Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Κεφάλαιο 11ο Απαγορευμένη αγάπη

Καθώς φτάναμε στην είσοδο της σπηλιάς η Νάντρεν μου είπε:
«Λοιπόν, θα ξεκινήσουμε με τα βασικά, Καταρχάς λέω αν είναι να σου μάθω πώς να κάνεις κάτι να σηκώνετε στον αέρα. Πως σου φαίνεται αυτό σαν ιδέα?» Είπε και χαμογέλασε πλατιά.
«Αυτό εσύ το θεωρείς προκαταρτικό?» Την ρώτησα κοιτώντας την σαστισμένη.
«Εμ, κοίτα, εγώ έμαθα μαγικά σε σχολείο, με βιβλία και καθηγητή. Εδώ δεν έχουμε ούτε καθηγητή ούτε βιβλία, συν ότι δεν έχω τελειώσει την εκπαίδευση μου πλήρως…
Γι αυτό είπα να σε διδάξει ο Λόντρεν το πρώτο σου μάθημα μιας και εκείνος έχει ολοκληρώσει τα σχολικά του έτη, Βλέπεις εμείς τελειώνουμε το σχολείο στα 17, Και ο Λόντρεν είναι 18 εγώ κανονικά είχα 1 χρόνο ακόμα για να τελειώσω.»
Είπε και αναστέναξε μελαγχολικά.
«Εμ, Νάντρεν, ξέρεις… Λυπάμαι για πριν… Εννοώ με τον αδερφό σου… Θα κάνω ότι τον δυνατόν περνάει από το χέρι μου για να μείνουμε μόνο φίλοι. Δεν θα σε απογοητεύσω. Θα φέρω εις πέρας την αποστολή που μου έχετε αναθέσει, ή θα πεθάνω στην προσπάθεια. Το ορκίζομαι.» Είπα και της χαμογέλασα ενθαρρυντικά.
Η Νάντρεν με κοίταξε με θλίψη στα μάτια της.
«Λοιπόν τότε, ξεκινάμε?»
Έγνεψα καταφατικά και περίμενα για τις οδηγίες της.
Αν και ήταν δύσκολο το πρώτο μάθημα, να μάθω να ελέγχω τις δυνάμεις μου, και να της χρησιμοποιώ σωστά, στο τέλος κατάφερα να σηκώσω κάτι τον υπνόσακο μου και να τον φτάσω μέχρι την κορυφή της σπηλιάς πριν το αφήσω και πέσει στο έδαφος με έναν δυνατό κρότο.
«Μπράβο!! Δεν περίμενα να τα καταφέρεις τόσο καλά, και μάλιστα από το πρώτο μάθημα. Συγχαρητήρια. Είδες τι κάνει η δύναμη του μυαλού? Ούτε μαγικά ραβδάκια χρειάζεσαι ούτε αστεία καπέλα. Όλα με το μυαλό σου τα πτωχαίνεις.»
Είπε και με αγκάλιασε με δύναμη.
«Εμ, τι να κάνουμε, εκτός από το ότι είμαι βαμπιρομαγοάνθρωπος, έχω και ένα τεράστιο μυαλό.» Είπα και αρχίσαμε να γελάμε και οι δύο.
Και τότε το μύρισα, εκείνη την μυρωδιά που μύριζα κάθε μέρα στο μάθημα, όμως αυτή ήταν διαφορετική, πιο δυνατή, και μύριζε πιο γλυκά. Με έκανε να πάω κοντά της, αλλά όχι για να την γευτώ αλλά μόνο και μόνο για να βρεθώ μαζί της, ένιωσα τα μάτια μου να σκληραίνουν, να γίνονται πιο επιθετικά, και το σώμα μου μαζεύτηκε.
«Κάρο, Κάρο είσαι καλά?» Άκουσα την φωνή της Νάντρεν να μου λέει με αγωνία.
«Μια χαρά είμαι, όμως αυτή η μυρωδιά.» Είπα με τρεμάμενη φωνή.
Όχι αυτή η μυρωδιά δεν ήταν σαν τις άλλες, μου προκαλούσε πόνο, όχι στον λαιμό μου, αλλά στην ψυχή μου.
«Μυρίζεις το αίμα κάποιου? Μα είμαστε οι μόνοι άνθρωποι σε αυτήν την περιοχή.» Ώστε αυτή η μυρουδιά ήταν το ανθρώπινο αίμα. Και τότε κατάλαβα. Κατάλαβα γιατί αυτή η μυρωδιά μου προκαλούσε πόνο. Ήμασταν οι μόνοι άνθρωποι σε αυτήν την περιοχή, και εγώ με την Νάντρεν δεν είχαμε ματώσει… Άρα…
«Λόντρεν», φώναξα με δύναμη καθώς βγήκα με υπερφυσική ταχύτητα από την σπηλιά.
«Κάρο περίμενε.» Άκουσα την φωνή της Νάντρεν πίσω μου, αλλά ήξερα ότι δεν θα με ακλουθούσε.
Σταμάτησα να τρέχω και προσπάθησα να εντοπίσω από πού ερχόταν η μυρωδιά του αίματος του Λόντρεν, ήμουν σίγουρη πως ήταν αυτός. Δεν ξέρω γιατί, αλλά για έναν περίεργο λόγο, ήμουν.
Ξαφνικά την εντόπισα κάποια στιγμή να χάνετε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος.
Άρχισα ξανά να τρέχω μέσα στο δάσος, ακλουθώντας την μυρωδιά του, πέρασα δίπλα από την λίμνη της μοίρας, μακριά από την κοιλάδα που είχαμε μείνει, και βρέθηκα ξαφνικά σε ένα ξέφωτο, στην μέση ακριβώς του δάσους.
Άκουσα κάποιους λυγμούς να έρχονται από κάπου εκεί κοντά. Σταμάτησα να τρέχω και περπάτησα με ελαφρά και αθόρυβα βήματα, προς την κατεύθυνση ενός θάμνου. Έσκυψα προς το μέρος του, και εκεί τον είδα.
Ο Λόντρεν βρισκόταν ξαπλωμένος, με δάκρυα στα μάτια καθώς είχε κόψει το χέρι του σε διάφορα σημεία και αίμα έτρεχε από παντού.
«Λόντρεν?» Είπα σχεδόν ψιθυριστά.
Γύρισε να με κοιτάξει με έκπληξη…
«Πως με βρήκες?» Προσπάθησε να πει όσο τον δυνατόν πιο σταθερά για να μην φανεί πως έκλεγε.
«Η μυρωδιά…» Του απάντησα και κάθισα δίπλα του. Προσπάθησα να μην του δείξω το πόσο αναστατωμένη ήμουν.
«Α ναι, είναι και αυτό... Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί ορισμένες φορές το μυρίζεις ενώ άλλες όπως εκείνο το βράδυ στο σπίτι σου, όχι…» Είπε αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
«Λόντρεν…» Είπα πιάνοντας με το χέρι μου το ματωμένο δικό του.
«Τι?»
«Γιατί το έκανες αυτό?» Είπα προσπαθώντας να κρατήσω τα δάκρυα μου…
«Πιο?» είπε συνεχίζοντας να αποφεύγει το βλέμμα μου.
«Γιατί κόπηκες? Ή μάλλον διόρθωση. Γιατί χαρακώθηκες? Εξήγησε μου?» του είπα χωρίς πλέον να μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα μου, και έπιασα και με τα δυο μου χέρια το πρόσωπο μου αναγκάζοντάς τον να με κοιτάξει.
«Γιατί σ’ αγαπάω.» Είπε και συνέθλιψε με τα χείλι του τα δικά μου. Στην αρχή η λογική μου προσπάθησε να με κάνει να απομακρυνθώ. Όμως η καρδιά μου, μου έλεγε να μείνω εκεί, και αυτό έκανα… Για πρώτη φορά, τον άφησα να με φιλήσει, χωρίς να τον σπρώξω μακριά μου, χωρίς να του φωνάξω.
Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό μου, και τράβηξα με περισσότερη δύναμη το κεφάλι του στο δικό μου, φυλώντας τον με πιο πολύ δύναμη, με πιο πολύ πάθος και αγάπη. Ήξερα πως αυτό ήταν κάτι που δεν θα ξαναεπίτρεπτα να συμβεί, όμως ήθελα να τον νιώσω για όσο περισσότερη ώρα γίνεται.
Κάποια στιγμή αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε για να πάρουμε αέρα.
Αμέσως κοίταξα τις πληγές του, είχανε κιόλας επουλωθεί.
«Μα πως?» Είπα κοιτάζοντας τα χέρια του.
Εκείνς γέλασε και έβαλε το κεφάλι μου στην αγκαλιά του.
«Είσαι το φάρμακό μου, γι αυτό.» Είπε και φίλησε το μέτωπό μου.
Εγώ τον κοίταξα ειρωνικά και του είπα.
«Έλα σταμάτα της βλακείες, πως έγινε αυτό?»
«Δεν ξέρω, αλλά μάλλον το άγγιγμά σου έχει θεραπευτικές ιδιότητες, και ιδικά το φιλί σου. Ίσως γι αυτό και να σε ελκύει το αίμα, γιατί δεν είσαι βρικόλακας που να θέλει να πιει αίμα, αλλά σε έλκυε για να θεραπεύσεις τις πληγές. Βλέπεις δίπλα στο σχολείο βρίσκεται ένα νοσοκομείο, οπότε μάλλον γι αυτό σε έπιανε κάθε μέρα…»
Μου χαμογέλασε και πήγε να με φιλήσει για δεύτερη φορά.
«Το ξέρεις πως μόλις φύγουμε από δω και πάμε πίσω από την σπηλιά θα κάνουμε σαν να μην συνέβη ποτέ, τίποτε από αυτά.»
«Ε τότε να μην φύγουμε.» Μου είπε και επιτέλους ακούμπησε απαλά τα χείλι του πάνω στο δικά μου. Ετούτο το φιλί ήταν διαφορετικό. Ήταν πιο γλυκό, πιο τρυφερό. Διστακτικά απομακρύνθηκα από κοντά του. Τον κοίταξα στα καταπράσινα μάτια του και του χαμογέλασα.
«Ωχ, τα μάτια σου.» Μου είπε με έκπληξη.
«Τι, τι έπαθαν τα μάτια μου?»
«Άλλαξαν χρώμα, έγιναν σκούρα καφετιά.»
«Σαν της μητέρας μου.» Μουρμούρισα στον εαυτό μου. Ο Λόντρεν όμως φαίνετε πως το άκουσε και χάιδεψε το μάγουλο μου.
Έπειτα από λίγα λεπτά αποφάσισα πως ήταν ώρα να φύγουμε, η Νάντρεν θα είχε αρχίσει να ανησυχεί.
Σηκώθηκα όρθια και του έδωσα το χέρι μου να τον βοηθήσω να σηκωθεί.
«Έλα, καλύτερα να γυρίσουμε πίσω, η Νάντρεν θα ανησυχεί.»
«Μα, θέλω να μείνω μαζί σου.» Μου είπε καθώς σηκώθηκε όρθιος.
«Το ξέρω και εγώ θέλω, αλλά και εκεί μαζί θα ήμαστε.» Του είπα καθώς έσκυβε προς το μέρος μου.
«Ναι, αλλά θα ήμαστε σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα.»
«Αυτό είναι το σωστό.»
«Δεν μου αρέσει το σωστό.» Μου είπε πλησιάζοντας το πρόσωπο του στο δικό μου, ξανά.
«Εσύ ο ίδιος μου είπες πως, αυτήν την στιγμή πρέπει να ακούω το μυαλό μου και την λογική μου, και όχι τι θέλει η καρδιά μου.» Του είπα κοιτώντας τον θλιμμένα.
«Ναι, αλλά εγώ δεν έχω πλέον μυαλό, μου το έκλεψες εσύ.» Μου είπε και με φίλησε με τόσο πάθος, όσο δεν είχα ξανανιώσει ποτέ. Με σήκωσε στην αγκαλιά του, και εγώ τύλιξα τα πόδια μου γύρω του, χωρίς να διακόψω το φιλί μας. Ακούμπησε την πλάτη μου σε ένα δέντρο και συνέχισε να με φιλάει με ένταση. Ξαφνικά ένιωσα το χέρι του μέσα από την μπλούζα μου να χαϊδεύει την κοιλιά μου. Ένα ρίγος με διαπέρασε στην αίσθηση της αφής του όμως δεν είπα τίποτα.
Έπειτα από λίγα λεπτά με άφησε να σταθώ και πάλι στο έδαφος, κρατώντας με γερά και κοιτώντας με στα μάτια.
«Το ξέρεις πως σε αγαπώ?» Μου είπε κρατώντας το χέρι μου. Εγώ χωρίς να του απαντήσω τράβηξα το χέρι του και του είπα.
«Έλα πάμε, πρέπει να φύγουμε.»
Ευτυχώς για το υπόλοιπο της διαδρομής δεν με ξαναρώτησε τίποτα… Για την ακρίβεια δεν ξαναμιλήσαμε μέχρι να φτάσουμε στην σπηλιά, είχαμε χαθεί και οι δύο στις σκέψεις μας. Λίγο πριν βγούμε από το δάσος, άφησα το χέρι του.
«Αυτό, Λόντρεν δεν πρέπει να ξανασυμβεί. Θα ήμαστε μόνο φίλοι, μέχρι να τελειώσει όλο αυτό.»
«Μα, αυτό είναι αδύνατο.» Μου είπε με ένταση.
«Όχι, δεν είναι αδύνατο. Απλώς πονάει.»
Του είπα και πλέον χωρίς να κρατάω το χέρι του προχώρησα και βγήκα έξω από το δάσος.
Με το που πάτησα το πόδι μου έξω από το δάσος, όλα σκοτείνιασαν.
«Νύχτωσε.» Άκουσα τον Λόντρεν να μουρμουρίζει πίσω μου.
Με αποφασιστικά βήματα, άρχισα να κατευθύνομαι προς το μόνο φωτεινό σημείο… Την σπηλιά μας… Με το που θα έμπαινα μέσα, όλα όσα είχαν συμβεί ανάμεσα σε εμένα και τον Λόντρεν, θα ήταν παρελθόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου