Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο 12ο Η κοπέλα του Μενταγιόν

Κατευθύνθηκα βιαστικά, νιώθοντας τύψεις για ότι συνέβη, προς την είσοδο της σπηλιάς, ήξερα ότι με το που θα έμπαινα θα με περίμενε ένα μεγάλο κράξιμο από την Νάντρεν.
Μπαίνοντας μέσα βρήκα την Νάντρεν να κάθεται στον υπνόσακο μου και να περιμένει. Είχε τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος της, άσχημο σημάδι… Σπάνια καθόταν έτσι, και όταν το έκανε σήμαινε ότι είχε πολλά νεύρα.
«Εμ, γεια σου Νάντρεν…» Είπα αλλά πριν προλάβω να τελειώσω με διέκοψε.
«Μην μιλήσεις, τα ξέρω όλα, ξέρω που ήσουν, τι έκανες, και με ποιον το έκανες…»
«Μα πως…» Πήγα να πω άλλα με διέκοψε και πάλι.
«Μην μιλήσεις είπα, αργούσες να επιστρέψεις και ανησύχησα, οπότε άρχισα να σε ψάχνω μέσα στο δάσος, και σε είδα να φιλιέσαι με τον αδερφό μου.»
«Νάντρεν, Εγώ…»
«Μου υποσχέθηκες. Μου υποσχέθηκες πως θα προσπαθούσες να μην κάνεις τίποτα μαζί του μέχρι να τελειώσουν όλα αυτά…»
«Έχεις δίκιο, μα…»
«Μαμάκια…»
«Μα, δεν καταλαβαίνεις… Μπήκα μέσα στο δάσος και…»
«Καταλαβαίνω απολύτως.»
«Ακούμε λίγο, σε παρακαλώ…» Της είπα και κάθισα δίπλα της στον υπνόσακό μου.
«Ωραία, σε ακούω…» Ξεφύσιξα και με το χέρι μου έπιασα τον ώμο της.
«Μπήκα μέσα στο δάσος και όταν τον βρήκα ήταν ξαπλωμένος πίσω από έναν θάμνο, και έκλεγε. Είχε κόψει το χέρι του παντού και…»
«Και εσύ αποφάσισες να τον φιλήσεις για να του περάσει?»
«Όχι, δηλαδή, ναι, δηλαδή… Απλώς προσπάθησα να τον κάνω να μου πει γιατί το έκανε… Και εκείνος με φύλησε, και όταν το έκανε αυτό, όλες οι πληγές του είχαν επουλωθεί.» Είπα μουρμουρίζοντας…
«Ναι όμως αυτό δεν σημάνει ότι δεν έχεις αρχίσει να αναπτύσσεις δυνατά συναισθήματα για εκείνον.» Μου είπε με πιο απαλή φωνή. Εγώ κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.
«Δεν πρέπει…»
«Το ξέρω πως δεν πρέπει αλλά…»
«Όχι, δεν εννοώ πως δεν πρέπει μόνο γι αυτό…»
«Δηλαδή, τι εννοείς?» Την ρώτησα κοιτώντας την με μάτια κλαμένα.
«Ο Λόντρεν δεν σε αγαπάει.»
«Μα, μα μου το πε…»
«Κάρο, είναι αδερφός μου και τον ξέρω… Πριν από σένα είχε μια κοπέλα, ίδια με εσένα, και όταν λέω ίδια εννοώ ολόιδια, μόνο που είχε καστανά μάτια…» Εκείνη την στιγμή με κοίταξε με έκπληξη.
«Τα μάτια σου, άλλαξαν χρώμα.» Είπε και ένα επιφώνημα θαυμασμού ξέφυγε από το ανοιχτό στόμα της.
«Ναι το ξέρω, μου το είπε πριν ο Λόντρεν.» Εκείνη την στιγμή ένιωσα το μενταγιόν να με καίει, να με καίει τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα μου έκαιγε την σάρκα. Έκλεισα τα μάτια μου με δύναμη προσπαθώντας να αγνοήσω τον πόνο.
«Κάρο, είσαι καλά?»
«Το μενταγιόν… Καίει» Πρόφερα με δυσκολία.
«Εκείνη είναι, θέλει να σου μιλήσει, να σου τα εξηγήσει η ίδια.»
«Πια?» Είπα με απορία.
«Η κοπέλα του Λόντρεν. Για την ακρίβεια η αρραβωνιαστικιά του.»
«Τι?»
«Απλώς άνοιξε το μενταγιόν.»
Και αυτό έκανα, με δυσκολία άνοιξα το επίχρυσο μενταγιόν. Προηγουμένως, όταν μου το είχε φορέσει ο νάνος δεν του είχα δώσει πολύ σημασία, τώρα όμως έβλεπα ότι ήταν σε σχήμα αστεριού, με μικρά διαμαντάκια σε κάθε γωνία του. Μόλις το άνοιξα, είδα μια φωτογραφία, μιας κοπέλας ολόιδιας με εμένα, γύρω στην ηλικία μου με σκούρα καστανά μάτια, κι ενώ στην φωτογραφία ήταν χαμογελαστή το βλέμμα της έκρυβε μία θλίψη, όπως μου έλεγε και εμένα συνεχώς ο Άλβιν για το δικό μου. Δεν πρόλαβα να το προσέξω πολύ, γιατί λίγο αφότου το άνοιξα αυτή η κοπέλα εμφανίστηκε μπροστά μου σαν από προτζέκτορα. Αλλά ήταν μόνο ένα είδωλο.
«Μανταλένα.» Είπε η Νάντρεν με το που την είδε. Το κορίτσι όμως δεν απάντησε, με νόημα της ζήτησε να απομακρυνθεί από την σπηλιά, και αυτό έκανε.
«Χαίρομαι πολύ που επιτέλους σε βλέπω Καρολίνα.» Είπε και με κοίταξε με τα εκφραστικά κατά κάστανα μάτια της. Ήταν σαν να κοιτούσα τον καθρέφτη.
«Θα ήθελα να έρθεις για λίγο μαζί μου, μέσα στο μενταγιόν, θέλω να σου εξηγήσω κάποια πράγματα, χωρίς να μας ακούσει κανείς. Εδώ θα φαίνεται σαν να κοιμάσαι.
Συμφωνείς?» Η φωνή της μου έμοιαζε τόσο οικεία, και ήταν τόσο γλυκιά, παρόλο που ήμουν σίγουρη ότι δεν την είχα ξανά ακούσει ποτέ. Από τότε όμως που είδα μπροστά μου την Μανταλένα, ένιωθα πως την ήξερα από την αρχή της γέννησης μου. Χωρίς να καταλάβω το πώς, ένιωσα να περιτριγυρίζομαι από δυνατό φως, και έκλεισα τα μάτια μου αναγκαστικά. Ξαφνικά είδα το φως να απομακρύνεται οπότε διστακτικά άνοιξα τα μάτια μου. Βρισκόμουν σε ένα πανέμορφο λιβάδι. Καταπράσινο γεμάτο λουλούδια, λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα κατάλευκο κιόσκι, και ακριβώς από κάτω ένα λευκό τραπέζι με δύο καρέκλες. Εγώ βρισκόμουν όρθια ακριβώς στη μέση του λιβαδιού. Φορούσα ένα κατάλευκο φόρεμα, και στα μαλλιά μου βρίσκονταν πλεγμένες μαργαρίτες. Αν και δεν είχα έναν καθρέφτη μπροστά μου, ήμουν σίγουρη πως έδειχνα πολύ γλυκιά.
Ξαφνικά είδα μία κοπέλα με ένα κατάλευκο φόρεμα, σαν αυτό που φορούσα εγώ να τρέχει προς το μέρος μου, ενώ τα καστανά μαλλιά της πήγαιναν κόντρα στον άνεμο. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου και αφότου έκανε μία πιρουέτα μου χαμογέλασε με τα κατάλευκα δόντια της. Και τότε κατάλαβα, ήταν η Μανταλένα, με είχε φέρει στον κόσμο της. Όμως δεν είχε καμία σχέση με την σοβαρή εκείνη κοπέλα που είχα δει πριν από λίγο, η Μανταλένα που είχα μπροστά μου ήταν γλυκιά και έπληττε από ζωή.
«Καρολίνα, σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες», είπε και έπιασε το δεξί μου χέρι. Ένιωθα την παλάμη της ζεστή κάτω από την δικιά μου.
«Έλα μαζί μου, έχω πολλά να σου πω.» Είπε και άρχισε να κατευθύνετε προς το λευκό τραπεζάκι, όταν έφτασε εκεί μου έκανε νόημανα καθίσω στην μια από της δύο καρέκλες και στην ακριβώς απέναντι κάθισε εκείνη.
«Τσάι?» Με ρώτησε και με μία κίνηση του χεριού της έβγαλε μία κανάτα με τσάι και δύο φλιτζάνια.
«Εμ, όχι ευχαριστώ, αυτό είναι συνήθεια των άγγλων.»
«Ναι αλλά και εσύ αγγλίδα είσαι, κατά το ήμισυ. Και εξάλλου αυτήν την στιγμή μιλάμε αγγλικά οπότε.» Μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι όλη αυτήν την ώρα μιλούσαμε αγγλικά.
«Ναι, αλλά η μισή είμαι από την Ελλάδα και….»
«Για την ακρίβεια, η μητέρα σου δεν ήταν ελληνίδα.»
«Μα…»
«Ναι ξέρω, έτσι σου είπαν… Αλλά όχι η μητέρα σου καταγόταν από τον δικό μου κόσμο, και τον κόσμο των προστατών. Όμως με το που γεννήθηκε την έδωσαν για υιοθεσία στην δικιά σας διάσταση, για να την προστατέψουν, βλέπεις από εκείνην θα γεννιόταν η κοπέλα της προφητείας.» Έκανε μία παύση και με κοίταξε στα μάτια, εγώ της έκανα νόημα να συνεχίσει.
«Η μητέρα σου, γέννησε δύο παιδιά, δύο μικρά ολόιδια κοριτσάκια, με καταπράσινα μάτια. Όμως πριν προλάβουν οι άλλοι να τα δουν, το ένα μεταφέρθηκε αυτομάτως στον κόσμο μου, στο σπίτι της πραγματικής της μητέρας, ενώ το άλλο έμεινε εκεί. Έτσι όλοι νόμιζαν πως είχε κάνει μόνο μία κόρη, εσένα.»
«Δηλαδή, μου λες πως έχω αδερφή? Μα πως θα την βρω και…» Πριν προλάβω να απαντήσω όλο το σκηνικό εξαφανίστηκε και βρεθήκαμε σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες… Και τότε είδα την πραγματική ομοιότητα. Εγώ με την Μανταλένα, ήμασταν ολόιδιες, πλέον και τα μάτια μας ήταν ίδια, και των δυο μας ήταν καστανά. Η μόνη διαφορά μας ήταν τα μαλλιά που τα δικά μου ήταν στολισμένα με μαργαρίτες, ενώ τα δικά της έπεφταν ανάκατα στους ώμους της. Με μία μου κίνηση, έριξα τις μαργαρίτες στο πάτωμα… Και τότε όλο το σκηνικό άλλαξε ξανά, και βρισκόμασταν και πάλι στο τραπεζάκι μέσα στο καταπράσινο λιβάδι.»
«Δηλαδή, εσύ είσαι η αδερφή μου?» Την ρώτησα και εκείνη απλώς μου χαμογέλασε.
«Μα πως τα ξέρεις όλα αυτά?»
«Ξέρεις, μεγάλωσα νομίζοντας πως εγώ ήμουν η κοπέλα της προφητείας, οπότε εκπαιδευόμουν καθημερινός. Μου είχαν πει τα πάντα, για τους γονείς μου, για σένα και για το πια είναι η αποστολή μου, να σώσω τον κόσμο. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ερχόμουν και σε κοιτούσα καθώς μεγάλωνες. Άλλοτε παρουσιαζόμουν ως ένα παιδάκι στην παιδική χαρά, και άλλοτε ερχόμουν και σε έβλεπα στις σχολικές εορτές σου. Ένιωθα πάντα πως κάτι μου έλειπε… Και ήμουν σίγουροι πως αυτή ήσουν εσύ. Όλοι μου έλεγαν πως θα μπορούσαν να σε φέρουν και να ήμασταν μαζί. Αλλά εγώ δεν ήθελα, ήθελα εσύ τουλάχιστον να μείνεις έξω από όλο αυτό, να ζήσεις ξέγνοιαστα την ζωή σου, και ίσως κάποια στιγμή να μάθαινες την αλήθεια.» Είπε ενώ με κοιτούσε με ένα απλανές βλέμμα σαν να ξαναζούσε μία ανάμνηση. Εγώ σηκώθηκα όρθια και καθώς την πλησίασα την αγκάλιασα γύρω από τους ώμους και την φίλησα στο μάγουλο. Εκείνη σαν να ξύπνησε από λήθαργο με κοίταξε και μου χαμογέλασε.
«Μα πως καταλάβατε πως τελικά δεν ήσουν εσύ, αλλά εγώ.» Οι γέροντες μετά από διάφορα πειράματα που έκαναν πάνω μου, συνειδητοποίησαν πως ο λόγος που στάλθηκα εγώ πίσω και όχι εσύ, δεν ήταν επειδή εγώ ήμουν το κορίτσι της προφητείας, αλλά για να μείνεις εσύ ασφαλείς μακριά από όλα αυτά, επειδή εσύ ήσουν το κορίτσι της προφητείας.»
Απομακρύνθηκα από κοντά της και κάθισα και πάλι στην θέση μου.
«Ναι, αλλά πως κλείστηκες εδώ?»
«Όταν έμαθε ο Λόντρεν πως κινδύνευα, ήταν λίγος καιρός αφότου είχαμε δηλώσει τους αρραβώνες μας… Φόβος είχε αρχίσει να τον κατακλύει, μήπως πάθω κάτι. Έτσι έκανε ένα μαγικό και με έκλεισε μέσα σε αυτό το μενταγιόν. Δυστυχώς η μόνη που μπορεί να με βγάλει από εδώ είσαι εσύ… Και λέω δυστυχώς επειδή θα κάνεις πολύ καιρό για να φτάσεις σε αυτό το επίπεδο μαγείας.»
«Δηλαδή εσύ και ο Λόντρεν…»
«Ναι, είμαστε ζευγάρι… Ξέρω τι έγινε προηγούμενος στο δάσος, και τον καταλαβαίνω… Του λείπω και εσύ είσαι ίδια με εμένα στην εμφάνιση, ιδικά τώρα που άλλαξαν χρώμα και τα μάτια σου… Επίσης ξέρω και γιατί έχεις συναισθήματα για κείνον…»
«Τι εννοείς?»
«Παλιότερα τον απεχθανόσουν. Σωστά? Τον φοβόσουν και ένιωθες πως έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό.»
«Ναι, μα πως τα ξέρεις όλα αυτά?» Εκείνη αγνόησε την απάντηση μου και συνέχισε.
«Από τότε όμως που φόρεσες το μενταγιόν τα συναισθήματα σου άρχισαν να αλλάζουν για εκείνον, άρχισες να νιώθεις μία έλξη… Είναι τα δικά μου συναισθήματα που αναμιχτήκαν με τα δικά σου…» Είχα μείνει να την κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό ανίκανη να πω το οτιδήποτε.
«Έμαθες πάρα πολλά μέσα σε τόσο γρήγορο χρονικό διάστημα. Ίσως καλύτερα να σε επιστρέψω πίσω για να κοιμηθείς. Πρέπει να μείνεις λίγο μόνη, να ξεκαθαρίσεις κάποια πράγματα στο μυαλό σου.» Μου είπε και με κοίταξε γλυκά. Ήταν τόσο καλή και όμορφη, σαν άγγελος, λογικό ήταν που την αγάπησε ο Λόντρεν.
«Μα, θέλω να μείνω μαζί σου. Μόλις σε γνώρισα και… Νιώθω σαν να σε ξέρω από την ημέρα που γεννήθηκα. Που στο κάτω, κάτω έτσι είναι…»
«Μα θα είμαι μαζί σου. Μην ξεχνάς είμαι μέσα στο μενταγιόν, όποτε με χρειαστείς απλώς πες το όνομα μου, και θα σε φέρω και πάλι εδώ για να ήμαστε μαζί.»
«Μα, Μανταλένα…»
«Δεν έχει Μα, Κάρο.»
«Εμ… Μανταλένα μπορείς να μου κάνεις μία χάρη?»
«Τι?»
«Να με λες Καρολίνα, όπως ήθελε η μητέρα μας…»
«Εννοείται γλυκιά μου, γι αυτό άλλωστε κι εγώ δεν σου είπα να με λες Μάντυ, όπως με λένε όλοι οι υπόλοιποι.» Και με αυτό με αγκάλιασε, και ένιωσα και πάλι να με τυλίγει μία δέσμη φωτός, και ήξερα πως πριν ακόμα ανοίξω τα μάτια μου, θα βρισκόμουν ξαπλωμένη στον υπνόσακο μου. Και όντως, καθώς άνοιξα τα μάτια μου, διέκρινα πως λίγο πιο πέρα βρίσκονταν ξαπλωμένοι ο Λόντρεν, με την Νάντρεν. Καθώς όμως άνοιξα την παλάμη του χεριού μου. Βρήκα μέσα μία μαργαρίτα. Μία μαργαρίτα όπως αυτές που είχα στα μαλλιά μου στον κόσμο του μενταγιόν. Χαμογέλασα δειλά και έπειτα χάθηκα μέσα στο σκοτάδι των ονείρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου