«Θέλω κάποιες εξηγήσεις, και τις θέλω τώρα…»
«Κοίτα Κάρο, εμείς…» Προσπάθησε να με διακόψει η Νάντρεν αλλά με ένα βλέμμα μου σταμάτησε.
«Γιατί όταν ξύπνησα, ο Λόντρεν με είπε πριγκίπισσα, και γιατί ο, αυτός ο νάνος τέλος πάντων, με είπε μεγαλειοτάτη. Έχω χάσει κάποια επεισόδια μου φαίνεται.»
«Θα τα μάθεις όλα με τον καιρό τους.» Είπε ο Λόντρεν και πήγε να φύγει. Εγώ τον πλησίασα και βρέθηκα μπροστά του. Υπερβολικά, κοντά του.
«Ο καιρός τους, ήρθε. Γι αυτό θες δεν θες θα μου πεις τώρα.» Του είπα και τον κοίταξα με πείσμα.
«Γιατί θα με αναγκάσεις?» Με ρώτησε ειρωνικά.
«Ναι.»
«Πως?» Είπε πλησιάζοντας με κι άλλο.
«Με κάθε δυνατό τρόπο.»
«Για προσπάθησε…» Δεν πρόλαβε να τελειώσει και εγώ προσπάθησα να τον χτυπήσω, με αποτέλεσμα να πιάσει το χέρι μου και να με γυρίσει έτσι ώστε να βρίσκομαι στην αγκαλιά του.
«Άλλες δοκιμές?» Μου ψιθύρισε στο αυτί και ένιωσα την ζεστή του ανάσα.
«Μπόλικες.» Του είπα χωρίς να χάσω τον αυτοέλεγχο μου και με έναν επιδέξιο τρόπο απομακρύνθηκα από κοντά του.
«Αφού ούτως ή άλλος θα μου πεις, γιατί λοιπόν δεν μου λες από τώρα?» Του είπα προσπαθώντας να κάνω την ναζιάρα.
«Δεν πετυχαίνουνε αυτά σε εμένα μικρή…» είπε και χαμογέλασε περιπαικτικά. Εγώ ξεφύσησα, και συνέχυσα τις προσπάθειες. Μετά από αρκετή ώρα, κάθισα κάτω απηυδισμένη.
«Δεν μπορώ άλλο τα παρατάω.» Είπα και σταύρωσα τα χέρια μου.
«Χα, ο έλα τώρα και είχες αρχίσει να με διασκεδάζεις…» Είπε και εγώ του έβγαλα την γλώσσα.
«Καλά, δεν θα επιμείνω άλλο, ΑΛΛΑ, θα μου υποσχεθείτε πως σε τουλάχιστον 2 μέρες, θα μου πείτε την αλήθεια.»
«Δεν, μπορώ να υποσχεθώ τίποτα τέτοιο…» Είπε ο Λόντρεν.
«Υποσχέσου.» Του είπα κοιτώντας τον στα μάτια.
«Δεν, γίνεται…»
«Θα μου το πεις σε 2 μέρες αλλιώς να πεθάνω, υποσχέσου το.» Είπα και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
«Μα…» Είπε η Νάντρεν αλλά ο Λόντρεν την διέκοψε.
«Το υπόσχομαι, Κάρο.» Έμεινα να τον κοιτάω έκπληκτη. Έπειτα του χαμογέλασα θαρραλέα ενώ εκείνος απέφυγε το πρόσωπο μου, είχε σκυθρωπιάσει ξαφνικά.
Ενώ ήμουν χαμένη στις σκέψης μου είδα την μικρή πορτούλα να ξανανοίγει και να βγαίνει ένας άλλος νάνος, με πολύ κομψά και ακριβά ρούχα, και αγέρωχο ύφος, η στρουμπουλή κοιλίτσα του, ήταν άλλο ένα δείγμα, για να με κάνει να καταλάβω πως αυτός πρέπει να ήταν το ‘αφεντικό’. Είχε μακριά σγουρά κάτασπρα μαλλιά, που ενώνονταν με την μακριά άσπρη γενειάδα του. Λίγο πιο μεγάλη να ήταν και θα την πάταγε.
«Ο, τα καλά μου τα παιδιά!! Τι κάνετε? Είχα να σας δω από τότε που σας έστειλε η Ανώτατη Άρχον, για να βρείτε το κορίτσι της προφητείας, την μέλλουσα ‘αυτοκράτειρα’, και την μόνη ελπίδα για να σωθεί το μέλλον μας.» Είπε καθώς ‘χάιδευε’ την γενειάδα του. Αμέσως γύρισα και κοίταξα τον Λόντρεν ο οποίος είχε γίνει άσπρος σαν το πανί καθώς στράφηκε να με κοιτάξει. Απέφυγα το βλέμμα του και στην προσπάθειά μου αυτήν συνάντησα τα κλαμένα μάτια της Νάντρεν.
«Ωχ, πάλι κουταμάρα έκανα έτσι?» Είπε ο χαριτωμένος γεράκος βάζοντας αμήχανα το δεξί του χέρι πίσω από τα μαλλιά του.
«Τέλος πάντων.» Είπε και με πλησίασε.
«Κόρη μου, σκύψε λίγο διότι τα πόδια μου είναι μικρά και δεν σε φτάνω.» Μου είπε και εγώ αφότου του έριξα ένα απορημένο βλέμμα γύρισα για να δω την Νάντρεν να μου γνέφει να κάνω αυτό που μου έλεγε. Έσκυψα και κάθισα στα γόνατα μου. Εκείνος πέρασε τα μικρά χεράκια του στα μαλλιά μου και με ένα μικροσκοπικό ψαλιδάκι, έκοψε μερικές τούφες από αυτά. Έπειτα αφού τις μύρισε, τις έβαλε στην τσέπη του με ένα βλέμμα απλανές.
«Εσύ είσαι, σε βρήκαν. Δεν το πιστεύω ότι σε βρήκανε. Η προφητεία ήταν σωστή, μόνο αυτοί μπορούσαν να σε βρουν.» είπε και χαμογέλασε πλατιά, έπειτα έβγαλε από την τσέπη του ένα μενταγιόν. Και αφότου το πέρασε στον λαιμό μου, μου είπε.
«Να προσέχεις κόρη μου, ο δρόμος είναι μακρύς γεμάτος δυσκολίες, και το μόνο που σου λείπει τώρα είναι να κρατάς μούτρα σε αυτά τα 2 παιδιά. Πρέπει να δεχτείς τις γνώσεις τους, πρέπει να δεχτείς την εκπαίδευση τους, το πρόγραμμα τους, αλλά πάνω από όλα πρέπει να δεχτείς την φιλία τους, και την αγάπη τους. Ξέρω πως έχεις περάσει πολλά στην ζωή σου, όμως πρέπει να ανοίξεις την καρδιά σου και να την αφήσεις να δείξει τα συναισθήματα της, όπως και να δεχτεί τα συναισθήματα των άλλων.» Μόλις τελείωσε έπιασε με τα δυο του χέρια το πρόσωπο μου, και αφού έκανε μύτες με τα μικρά του ποδαράκια, φίλησε το μέτωπο μου.
«Αυτό το μενταγιόν είναι μαγικό, θα σε καθοδηγήσει σωστά, θα σε βοηθήσει σε οτιδήποτε χρειαστείς, θα είναι ο καλύτερος σου φίλος. Δεν είναι απλό μενταγιόν, όποτε το ανοίγεις, το πνεύμα του κοριτσιού που έχει παγιδευτεί σε αυτό, θα σου μιλάει, θα σε βοηθάει. Μπορεί να σε ‘προσκαλέσει’ και στο μέρος της, για να μιλήσετε χωρίς κανείς να σας ακούει. Όμως δεν πρέπει ποτέ να την χάσεις. Άμα την χάσεις θα χαθείς και εσύ μαζί της.» Είπε και αφότου έσφιξε με τα δύο του χεράκια το δεξί δικό μου, χαμογέλασε και μπήκε και πάλι μέσα στο δέντρο του, αφήνοντας με να κοιτάω την μικρή κλειστή είσοδο, με δάκρυα στα μάτια, γονατισμένη στην μέση ενός δάσους. Με δύο παιδιά σχεδόν άγνωστα σε εμένα, και ένα μαγικό φυλαχτό με το οποίο μπορώ να επικοινωνώ. Αλλά και με ένα μυστικό που έπρεπε να ανακαλύψω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου