, ήταν κόκκινα και καθώς ξεφυσούσαν έβγαζαν φωτιά, ενώ το 3ο ήταν γαλάζιο και μπορούσε να βγάλει από το στόμα του έναν ολόκληρο πίδακα νερού.
«Λοιπόν, αυτός είναι ο Ρένο, Αυτός είναι ο Σλάγκορν, και αυτή είναι η Ζόζελ.» Είπε η Ζωή και μας έδηξε αντίστοιχα, πρώτα το 1ο κόκκινο άλογο, μετά το δεύτερο και τέλος το γαλάζιο άλογο.
«Ωραία.» Είπα ενώ ο Χρήστος είχε ανέβει κιόλας πάνω στην Ζοζέλ.
«Εσύ θα ανέβεις πάνω στον Ρενό.»
«Μα είναι το ποιο μεγάλο.» Είπα εγώ και το κοίταξα με ορθάνοιχτα μάτια.
«Και εσείς δεσποσύνη μου είστε η ποιο δυνατή και από τους 3 σας και συγκεκριμένα σας αναφέρει και στην προφητεία.» Είπε ο Ρένο και τα μάτια μου άνοιξαν ακόμα πιο πολύ.
«Μιλάς?»
«Εννοείτε πως μιλάω, όλα τα άλογα εδώ μιλάνε για να μπορούν να συνεννοούνται με τον καβαλάρη τους. Και επίσης όλα τα άλογα έχουν πάντα μόνο έναν καβαλάρη, δηλαδή μόνο έναν άνθρωπο που μπορούν να εμπιστευτούν απόλυτα, βέβαια μπορούν να τους καβαλικέψουν και άλλοι αλλά δεν θα μπορούν να συνεννοηθούν.»
«Μα καλά, τι λέτε εσείς οι δύο τόσην ώρα.» Μας ρώτησε η Ζωή που αυτήν την στιγμή βρισκόταν πάνω στον Σλάγκορν.
«Μα καλά δεν ακούς?»
«Όχι ακούω μόνο ότι λες εσύ δεν μπορώ να ακούσω τι λέει ο Ρένο γιατί δεν είμαι ο καβαλάρης του. Άντε ανέβα και φύγαμε.» Είπε και εγώ κατευθύνθηκα προς τον Ρένο.
«Δεν έχω ανέβει ποτέ στην ζωή μου σε άλογο.» Του είπα και τον κοίταξα αγχωμένη.
«Κανένα πρόβλημα θα σου εξηγήσω εγώ πως, Θα βάλεις το δεξί σου πόδι στον έναν αναβολή και θα δώσεις ώθηση με το άλλο έτσι ώστε να ανέβεις.» Μου είπε και εγώ έκανα αμέσως αυτό που είπε.
«Έτσι μπράβο. Τώρα κράτα με από τα χαλινάρια. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να σκεφτείς που θέλεις να πάμε ή να μου το πεις δυνατά, και εγώ θα το κάνω.» Είπε ξανά και χλιμίντρισε χαρούμενα.
«Λοιπόν, έτοιμη?» Με ρώτησε ο Χρήστος.
«Πανέτοιμη. Αλλά ξέρει κανείς σας πως θα πάμε εκεί?»
«Όχι, εσύ θα μας οδηγήσεις.» Είπε χαμογελαστή η Τζούλια.
«Τι? Μα δεν έχω ιδέα.»
«Ναι μα τι σόι ένστικτο έχεις.» Είπε ο Χρήστος και μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
«Ωραία λοιπόν.» Είπα και συνέχισα στο μυαλό μου. ‘Ρένο όλο ευθεία’ Τότε ξεκινήσαμε προς την έξοδο της αυλής. Μόλις βγήκαμε έξω είπα.
«Δεξιά.»
«Σε πειράζει επειδή έχω πιαστεί τόσο καιρό στον στάβλο, αν ρίξω έναν καλπασμό?»
«Κανένα πρόβλημα.» Είπα εγώ λίγο φοβισμένα.
«Ωραία, κρατήσου γερά.» Μου είπε και άρχισε να τρέχει, μας ακολουθούσανε και ο Χρήστος με την Τζούλια από πίσω, μέχρι που κάποια στιγμή ο Χρήστος ήρθε δίπλα μου.
«Μια χαρά τα πας.»
«Ναι?» Προσπάθησα να του πω γιατί μου είχε κοπεί η ανάσα.
«Καλά ε, με δουλεύεις, ξέρεις μηχανή και σούζες και φοβάσαι την ιππασία?» Αμέσως μόλις είπε μηχανή έσκυψα το κεφάλι γιατί μου θύμιζε τον Αντώνη.
«Τέλος πάντων, η Ζωή έχει πάρει όλα τα πράγματα?»
«Ναι, ναι.»
«Ωραία. Σε λίγο θα σταματήσουμε για να πάτε εσύ και η Ζωή να αλλάξετε και να βάλετε τις ιδικές στολές σας, εγώ μέχρι να αλλάξετε θα πάρω λίγο το σκέιτ να δω πόσο μακριά βρίσκετε το κάστρο.»
«Οκ, έγινε.» Συνεχίσαμε για λίγο πηγαίνοντας ευθεία μέχρι που κάποια στιγμή είδα ένα ιδανικό μέρος για να σταματήσουμε, ήταν γεμάτο δέντρα Έτσι είπα στα παιδιά να κάνουμε εδώ στάση. Μόλις σταματήσαμε, κατέβηκα από τον Ρένο και η Ζωή μου έδωσε το σκέιτ που μου είχε φέρει η Χρυσάνθη, τι να έκανε άραγε η Χρυσάνθη? Ήταν καλά, ή κινδύνευε? Δεν είχα ιδέα, όμως κάτι μου έλεγε πως θα την έβλεπα σύντομα.
Ανέβηκα πάνω στο σκέιτ μου και έφυγα με τεράστια ταχύτητα χωρίς να κάνω θόρυβο. Κάποια στιγμή άκουσα ομιλίες, σταμάτησα το σκέιτ όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και κατευθύνθηκα προς τα εκεί που ακουγόντουσαν οι ομιλίες, κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο και είδα τον Φαίδων και την Χρυσάνθη. Τώρα κατάλαβα γιατί τόσα δέντρα, αυτήν την στιγμή η Χρυσάνθη έκανε την εκπαίδευσή της, όμως δεν φαινόταν καθόλου χαρούμενη σε αντίθεση με τον Φαίδων.
«Όχου, ρε Φαίδωνα δεν αντέχω άλλο, με εκπαιδεύεις σαν να είμαι κανένα υπάκουω σκυλάκι, για να σκοτώσω την κοπέλα που έχω σαν αδερφή μου, και γιατί? Γιατί μία κολοπροφητεία το λέει. Ξέρεις κάτι δεν με ενδιαφέρει τι λέει αυτή η προφητεία, γιατί ότι λέει είναι λάθος, εκτός από το κομμάτι του ότι θα γίνει μία μάχη. Φαίδωνα εγώ δεν έχω κακία μέσα μου και δεν νιώθω και τίποτα για σένα παρά μόνο μίσος, άφησέ με να φύγω.» Του είπε και παρατήρησα πόσο πολύ θυμωμένη ήταν.
«Περίμενε να ασχοληθώ πρώτα με μία παρείσακτη που μας κατασκοπεύει και θα τα πούμε μετά οι 2 μας.» Είπε και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου.
«Τώρα θα δεις.» Μου είπε και με τα χέρια του δημιούργησε έναν ανεμοστρόβιλο, όμως εγώ αναπήδησα ξαφνικά την ώρα που με πλησίαζε και του έριξα μία μπάλα φωτιάς στο κεφάλι που τον έριξε κάτω.
«Αυτή η μάχη δεν είναι για να γίνει αυτήν την στιγμή Φαίδων αλλά θα γίνει, πίστεψέ με, και δεν θα είμαι εγώ η χαμένη.» Του είπα και κάνοντας κάποιες αέρινες κινήσεις απομακρύνθηκα από κοντά τους.
«Περίμενε.» Άκουσα την Χρυσάνθη να μου φωνάζει και την ένιωσα να με κρατάει από το μπράτσο.
«Άουτς, είσαι πολύ ζεστή.»
«Ναι, το έχω αυτό.» Της είπα απότομα.
«Γιατί είσαι απότομη μαζί μου.»
«Πίστεψέ με Χρυσάνθη θέλω όσο τίποτε άλλο να μην υπάρχει έχθρα μεταξύ μας, αλλά δεν νιώθω ακόμη έτοιμη να σε εμπιστευτώ.» Της είπα και κατευθύνθηκα προς το σημείο που είχα αφήσει το σκέιτ.
«Κοίτα, εγώ να ξέρεις πως δεν θέλω να είμαι με την μεριά των κακών, αλλά άμα εσύ δεν με θες μαζί σου, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.»
«Χρυσάνθη, κάποια στιγμή θα ξαναγίνει αυτή η συζήτηση μέχρι τότε βοήθησε τον Φαίδων να συνέλθει γιατί του ήρθε κάπως απότομα η μπάλα φωτιάς στο κεφάλι και συνέχισε να είσαι μαζί του. Άμα πραγματικά θες να έρθεις μαζί μου, το ένστικτό σου θα σε οδηγήσει. Α και ευχαριστώ πολύ για το σκειτ.» Είπα και ανέβηκα πάνω στο σκέιτ και έφυγα τρέχοντας προς το σημείο που βρισκόταν η Ζωή και ο Χρήστος. Τώρα φορούσε ένα γαλάζιο φορμάκι που τον έκανε πιο ευέλικτο και ήταν αδιάβροχο.
«Χρήστο έλα να σου πω.» Του είπα και τον τράβηξα πιο πέρα.
«Μην νομίζεις πως η μικρή δεν θα μας ακούσει, έχει βιονικό αυτί.» Είπε και γέλασε.
«Το άκουσα αυτό.» Ακούσαμε την Τζούλια να φωνάζει.
«Τι σου είπα.» Είπε και μου έκλεισε το μάτι.
«Υπνώτισέ την να το απενεργοποιήσει τι να σου πω.» Του είπα έτοιμη να σκάσω στα γέλια αλλά σοβάρεψα αμέσως.
«Κι αυτό το άκουσα.» Την ακούσαμε πάλι να φωνάζει.
«Ε μην κρυφακούς τι να σου πω. Επειδή το χάρισμά σου, τι χάρισμα κατάρα είναι, είναι να ακούς μέχρι χίλια μίλια μακριά δεν θα μας βγάλεις την ψυχή, μην κρυφακούς, γιατί θα αναγκαστώ να κάνω αυτό που είπε η Άρτεμης.»Είπε ο Χρήστος.
«Καλάαααα.»
«Πες μου.»
«Λοιπόν…» Είπα και του αφηγήθηκα ότι έγινε πριν λίγα λεπτά.
«Δεν το πιστεύω, αυτό είναι ανήκουστο.»
«Είσαι σίγουρος πως μόνο αυτό έλεγε η προφητεία?»
«Όχι, έχει και μια δεύτερη σελίδα που έχει χαθεί εδώ και έναν αιώνα.»
«Τότε να κάτι ακόμα που πρέπει να κάνουμε, να βρούμε την δεύτερή της σελίδα.» Είπα και του χαμογέλασα πλατιά.
«Είναι αδύνατο.» Είπε και κούνησε απογοητευμένα το κεφάλι του. «Έλα πάμε τώρα γιατί πρέπει να συνεχίσουμε αν θέλουμε να φτάσουμε στο Φλόριντ πριν νυχτώσει.» Είπε και με τράβηξε από το χέρι. Όταν φτάσαμε στο σημείο που είχαμε αφήσει τα άλογα με έκπληξη ανακαλύψαμε πως έλειπε η Ζωή.
«Που είναι η Ζωή?» Ρώτησα αγχωμένη τον Χρήστο.
«Που θες να ξέρω.»
«Ρένο, που είναι η Τζούλια?» Είπα και έτρεξα προς το άλογό μου που είχε κατεβασμένο το κεφάλι του.
«Ρένο.»
«Την πιάσανε. Την πάνε στο Φλόριντ. Εγώ με τον Σλάγκορν και την Ζόζελ κρυφτήκαμε για να μην πάρουν χαμπάρι και εσάς, όμως την πιάσανε.»
«Όχι.» Φώναξα και ανέβηκα με ένα σάλτο πάνω στον Ρένο. «Δεν θα την πάρουν και αυτήν. Φεύγουμε τώρα.»
«Και ο Σλάγκορν?» Με ρώτησε ο Ρένο.
«Ρώτησε τον αν μπορεί να επιστρέψει μόνος του προς το σπίτι.»
«Εμ σε ακούει, απλώς εσύ δεν μπορείς να ακούσεις τι λέει.» Μου είπε και μετά από λίγα λεπτά συνέχισε. «Λέει πως ξέρει αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει χωρίς την Ζωή και πως θα έρθει μαζί μας.»
«Καλά τότε, να φροντίσει να μην χαθεί.» Είπα και έπειτα στράφηκα στον Χρήστο. «Φεύγουμε.»
«Που πάμε?»,
«να σώσουμε την Ζωή και τους υπολοίπους.»
«Γιατί που είναι η Ζωή?»
«Στο Φλόριντ.»
«Στο Φλόριντ?»
«Ναι.» Είπα μέσα από τα δόντια μου και έδωσα ώθηση στον Ρένο να ξεκινήσει.
Μετά από πάρα πολλές ώρες, λίγο πριν νυχτώσει είδαμε μπροστά μας το επιβλητικό κάστρο. Ήταν φτιαγμένο όλο από πάγο, έτσι θα μπορούσα εύκολα να μπω μέσα.
«Έχεις κανένα σχέδιο?» Με ρώτησε ο Χρήστος μόλις κατέβηκα από τον Ρένο.
«Φυσικά. Μόλις νυχτώσει θα κάνω μια τρύπα στην άκρη του κάστρου και θα μπω μέσα, εσύ μετά θα την ξανά παγώσεις και θα με περιμένεις εδώ ακριβώς.
«Μέχρι το θέμα της τρύπας μια χαρά, από εκεί και πέρα, Α-ΠΟ-ΚΛΕΙ-Ε-ΤΑΙ. Δεν θα μπεις μόνη σου μέσα που να σκάσεις.»
«Κι όμως θα μπω, δεν με ενδιαφέρει τι λες αλλά εσύ δεν θα μπεις μέσα.»
«Είσαι τρελή?» Μου φώναξε και με έπιασε από το χέρι. Αμέσως κρύο με διαπέρασε και του έστειλα πίσω με φόρα θερμότητα που τον έκαψε και έτσι αναγκάστηκε να απομακρυνθεί.
«Αν καταλάβουν πια είσαι…»
«Μα δεν θα καταλάβουν.»
«Και πως είσαι τόσο σίγουρη?»
«Μα οι μόνοι που ξέρουν πια είμαι είναι εσύ ο Φαίδων η Χρυσάνθη η Τζούλια και φυσικά τα άλογα.» Του είπα περιφρονητικά.
«Και που ξέρεις πως δεν είναι εκεί μέσα ο Φαίδων?»,
«όχου το πολύ, πολύ να με κλείσουν και εμένα μέσα και εγώ να το σκάσω.»
«Και πως θα το σκάσεις?»
«Πολλές ερωτήσεις κάνεις. Εγώ πάω, αν θες να με βοηθήσεις έλα, αλλά δεν θέλω να ακούσω κιχ.» Του είπα και κατευθύνθηκα προς το πίσω μέρος του κάστρου. Τότε τον ένιωσα να με τραβάει απότομα προς το μέρος του και να κολλάει όλο μου το σώμα στο δικό του.
«Συγνώμη αγάπη μου απλώς δεν θέλω να πάθεις τίποτα.» Μου είπε και με φίλησε.
«Δεν θα πάθω μην ανησυχείς.» Είπα και απομακρύνθηκα. Μόλις έφτασα στην πίσω μεριά του κάστρου ακούμπησα με τα δύο μου χέρια τον πάγο και άνοιξα μια μικρή τρύπα έτσι ώστε να χωράω ίσα-ίσα. Μόλις μπήκε μέσα και ο Χρήστος την πάγωσε πάλι και ήταν σαν να μην είχε ανοίξει ποτέ.
«Τι χαζοί που είναι, έτσι θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να μπει χωρίς να τους πάρει είδηση κανείς.»
«Βασικά, δεν περίμεναν ποτέ πως κάποιος που είναι φωτιά και κάποιος που είναι νερό θα συνεργάζονταν.» Μου είπε και μου χαμογέλασε πλατιά. Κάποια στιγμή ακούσαμε βήματα.
«Κρύψου» μου ψιθύρισε ο Χρήστος αλλά ήταν αργά. 2 χέρια με έπιασαν από τους ώμους και όσο και να προσπαθούσα να τους κάψω δεν τα κατάφερνα. Κάποια στιγμή μίλησε ο ένας άντρας από τους 2 που με κουβαλούσαν.
«Άδικα προσπαθείς ομορφούλα, δεν θα μας κάψεις με τίποτα.» Εγώ δεν απάντησα.
«Καλά, μην μιλάς γλύκα, σε λίγο όμως θα παρακαλάς να σε αφήσουμε.» Εγώ όμως και πάλι δεν μίλησα.
«Να την πάμε στον Φαίδωνα, τι λες?» Είπε ο άλλος.
Τότε ήταν που για πρώτη φορά τρομοκρατήθηκα. Αν με πήγαιναν στον Φαίδων ήμουν χαμένη. Θα τους έλεγε πια ήμουν και θα με σκότωναν επιτόπου.
«Όχι ρε, και να μας φάει το γκομενάκι? Άσε, ας την πάμε καλύτερα στον Τρόι και θα μας πει αυτός τι να την κάνουμε, που ξέρεις μπορεί να μας αφήσει να την κάνουμε ότι θελήσουμε.» Είπε ο πρώτος άντρας και κοίταξε τον δεύτερο πονηρά.
Ίου σιχάματα. Έτσι αλλάξανε κατεύθυνση και μπήκανε μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο που βρόμαγε σαπίλα. Νόμιζα πως θα πάθαινα ασφυξία αλλά δεν είπα τίποτα.
«Τρόι κοίτα τι σου φέραμε.» Είπε ο ένας και με πέταξε στα πόδια ενός ψηλού μελαχρινού άντρα με κόκκινα μάτια.
«Ω γλυκούλα είναι» Είπε και έσκυψε και με έπιασε από το πρόσωπο για να με περιεργαστεί. Εγώ τότε γύρισα και του δάγκωσα το δάχτυλο.
«Και άγρια.» Είπε και σηκώθηκε.
«Πως σε λένε μικρή?»
«Όπως γουστάρω.» Είπα κοιτάζοντάς τον με απέχθεια.
«Λοιπόν άκου εδώ ή θα μου πεις ή…»
«Ή τι ρε φίλε, θα με σκοτώσεις? Για τόλμα.» Του είπα και του έφτυσα τα πόδια.
«Κλείστε την στο μπουντρούμι τώρα.» Είπε και βγήκε βιαστικά από την αίθουσα.
«Άλλη φορά να είσαι πιο ευγενική.» Μου είπε ο ένας και πήγε να με πιάσει από το μπράτσο. Εγώ τότε γύρισα και του έριξα μία κλοτσιά στο πρόσωπο, και πρόλαβα να δω αίμα να βγαίνει από την μύτη του. Πήγα να τρέξω αλλά με σταμάτησε ο άλλος που με τράβηξε και με πέταξε με δύναμη στο πάτωμα. Εγώ χωρίς να νιώσω ίχνος πόνου, σηκώθηκα απότομα και πέταξα μία φωτιά σε αυτόν που με είχε χτυπήσει, όμως αυτός με μία επιδέξια κίνηση την απέφυγε και τότε ένιωσα κάτι να με τσιμπάει στο μπράτσο μου, και σιγά, σιγά όλα γύρω μου χάθηκαν. Το μόνο που έβλεπα πια ήταν μαύρο, μαύρο και μόνο μαύρο. Άβυσσος.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου ένιωσα κάποιον πάνω από το κεφάλι μου, ή μάλλον τον άκουσα.
«Ζωή, Ζωή, ξυπνάει, έλα εδώ.» Άκουσα μια αγορίστικη φωνή να φωνάζει. Εγώ ενστικτωδώς πετάχτηκα όρθια και πήρα θέση μάχης, τότε είδα την Ζωή να έρχεται και να με αγκαλιάζει με δύναμη.
«Νόμιζα πως δεν θα ξυπνούσες ποτέ.» Μου είπε και με κοίταξε χαμογελαστά.
«Ωχ, πόσο?»
«Πόσο τι?»
«Πόση ώρα ήμουν τέζα?»
«Μμμ, πρέπει να είσαι γύρω στις 2 μέρες.»
«2 ΜΕΡΕΣ?»
«Ναι μην φωνάζεις. Σε είχαν καρφώσει με Ζάγκρι.»
«Τι είναι πάλι τούτο?»
«Κάτι σαν ηρεμιστικό.» Πετάχτηκε το αγόρι. Τότε το κοίταξα και συνειδητοποίησα πως ήταν ο Άντον.
«Λοιπόν, δεν μου λες, τι δουλειά είχες μόνη σου εδώ μέσα στο κάστρο.» Με ρώτησε η μικρή μου αδερφή.
«Βασικά ήταν και ο Χρήστος μαζί μου, ενώ εγώ δεν ήθελα, γιατί το σχέδιο μου ήταν από την αρχή να με έπιαναν και να με έφερναν στο ίδιο κελί με εσάς.»
«Και γιατί αυτό.»
«Για να σώσω εσένα και τον Άντον.» Είπα και της έδειξα με το χέρι μου το αγόρι που με κοίταζε σαστισμένο.
«Που ξέρεις το όνομά μου.»
«Σε είδα σε ένα όραμα που μου έστειλε ένα Φρίντι. Και επίσης είσαι ο αδερφός του Χρήστου.»
«Πλάκα μου κάνεις, γι αυτόν τον Χρήστο μίλαγες? Είναι ο Χρήστος εδώ?»
«Μάλλον.» Του απάντησα και ανασήκωσα τους ώμους μου.
«Και εσύ πια είσαι?» Με ρώτησε καχύποπτα, ναι, σίγουρα ήξερε πως ο αδερφός του ήταν με αυτήν από την προφητεία, αλλά όπως όλοι δεν θα του πέρναγε από το μυαλό πως ήμουν εγώ.»
«Με λένε Άρτεμης, είμαι αδερφή της Ζωής και είμαι η κοπέλα του αδερφού σου.»
«Βασικά είναι και η…» Πήγε να πει Ζωή αλλά τις έκλεισα το στόμα.
«Αν δεν θες να μπλέξουμε χειρότερα βούλωστο, δεν θα πεις τίποτα γι αυτό μέχρι να φύγουμε, και νομίζω πως ο Άντον κατάλαβε ποια είμαι.» Είπα και τράβηξα το χέρι μου.
«Ωραία, Άρτεμης, λοιπόν, πια είναι η φαϊνή σου ιδέα?»
«Μισό λεπτό να συμβουλευτώ έναν φίλο και έρχομαι.» Της είπα και ξάπλωσα κάτω. Είχα όντως μία ιδέα αλλά έπρεπε οπωσδήποτε να μάθω την γνώμη του Αντώνη, να έβλεπα αν συμφωνούσε, ή αν όχι να μου έδινε κάποια άλλη ιδέα.
Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και προσπάθησα να απομακρύνω τις φωνές του Άντον και της Ζωής που αναρωτιόντουσαν τι έκανα. Πράγμα αδύνατο, έτσι πετάχτηκα ξαφνικά όρθια με αποτέλεσμα να τους τρομάξω.
«Μπορείτε να μην μιλάτε λίγο? Θα σας πω μετά, αλλά προς το παρόν κλείστε το στόμα σας.» Τους είπα και ξανά ξάπλωσα αφήνοντάς τους να με κοιτάνε απορημένοι. Μετά από λίγη ώρα είδα τον Αντώνη να κατευθύνεται προς το μέρος μου.
«Τι έγινε πάλι?» Μου είπε και προσπάθησε να αστειευτεί.
«Τίποτα το σημαντικό, είμαι απλώς κλεισμένη σε μια φυλακή και αναρωτιέμαι αν θα ήταν καλύτερο να ζητήσω από την Χρυσάνθη να με βγάλει από εδώ ή όχι.»
«Γιατί να ζητήσεις από την Χρυσάνθη, αυτή δεν υποτίθεται πως είναι εχθρός σου?»
«Υποτίθεται αλλά…» Είπα και του εξήγησα ότι είχε γίνει στο δάσος, και πως βρέθηκα στην ‘‘φυλακή’’.
«Κοίτα, εγώ πιστεύω πως καλύτερα θα ήταν να περιμένεις να δεις αν θα κάνει κάτι αυτή και μετά…»
«Μετά τι ρε Αντώνη, δεν έχω πολύ χρόνο.»
«Τότε ναι να ζητήσεις βοήθεια από την Χρυσάνθη, αλλά πως θα το κάνεις?»
«Θα σκεφτώ πόσο πολύ θέλω να την δω, έχει βλέπεις το χάρισμα να καταλαβαίνει τι θέλουν πάρα πολύ κάποιοι άνθρωποι, και θα έρθει να με βρει, ελπίζω.»
«Καλά, καλή τύχη λοιπόν.» Μου είπε και εξαφανίστηκε.
Πετάχτηκα αλαφιασμένη μόλις άκουσα κάτι θορύβους στην πόρτα. Τα μικρά κοιμούνταν. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί από όπου ερχόταν ο θόρυβος και κατάλαβα πως αυτός ο θόρυβος πρέπει να ήταν κλειδιά.
«Άρτεμης είσαι μέσα?» Άκουσα την Χρυσάνθη να ψιθυρίζει αρκετά δυνατά όμως για να την ακούσω.
«Χρυσάνθη εσύ είσαι?»
«Ναι, κάνε άκρη μπαίνω.» Μου είπε και άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Αμέσως έπεσε στην αγκαλιά μου και με έσφιξε δυνατά.
«Είσαι καλά?»
«Ναι, ναι μια χαρά.» Της είπα για να την ησυχάσω.
«Ένιωσα πως ήθελες να βγεις από εδώ και έτσι κατάλαβα ότι βρίσκεσαι εδώ κλεισμένη.»
«Ευχαριστώ.»
«Έλα πάμε να φύγουμε.» Μου είπε και με τράβηξε από το χέρι.
«Περίμενε, πρέπει να πάρουμε και τα μικρά, και βρίσκετε εδώ και ο.. εμ ο πατέρας μου και η άλλη μου αδερφή.» Της είπα και την τράβηξα από το χέρι.
«Εντάξει, ξύπνα τα μικρά. Ξέρω που είναι οι άλλοι 2, Θα τους φέρω εδώ σε 2 λεπτά.» Μου είπε και εξαφανίστηκε κλείνοντας πίσω της την πόρτα.
Κατευθύνθηκα προς την μεριά της Ζωής, κοιμόταν τόσο γαλήνια, δεν ήθελα να την ξυπνήσω όμως έπρεπε.
«Ξύπνα γλυκιά μου, πρέπει να φύγουμε.» Της είπα και την φίλησα στο μάγουλο.
«Τι είπες? Να φύγουμε? Δηλαδή δεν ήταν όνειρο η συζήτηση που άκουσα?»
Έχεις και βιονικό αυτί τρομάρα σου. Σκέφτηκα.
«Όχι, ήταν πραγματικότητα.» Τότε είδα τον Άντον να χτυπιέται. Τρόμαξα και έτρεξα γρήγορα δίπλα του.
«Τι, τι έχει?» Ρώτησα την αδερφή μου ανήσυχα.
«Άσε τον, βλέπει ένα όραμα, ένα άσχημο όραμα.»
«Όραμα?»
«Ναι, αυτό είναι το ταλέντο του.» Μου είπε και με τράβηξε απαλά να απομακρυνθώ από το μικροσκοπικό σώμα του Άντον. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος και με κοίταξε.
«Ο Χρήστος κινδυνεύει.» Μου είπε απλώς και έπειτα λιποθύμησε.
«Τι?» Φώναξα σχεδόν αλλά αμέσως βρέθηκε δίπλα μου η Χρυσάνθη και μου κράτησε το στόμα.
«Σςς θα σε ακούσουν.»
«Ο, ο Χρήστος, κι, κινδυνεύει.» Είπα με τρεμάμενη φωνή.
«Το άκουσα. Πάρε αγκαλιά τον μικρό και πάμε να φύγουμε τώρα. Ζωή εσύ μπροστά μαζί μου, Αμάντα βοήθα την Άρτεμης με τον Άντον, λιποθύμησε από την ένταση του οράματος. Κύριε Γιώργο, απλώς μην κάνετε φασαρία.» Είπε η Χρυσάνθη και βγήκαμε όλοι έξω από το ‘κελί’. Ακολουθήσαμε την Χρυσάνθη για πολύ ώρα, μέχρι που φτάσαμε στην κεντρική πόρτα. Εκεί η Ζωή άνοιξε μια αρκετά μεγάλη τρύπα στον τοίχο και βγήκαμε όλοι έξω. Ήταν σκοτεινά, λογικά πρέπει να ήταν νύχτα. Πήγαμε τρέχοντας στα άλογα. Εγώ τοποθέτησα τον Άντον πάνω στην Ζοζέλ και ζήτησα από τον πατέρα μου να κάτσει μαζί του. Η Αμάντα ανέβηκε μαζί με την Τζούλια στον Σλάγκορν και η Χρυσάνθη ανέβηκε πάνω στον Ρενό.
«Πηγαίνετε, εγώ πάω να βρω τον Χρήστο.» Είπα και έτρεξα προς το κάστρο.
«Είσαι τρελή?» Μου φώναξε η Χρυσάνθη αλλά εγώ δεν απάντησα, σκέφτηκα μόνο τον Ρενό και του ζήτησα να ξεκινήσει για το σπίτι. Πράγμα που έκανε, παρόλα τα παρακάλια της Χρυσάνθης να σταματήσει. Και τα άλλα 2 άλογα τον ακολούθησαν και ενώ η Ζωή και ο πατέρας μου προσπαθούσαν να τα σταματήσουν, αυτά δεν έδιναν σημασία και ακολουθούσαν τον αρχηγό τους.
Τώρα πια ήμουν σίγουρη πως θα ήταν ασφαλής. Ώρα να πάω να τον βρω, και θα τον έβρισκα ακόμα και αν χρειαζόταν να πεθάνω για να είμαι μαζί του.
Είπα από μέσα μου και με αποφασιστικά βήματα μπήκα ξανά μέσα στο παγωμένο κάστρο.
Μόλις μπήκα άκουσα θορύβους και κρύφτηκα γρήγορα πίσω από ένα σωρό με πέτρες.
«Είσαι σίγουρος πως το απόγευμα βρισκόταν ακόμα στο κελί τους?»
«Ναι αφεντικό. Αλλά τώρα λείπουν και οι 3 τους αλλά και οι 2 από το κελί 103.» Πάω στοίχημα ότι μιλάνε για εμάς. Όμως δεν μπορώ να δω ποιοι είναι και… πόσοι είναι.
«Έχεις ιδέα για το που μπορεί να βρίσκονται?» Ρώτησε πάλι το “αφεντικό”.
«Όχι. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι το μικρό αγόρι είναι αδερφός εκείνου του νεαρού που μας προκάλεσε προβλήματα πριν 2 μέρες, τότε που πιάσαμε εκείνη την κοπέλα. Πάω στοίχημα ότι εκείνη τους βοήθησε να αποδράσουν.»
«Ναι, αυτό είναι σίγουρο, αφού λείπει και εκείνη ηλί.θιε.» Είπε και πρέπει να του έριξε σφαλιάρα γιατί ο θόρυβος που ακούστηκε ήταν ακριβώς ο ίδιος. Μόλις σταμάτησαν να ακούγονται οι ομιλίες προσπάθησα να επεξεργαστώ τις πληροφορίες μου.
Ήξεραν για την απόδραση, ο Χρίστος τους είχε δημιουργήσει προβλήματα αλλά δεν τον φυλάκισαν, άρα αγνοείτε η τύχη του, και τέλος, ο πατέρας μου, οι αδερφές μου, η Χρυσάνθη και ο Άντον κινδυνεύουν.
Άρα ο μόνος τρόπος για να βρω τον Χρήστο είναι να πάω σε αυτόν τον τύπο τον Τρόι και να του πω πως θα κάνω ότι μου ζητήσει και πως είμαι με το μέρος του, βέβαια, αν ΔΕΝ με πιστέψει κινδυνεύω να με κλίσει και πάλι στην φυλακή ή ακόμα και να με σκοτώσει, αλλά δεν λένε πως η προσπάθεια είναι αυτό που μετράει?
Το δρόμο για το “γραφείο” του τον θυμάμαι, άρα το μόνο που μου μένει να κάνω, είναι να φτάσω εκεί χωρίς να με πάρει κανείς χαμπάρι, και όσο ακατόρθωτο και αν φαίνεται εγώ θα το καταφέρω, ή μήπως όχι και θα βρεθώ πάλι σε κανένα κελί?
Προχωρούσα αποφασιστικά στον σκοτεινό διάδρομο ώσπου έφτασα έξω από εκείνο το φριχτό δωμάτιο. Πείρα μια ανάσα και χτύπησα ελαφρά την πόρτα.
«Περάστε.» Ακούστηκε η βροντερή φωνή του Τρόι. Άνοιξα διστακτικά την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο Τρόι καθόταν και πάλι στον θρόνο του και με κοίταζε ανέκφραστος. Περίμενα να είχε μείνει άφωνος, όμως αυτός με κοίταζε σαν να με περίμενε.
«Και αναρωτιόμουν πότε θα έρθεις.» Είπε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Πράγμα που έκανα.
«Τι εννοείται ότι με περιμένατε?» Του είπα προσπαθώντας να κρύψω τον θυμό μου.
«Άδικα προσπαθείς να μου κρύψεις τον θυμό σου. Ξέρω ακριβώς για πιο λόγο είσαι εδώ.»
«Μα, μα τι λέτε?»
«Λέω, πως είσαι εδώ για να πάρεις τον Χρήστο. Σωστά?» Μου είπε και με κοίταξε εξεταστικά.
«Μα, ε..εγώ. Ναι. Ήρθα εδώ για να πάρω τον Χρήστο και να φύγουμε από εδώ.» Είπα σχεδόν φωνάζοντας. Πάει και το σχέδιό μου, πάνε όλα.
«Συγνώμη αλλά δυστυχώς αυτό δεν μπορεί να γίνει.»
«Και γιατί παρακαλώ?»
«Γιατί πολύ απλά ο Χρήστος δεν είναι εδώ.»
«Και που είναι?» Τον ρώτησα και τον κοίταξα δύσπιστη.
«Πάντως όχι εδώ. Και λέω αλήθεια.» Είπε και σηκώθηκε όρθιος.
«Καταλαβαίνεις, πως αυτήν την στιγμή θα πρέπει να σε κλειδώσω και πάλι, έτσι δεν είναι.»
«Μόνο πάνω από το πτώμα μου.» Του είπα και πήρα θέση άμυνας.
«Ω μην μου βάζεις ιδέες.» Είπε και όρμησε προς το μέρος μου. Εγώ όμως με ένα σάλτο βρέθηκα στην άλλη μεριά της αίθουσας. Εκείνος τότε άλλαξε κατεύθυνση και τραβώντας ένα μαχαίρι από την ζώνη του προσπάθησε να με πετύχει. Εγώ το απέφυγα με μία επιδέξια κίνηση και το τράβηξα από το χέρι του εκείνος προσπάθησε να μου το πάρει αλλά την ώρα που έπεφτε επάνω μου εγώ το κάρφωσα στο στήθος του. Πέταξα αηδιασμένη το μαχαίρι στο πάτωμα και κοίταξα προς το μέρος του νεκρού άντρα. Από εκεί που τον είχα καρφώσει με το μαχαίρι, τώρα έτρεχε ένα παχύρευστο μαύρο υγρό, αντί για αίμα. Εκείνη την στιγμή άκουσα κάποιον να τρέχει έξω στον διάδρομο και να έρχεται προς το μέρος όπου βρισκόταν η πόρτα για αυτό το δωμάτιο.
Τώρα την έβαψα για τα καλά.
Λίγο πριν ανοίξει η πόρτα πρόλαβα και κρύφτηκα πίσω από τον “θρόνο” του Τρόι.
«Τρόι?» Άκουσα κάποιον να φωνάζει με μια πολύ γνώριμη φωνή.
«Το ξέρω ότι η φωνή μου είναι πολύ ωραία Άρτεμης, αλλά καλύτερα να φύγεις πίσω από τον θρόνο που κάποτε καθόταν ο Τρόι και να έρθεις ακριβώς μπροστά μου.» Άκουσα τον Φαίδων να μου λέει και αναγκαστικά έκανα αυτό που μου είπε.
«Ωραία, εδώ είμαι. Σκότωσε με, κάντο. Τι περιμένεις? Σκότωσέ με όπως σκότωσες και τον Χρήστο.»
«Κάνεις λάθος, δεν σκότωσα τον Χρήστο, και ούτε θα σκοτώσω εσένα. Απλώς θα σε πάω να δεις πόσο πολύ αδύναμος και ανίκανος είναι αυτός με τον οποίο είσαι.» Μου είπε και με τράβηξε βίαια από το χέρι μου. Άρχισε να τρέχει σέρνοντας και εμένα από πίσω του. Ώσπου φτάσαμε σε κάτι σκάλες. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε και κατεβαίναμε για πολύ ώρα, μέχρι που φτάσαμε μπροστά από μία πόρτα.
«Εμπρός, πήγαινε να δεις τον ήρωα σου.» Μου είπε και με έσπρωξε προς το μέρος της πόρτας. Εγώ μπήκα μέσα, και αυτό που είδα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Ήταν ο Χρήστος δεμένος σε μια καρέκλα. Όμως τον είχαν χτυπήσει τόσο πολύ που το πρόσωπό του είχε σχεδόν παραμορφωθεί. Έτρεξα γρήγορα κοντά του με δάκρυα στα μάτια, αλλά μόλις άγγιξα το σκοινί ένιωσα ηλεκτρικό να διαπερνά όλο μου το σώμα.
«Άρτεμης.» Είπε ο Χρήστος και με αναζήτησε με το βλέμμα του.
«Ηρέμισε θα σε βγάλω από εδώ.» Του είπα προσπαθώντας με κάποιον τρόπο να λύσω το σκοινί χωρίς να με τινάξει.
«Άδικα προσπαθείς. Δεν θα τα καταφέρεις.» Μου είπε και προσπάθησε να μου χαμογελάσει.
«Όχι θα δεις, θα σε πάρω και θα φύγουμε από εδώ.» Του είπα και τον ανάγκασα να με κοιτάξει στα μάτια.
«Όχι, Άρτεμης, πρέπει να φύγεις από εδώ τώρα. Είναι παγίδα. Δεν μπορείς να με σώσεις.»
«Μπορώ.» Του είπα και συνέχισα να προσπαθώ να τον λύσω χωρίς όμως καμία επιτυχία.
«Σταμάτα.» Μου είπε και εγώ γύρισα και τον κοίταξα. «Στα χέρια μου κρατάω κάτι, θέλω να το πάρεις και να μην το κοιτάξεις παρά μόνο όταν θα έχεις φύγει από εδώ, το κατάλαβες?» Μου είπε και εγώ απλώς του έγνεψα.
«Πάρε το» Μου είπε και είδα κάτι να πέφτει στο πίσω μέρος τις καρέκλας. Ήταν ένα χαρτί. Το πείρα και το έβαλα γρήγορα μέσα στην τσέπη μου.
«Πρέπει να φύγεις από εδώ μέσα τώρα.»
«Είπα όχι, δεν θα σε αφήσω εδώ.»
«Ναι, θα με αφήσεις. Κάντο για μένα. Σε παρακαλώ.» Μου είπε. Εγώ τότε έσκυψα και τον φίλησα και άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη μεριά από όπου είχα έρθει.
«Θα έρθω να σε πάρω, στο υπόσχομαι.» Του φώναξα και ανέβηκα πάνω σε έναν στύλο που είδα μπροστά μου. Πραγματικά, αυτό το μέρος έμοιαζε με παλιό εργοστάσιο. Ήταν γεμάτο παλιούς σκουριασμένους σωλήνες. Και οι τοίχοι του δεν ήταν από πάγο όπως σε όλο το υπόλοιπο κάστρο, αλλά ήταν από πέτρα. Άρχισα να τρέχω πάνω σε αυτούς και να ανεβαίνω όλο και πιο ψηλά ώσπου έφτασα μπροστά σε ένα παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταξα κάτω. Έβγαζε από την μεριά του κάστρου που λίγες ώρες πριν βρίσκονταν τα άλογα. Τότε έκανα κάτι το οποίο δεν περίμενα ποτέ μου ότι θα κάνω. Πήδηξα και άρχισα να πέφτω με φόρα. Έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα. Ήμουνα σίγουρη πως είχε φτάσει το τέλος μου όταν ένιωσα δύο δυνατά χέρια να με κρατάνε και να με κατεβάζουν κάτω σιγά, σιγά. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον Παναγιώτη να μου χαμογελάει, μόνο που δεν ήταν ο ίδιος. Στην πλάτη του, βρίσκονταν 2 μεγάλα πανέμορφα φτερά. Μόλις πάτησα γερά στο έδαφος και ο Παναγιώτης με ελευθέρωσε από το κράτημά του έπεσε πάνω μου κάποιος με δύναμη και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Άρτεμης.» Μου είπε και γύρισα και την κοίταξα έκπληκτη. Ήταν η Ηλέκτρα και τώρα είχε και εκείνη 2 φτερά σαν του Παναγιώτη.
«Ηλέκτρα, Παναγιώτη. Τι, τι κάνετε εδώ.»
«Θα σου τα εξηγήσουμε όλα σπίτι σου, προς το παρών πρέπει να φτάσουμε εκεί.» Μου είπε η Ηλέκτρα μόλις απομακρύνθηκα από την αγκαλιά της.
«Ναι αλλά χαλόου, εγώ δεν έχω φτερά.»
«Θα σε κουβαλήσω εγώ.» Μου είπε ο Παναγιώτης και ξαφνικά βρέθηκα και πάλι στον αέρα.
«Ορκιστείτε μου ότι μετά, θα μου τα πείτε όλα.» Τους είπα ενώ έφερα και πάλι στο μυαλό μου την εικόνα του Χρήστου, όπως ήταν λίγα λεπτά πριν.
1 χρόνο αργότερα…
Σήμερα κλείνουμε ακριβώς ένα χρόνο μετά από εκείνη την φριχτή μέρα. Ο Χρήστος δεν έχει εμφανιστεί και έχω πια πειστεί ότι είναι νεκρός. Ο Παναγιώτης και η Ηλέκτρα όταν φτάσαμε σπίτι μου εξήγησαν ότι όταν εξαφανίστηκα οι μητέρες τους κατάλαβαν ότι είχα έρθει εδώ, και βλέποντας την αγωνία στα πρόσωπα των παιδιών τους, τους είπαν την αλήθεια για το τι πραγματικά ήταν, δηλαδή νεράιδες. Και από ότι φαίνεται αυτό το είχαν κληρονομήσει και τα παιδιά τους. Μόλις το έμαθαν μεταφέρθηκαν εδώ με σκοπό να με βρούνε, όμως όταν φτάσανε σπίτι μου η Χρυσάνθη τους είπε που βρισκόμουν και φτάσανε ακριβώς την στιγμή που έπεφτα από το παράθυρο.
Τώρα ποια βρίσκομαι σε μία άθλια κατάσταση, τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ γιατί συνέχεια επαναλαμβάνεται ο ίδιος εφιάλτης, η μορφή του Χρίστου. Ο πατέρας και οι αδερφές μου είναι πολύ καλοί μαζί μου και προσπαθούν να με ηρεμίσουν.
Ο Άντον τώρα πια μένει μαζί μας γιατί όσο καιρό βρισκόμασταν στο κάστρο οι “κακοί” σκότωσαν την οικογένειά του και έτσι εγώ έχω αναλάβει εξολοκλήρου την φροντίδα του. Αυτόν τον χρόνο συνέχεια βρέχει και εγώ κάθομαι σιωπηλά και κλαίω μέσα στην βροχή.
Ξέχασα να σας πω τι ήταν αυτό το χαρτί που μου έδωσε ο Χρήστος. Ήταν η δεύτερη σελίδα της προφητείας. Σας την παραχωρώ μαζί με την πρώτη.
‘Το καλό και το κακό
αιώνες τώρα αντίπαλοι είναι
όμως όταν τα 2 κορίτσια, λάθος γεννηθούν
και αυτή που θα έπρεπε να ήταν φωτιά γη θα είναι
και αυτή που γη θα έπρεπε φωτιά θα γίνει
τότε η μάχη θα αρχίσει να ετοιμάζεται.
Όμως δεν θα γίνει τίποτα αν οι καρδιές τους
Που είναι μισές, δεν βρούνε το άλλο τους μισό.
Τότε μαζί θα νικήσουν
Ή το Καλό, ή το Κακό.
Στο νησί που για τα μάτια τα θολά
Δεν υπάρχει. Μα για τα πλάσματα τα μαγικά
Είναι σπιτικό. Εκεί θα γίνει η μάχη και αναμένετε δύσκολη πολύ
Μα όλα είναι στα χέρια αυτών των τεσσάρων μικρών παιδιών. ’
‘Η μάχη όμως θα αργήσει να συμβεί
Θα πρέπει το ένα αγόρι να χαθεί
Και το αντίπαλο κορίτσι να αλλάξει πλευρό.
Όμως και πάλι άμα 2 φίλοι αγαπημένοι δεν πολεμήσουν στο πλευρό τους
Το κακό θα τους νικήσει
Αν πάλι όμως
βρεθούνε και άλλοι όμοιοι τους
να τους βοηθήσουνε σε αυτήν την μάχη
Τότε ΝΑΙ υπάρχει έστω και μια ελπίδα
Να νικήσουνε.
Όμως προσέξτε με καλά
Άμα έστω και ένας από τους τέσσερις
Χαθεί για πάντα
Τότε αυτή η μάχη δεν θα συμβεί ποτέ
Και το μαύρο θα κυβερνήσει παντού.’
Άρα, άμα δεν σωθεί ο Χρήστος, ήμαστε χαμένοι.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου