Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου ασταμάτητα, όμως δεν ήμουν η μόνη, λίγα βήματα μόλις από εμένα, βρισκόταν ξαπλωμένη η Νάντρεν κλαίγοντας με λυγμούς, ενώ όλο της το σώμα τρανταζόταν από τον πόνο. Δεν ήξερα για πιο λόγο το έκανε, δεν καταλάβαινα, γιατί πονούσε έτσι. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι το να την βλέπω να πονάει, με έκανε και εμένα να θέλω να κλάψω με λυγμούς. Σηκώθηκα όρθια, και με αποφασιστικά βήματα την πλησίασα. Κάθισα δίπλα της και την έβαλα στην αγκαλιά μου, συνέχισε να κλαίει εκεί όσο πιο βουβά μπορούσε, ενώ εγώ χάιδευα τα μαλλιά της. Ξαφνικά ο Λόντρεν μίλησε.
«Λοιπόν, σηκωθείτε, φεύγουμε, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας μέχρι το επόμενο χωριό, γι αυτό δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.» Τον κοίταξα με μίσος, η σκληρότητα του, ήταν υπερβολικά πολλή.
«Πως μπορείς να είσαι τόσο άκαρδος?» Είπα ξαφνιάζοντας τον. Εκείνος γύρισε να με κοιτάξει χωρίς να πει τίποτα. Για άλλη μία φορά είδα τον πόνο ζωγραφισμένο στα μάτια του, παρόλα αυτά συνέχισα ακάθεκτη, ενώ δάκρυα άρχισαν ξανά να κυλούν στα μάγουλα μου, καθώς άρχισα να ξεσπάω σε εκείνον.
«Πως μπορείς να μην έχεις λίγη συμπόνια μέσα σου?» Έσκυψε το κεφάλι του και κοίταξε το πάτωμα.
«Δεν μιλάς ε? Το μόνο που κάνεις είναι να καθοδηγείς, το μόνο που σε νοιάζει είναι να τελειώσεις την αποστολή σου όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν σε ενδιαφέρει, αν η αδερφή σου πονάει, αν σε χρειάζεται δίπλα της, ενώ εκείνη είναι πάντα δίπλα σου.»
«Κάνεις μεγάλο λάθος, με νοιάζει, όμως αν δεν σηκωθείτε και οι 2 σας τώρα, βλέπω να ξαπλώνουμε, μέσα στην μέση του δάσους παρέα με τα άγρια θηρία για να περάσουμε την νύχτα.» Είπε καθώς έκανε μεταβολή και άρχισε να περπατάει με σταθερό βήμα.
«Ξέρεις τι βλέπω εγώ? Ένα ψυχρό, άκαρδο τέρας, που δυστυχώς έχω για προστάτη μου και για δάσκαλο μου.» Αυτό ήταν η αποτελειωτική μου φράση. Ο Λόντρεν έπεσε με δύναμη στα γόνατα και μίλησε ψιθυριστά, ίσα που τον άκουγα.
«Ναι, έχεις δίκιο, είμαι ένα τέρας, αν δεν ήμουν τέρας, τώρα θα ήταν ζωντανοί, όλοι τους, και εκείνη θα ήταν μαζί μας, εγώ φταίω για όλα. Είμαι ένα άκαρδο τέρας, όπως το πες. Γι αυτό ίσως θα ήταν καλύτερα αν είχα σκοτωθεί εκείνην την ημέρα στο σπίτι σου, θα τα είχατε βγάλει πέρα οι 2 σας και μόνες σας.» Είπε ενώ με τα χέρια του τραβούσε το γρασίδι και το ξερίζωνε. Βλέποντας τον σε αυτήν την κατάσταση, ένιωσα την καρδιά μου να ξεριζώνεται μαζί με το γρασίδι. Η Νάντρεν είχε απομακρυνθεί από την αγκαλιά μου εδώ και ώρα και κοίταζε έκπληκτη τον αδερφό της. Με ένα σάλτο βρισκόμουν στα πόδια μου, έτρεξα με αρκετή δύναμη και με το που έφτασα δίπλα του, του έδωσα ένα τόσο δυνατό χαστούκι που θα το θυμόταν για όλη του την ζωή. Σήκωσε το κεφάλι του, και για άλλη μία φορά είδα το πονεμένο του βλέμμα να με κοιτάει.
«Σταμάτα να κλαίγεσαι σαν αδερφούλα, δεν είπες ότι βιαζόμαστε? Σήκω μην χάνεις καιρό. Αν θες να κάνεις κάτι για να ξεπληρώσεις το λάθος σου, τότε αυτό θα ήταν να βοηθήσεις στο να σώσουμε τις διαστάσεις και έτσι, η ‘Εκείνη’ που θα σε παρακολουθεί από όπου κι αν βρίσκεται θα είναι περήφανη για ‘σένα.» Του είπα με αποφασιστικό ύφος βοηθώντας τον να σηκωθεί. Χωρίς να ξέρω το πώς και το γιατί, με το που σηκώθηκε όρθιος άρπαξε με τα χέρια του το πρόσωπο μου, και με φίλησε με όσο πιο πολύ πάθος είχε μέσα του. Ένιωσα ζέστη να κατακλύει κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Λίγο πριν αρχίσω να ξεχνάω, πια είμαι και τι έκανα τον έσπρωξα από κοντά μου και τον χαστούκισα για 2η φορά μέσα σε λίγα λεπτά. Έπειτα άρχισα να περπατάω με γρήγορα βήμα.
«Νάντρεν πάμε, θα νυχτώσουμε.» Φώναξα χωρίς να σταματήσω, ή να γυρίσω πίσω να δω αντιδράσεις. Προσπαθούσα να μην σκέφτομαι το άγγιγμα του, κάτι πολύ δύσκολο. Αυτό που μπορούσα όμως να κάνω, είναι να προσποιούμουν ότι ούτε καν θυμόμουν τι είχε γίνει και θα συνέχιζα να συμπεριφερόμουν απέναντι του, όπως πριν. Αμέσως η Νάντρεν βρέθηκε δίπλα μου. Δεν μου είπε τίποτα για το συμβάν, αλλά μου είπε διάφορα για το ταξίδι μας. Ο Λόντρεν μας ακολουθούσε σιωπηλός από πίσω. Πραγματικά, κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου, ότι μπορεί να μου είχε φύγει ο ‘τοίχος’ του μυαλού μου, και να είχαν δει τι σκεφτόμουν, όμως μου είχαν πει ότι αυτό θα κρατούσε για ‘ας πούμε’ πάντα.
«Λόντρεν, έλα πιο μπροστά, τι κάθεσαι εκεί πίσω μόνος σου?» Του είπε κάποια στιγμή η Νάντρεν και αυτός προχώρησε βουβά και στάθηκε δίπλα μου.
«Λοιπόν, πότε ξεκινάει η εκπαίδευση μου?» Ρώτησα σε εύθυμο τόνο. Για πρώτη φορά μετά από ώρα άκουσα την μπάση φωνή του Λόντρεν.
«Αύριο, με το που βγει ο ήλιος, θα ξεκινήσεις την εκμάθηση μαγείας…»
«…Στο οποίο θα μια δασκάλα σου εγώ.» Τον συμπλήρωσε χαμογελαστή η Νάντρεν.
«Τέλεια.» Είπα εγώ χαρωπά προχωρώντας λίγο ακόμα. Είχα χάσει πια την αίσθηση του χρόνου, και ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν.
«Ει, τι έγινε?» Φώναξα καθώς έπεσα πάνω σε κάποιον μέσα στα σκοτάδια, συνειδητοποίησα πως ήταν ο Λόντρεν.
«Α ναι, ξέχασα να σου πω. Εδώ πέρα, η νύχτα και η μέρα αλλάζουν γρήγορα, με λίγα λόγια, νύχτωσε, και αυτό σημαίνει πως πρέπει να σταματήσουμε εδώ, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε μέσα στο σκοτάδι.
«Μα…»
«Δεν έχει μα. Λίγο πιο πέρα είναι μία σπηλιά, θα κατασκηνώσουμε εκεί για την νύχτα και αύριο το πρωί, αφότου σου μάθει κάνα μαγικό η Ναντρέν, θα συνεχίσουμε.» Μου απάντησε, έπειτα έπιασε το χέρι μου, και το χέρι της Νάντρεν και μας οδήγησε σε μία σπηλιά. Με το που μπήκαμε μέσα, με τα μαγικά του άναψε μία μεγάλη φωτιά στο κέντρο της σπηλιά, και εμφάνισε τρία σακβουαγιάζ και 3 υπνόσακους. Έπειτα αφού βολευτήκαμε και οι 3. Έσβησε την φωτιά και πέσαμε όλοι για ύπνο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου