Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Κεφάλαιο 10ο «Δεν το πιστευω»

Καθώς άρχισα να ξυπνάω, άκουσα τους ‘συνταξιδιώτες’ μου να μιλάνε, ψιθυριστά.
«Το ξέρεις πως αυτό που έκανες ήταν πολύ χαζό έτσι?»Είπε η Νάντρεν.
«Ναι, το ξέρω ήταν αυθόρμητο.»
«Τότε να ελέγξεις λίγο τον αυθορμητισμό σου.»
«Ναι, όμως…»
«Ξέρω πόσο πονάς… Όμως σε αυτήν την περίοδο δεν πρέπει να ασχολείσαι με αυτά. Ούτε εσύ ούτε κανείς. Και ιδικά εκείνη. Πρέπει να αφοσιωθεί στην εκπαίδευση της.»
«Ούτος η άλλος, δεν ασχολείται. Κάνει σαν να μην συνέβη ποτέ…»
«Καλύτερα, θα ήταν πολύ χειρότερα άμα συμπεριφερόταν έτσι… Δεν το νομίζεις και εσύ?»
«Ναι, ναι.» Άκουσα τον Λόντρεν να ξεφυσάει και να σηκώνεται όρθιος.
«Αυτό σημαίνει πως μόνο στα όνειρά μου μπορώ να την έχω.» Απάντησε και πλησίασε πιο πολύ στο μέρος όπου βρισκόμουν ξαπλωμένη εγώ. Έσφιξα με δύναμη τα μάτια μου για να μην καταλάβει πως ήμουν ξύπνια, καθώς κάθισε ακριβώς δίπλα μου. Με προσοχή, πείρε το κεφάλι μου στα χέρια του, σαν να ήταν κάτι το πολύ πολύτιμο, κάτι που θα μπορούσε να σπάσει με μία μόνο λάθος κίνηση, και το ακούμπησε στα γόνατά του. Έπειτα τον ένιωσα να σκύβει από πάνω μου, και χωρίς να το περιμένω, ακούμπησε απαλά τα χείλι του στα δικά μου. Ήταν παγωμένα, σαν να έφευγε σιγά, σιγά η ζωή από μέσα τους. Έκανα μεγάλη προσπάθεια για να μην κουνηθώ και προδοθώ. Έπειτα με την ίδια προσοχή άφησε και πάλι το κεφάλι μου στην θέση του και σηκώθηκε όρθιος. Προσπάθησα να ξεχάσω τα λόγια του, την αίσθηση των χειλιών του στα δικά μου, αλλά μου φαινόταν ακατόρθωτο. Όσο και αν ήθελα να σηκωθώ αυτή την στιγμή, και να έτρεχα και να του έλεγα πόσο πολύ ήθελα να ξανά αισθανθώ την αφή του, δεν θα το έκανα. Γιατί σε κάτι είχε δίκιο η Νάντρεν, θα έπρεπε να αφοσιωθώ στην εκπαίδευση μου. Δεν ήταν καιρός για αυτά. Δεν ήμουν ένα απλό έφηβο κορίτσι, δεν είχα το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Γεννήθηκα για να σώσω τον κόσμο ακόμα και αν χρειαστεί να πεθάνω εγώ, με αυτές τις σκέψεις ένιωσα το σώμα μου να πέφτει για άλλη μια φορά στην αγκαλιά του Μορφέα…
Αυτήν την φορά, όταν άνοιξα τα μάτια μου, κανείς δεν ήταν μέσα στην σπηλιά, μήπως τα είχα ονειρευτεί όλα? Όμως, ήταν τόσο αληθινά… Σηκώθηκα όρθια παραπατώντας, επηρεασμένη ακόμα από τον ύπνο, και βγήκα έξω. Στο φως του ήλιου τα μάτια μου θόλωσαν, περίμενα λίγο να συνηθίσουν και προχώρησα λίγο πιο πολύ αναζητώντας για τα αδέρφια. Δεν χρειάστηκε να πάω και πολύ μακριά γιατί τους είδα να κάθονται και να συζητάνε, για άλλη μία φορά. Παρόλα αυτά, αυτήν την φορά αποφάσισα να κάνω αισθητή την παρουσία μου.
«Καλημέρα!!» Είπα χαμογελώντας και κάθισα δίπλα στην Νάντρεν.
«Καλημέρα μικρή.» Είπε ο Λόντρεν μουρμουρίζοντας.
«Καλημέρα!! Κοίτα, δεν είναι πολύ όμορφο μέρος? Εχθές ήταν βράδυ και δεν το είχαμε προσέξει, αλλά τώρα…» Μου είπε η Νάντρεν και με έκανε να δείξω το ενδιαφέρον για να ψάξω να δω πως ήταν τριγύρω μου. Όντως, όλο το μέρος γύρω μου, ήταν καταπράσινο, και το μέρος όπου καθόμασταν περιτριγυριζόταν από λουλούδια, είχε διάφορα ψηλά δέντρα σπαρμένα παντού, και λίγο πιο πέρα βρισκόταν μία λιμνούλα.
«Άχουυυ, μία λίμνη!!!!!» Φώναξα καθώς την είδα και σηκώθηκα όρθια τρέχοντας προς το μέρος της. Ήμουν έτοιμη να πέσω μέσα όταν ένιωσα κάποιον να με τραβάει από την μέση, γύρισα και είδα τον Λόντρεν, εκείνος αμέσως απομακρύνθηκε και απλώς μου είπε ψυχρά.
«Δεν είναι μία οποιαδήποτε λίμνη. Είναι η Λίμνη της μοίρας, της κάνεις μία ερώτηση για την δικιά σου μύρα, και σου απαντάει. Βέβαια πρέπει να σε μόνη σου εδώ, χωρίς τρίτα πρόσωπα. Έγνεψα και χαμογελώντας τον ρώτησα.
«Λοιπόν, δεν βιαζόμασταν? Δεν έπρεπε να φύγουμε πρωί, πρωί?» Είπα ναζιάρικα, επίτηδες, κάνοντας τον να χάσει τα λόγια του. Μου ξέφυγε ένα μικρό γελάκι αλλά δεν το άκουσε.
«Αποφασίσαμε με την Νάντρεν να ξεκινήσει η εκπαίδευση σου σήμερα, και να κάτσουμε μερικές μέρες εδώ, πριν πάμε στο επόμενο χωριό, γιατί δεν ξέρουμε αν θα είμαστε τυχεροί και θα βρούμε πάλι κάποιο τόσο καλό καταφύγιο για την νύχτα, όπως η σπηλιά μας.» Είπε αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
«Τέλεια, και με τι ξεκινάμε?»
«Με την μαγεία!» Απάντησε αυτός και άστραψε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του.
«Ωραία, που είναι η Νάντρεν, πρέπει να αρχίσει το μάθημα!!» Είπα γελώντας.
«Σήμερα τελικά θα σου κάνω εγώ μάθημα γιατί η Νάντρεν έχει να κάνει κάτι δουλειές.»
«Α, εντάξει.» Είπα με τάχα θλιμμένο ύφος. Καθώς όμως έστριψα να φύγω τον ένιωσα να με τραβάει από την μέση, γύρισε το πρόσωπο μου και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια.
«Γιατί μου το κάνεις αυτό? Γιατί προσπαθείς να με απομακρύνεις, γιατί δεν καταλαβαίνεις πως δεν αντέχω άλλο μακριά σου. Πως κάθε στιγμή που σε αγγίζω, νιώθω πως βρίσκομαι στον παράδεισο, πως κάθε φορά που νιώθω τα χείλι σου στα δικά μου, νιώθω σαν να πετώ?»
«Γιατί δεν μπορώ να ευτυχίσω εγώ, ενώ τόσοι άλλοι πονάνε επειδή ένα τέρας σκότωσε την οικογένεια τους, και θα σκοτώσει κι αυτούς, γιατί δεν είμαι μία απλή έφηβη Λόντρεν, έχω έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να τον σώσω, και άμα ασχοληθώ με την δικιά μου ευτυχία, αυτό δεν θα συμβεί ποτέ.»
«Άκουσες την συζήτηση μας το πρωί?» Με ρώτησε έκπληκτος περιμένοντας απάντηση.
«Ήσουν ξύπνια?» Συνέχισε τις ερωτήσεις του, εγώ έσκυψα καταφατικά το κεφάλι μου και κοίταξα το έδαφος με ντροπή.
«Τότε, κατάλαβε κάτι, εγώ δεν θα σταματήσω να προσπαθώ.» Είπε και έσκυψε για να με φιλήσει. Ένιωθα τα χείλι του τόσο κοντά στα δικά μου που αν ήμουν κερί τώρα θα είχα λιώσει. Πλησίαζαν όλο και πιο πολύ ώσπου…
«Λόντρεν, θα μου το πληρώσεις αυτό. Άφησε την ήσυχη.» Φώναξε η Νάντρεν υστερικά μόλις λίγα μέτρα μακριά μας. Εγώ απομακρύνθηκα γρήγορα και τα μάγουλα μου κοκκίνισαν.
«Νάντρεν, σταμάτα να ανακατεύεσαι, και να την επηρεάζεις.» Είπε ο Λόντρεν και με αγκάλιασε από τους ώμους.
«Όχι, η Νάντρεν έχει δίκιο, δεν θα συμβεί τίποτα μεταξύ μας, ΠΟΤΕ.» Πρόλαβα και είπα μόλις βρήκα την ψυχραιμία μου, και τραβηχτικά από το τόσο ποθητό του άγγιγμα. Έπειτα πήγα προς το μέρος της Νάντρεν.
«Μήπως να ξεκινούσαμε το μάθημα?» Της είπα και εκείνη χαμογέλασε, έπειτα καθώς φεύγαμε έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στον Λόντρεν και έτρεξε προς την μεριά της σπηλιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου