Έτσι όπως καθόμουν ξαπλωμένη, είχα αρχίσει να φοβάμαι. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και νόμιζα πως από κάθε γωνία του, πως κάποιος με κοιτούσε, πρώτη φορά είχα φοβηθεί έτσι… Ξαφνικά, κατά της 5 το πρωί, ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου, πήγα να ουρλιάξω αλλά κάποιος άλλος μου έκλεισε το στόμα, και εκείνη την στιγμή άναψαν τα φώτα, χαλάρωσα αμέσως μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν ο Λόντρεν και η Νάντρεν.
«Τι κάνετε εσείς εδώ?» Ρώτησα όσο πιο ψιθυριστά μπορούσα, αλλά με ένταση.
«Εμείς τι κάνουμε, ή εσύ, υποτίθεται ότι θα κοιμόσουν για να μαζέψεις ενέργεια, έτσι ώστε να μπορέσουμε να φύγουμε.
«Πήρα υπερβολική πολύ πληροφόρηση για μια μέρα και έπρεπε να την
επεξεργαστώ… Όπως και να ‘χει, εσείς δεν μου απαντήσατε, τι κάνετε εδώ και πως μπήκατε μέσα…»
«Ήμαστε μάγοι, το ξέχασες?»
«Πφφφφ, όπως και να χει, γιατί ήρθατε?»
«Πρώτον γιατί ο Λόντρεν είχε τσαντιστεί που δεν κοιμόσουν, και δεν άντεχα να τον ακούω να γκρινιάζει όλη την ώρα….» Είπε και αφότου την κοίταξε ο αδερφός της παγερά, σταμάτησε απότομα, πήρε μία γερή δόση αέρα και συνέχισε. «Και δεύτερον γιατί πρέπει να φύγουμε τώρα. Κάποιος είπε στον εχθρό μας ότι βρίσκεσαι σε αυτήν την διάσταση, μπορεί να είναι κιόλας εδώ…» Εκείνη την στιγμή ακούστηκε η κάτω πόρτα να ανοίγει με δύναμη και βαριά βήματα να ανεβαίνουν τις σκάλες…
«Τι, τι θα κάνουμε?» Είπα ψιθυριστά.
«Κρύψου, θα τους καθυστερήσω εγώ…» Μου είπε ο Λόντρεν και πήγε να βγει από την πόρτα.
«Όχι, θα… θα σε τραυματίσουν…»
«Δεν βαριέσαι, με έχουν ξανατραυματίσει.» Είπε και κάπως έτσι βγήκε από το δωμάτιο. Εγώ τότε στράφηκα στην Νάντραν, που φαινόταν σκεπτική. Από έξω άκουγα σιγανές κραυγές, φοβήθηκα για την οικογένεια μου…
«Όσο και να προσπαθείς να μην το σκεφτείς, οι δικοί σου, σε λίγο θα είναι νεκροί…» Μου είπε η Νάντραν κι εγώ την κοίταξα γεμάτο απέχθεια.
«Έλα πρέπει να κρυφτούμε όπως είπε και ο Λόντρεν…» Είπε και με τράβηξε από το χέρι για να σηκωθώ. Παραπάτησα, λόγω του ότι ήμουν ξαπλωμένη πολλές ώρες, αλλά δεν έδωσα σημασία. Τράβηξα με δύναμη το χέρι μου από το δικό της και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Και εκεί αυτό που είδα, μου θύμισε λουτρό αίματος. Διάφοροι, άγνωστοι σε εμένα, άνθρωποι, νεκροί, αλλά ανάμεσά τους αναγνώρισα 3 πρόσωπα, δάκρυα κύλισαν από τα μάτια μου, και τότε συνειδητοποίησα, ότι η μάχη συνεχιζόταν ακόμα, και πως μάλιστα κινδύνευαν τα τελευταία ζωντανά πρόσωπα που αγαπώ… Σκούπησα τα δάκρυα μου και έτρεξα με όση δύναμη μου απέμεινε, στον κάτω όροφο. Τα μάτια μου ορθάνοιξαν, καθώς είδα πεσμένο ακριβώς μπροστά στις σκάλες τον Λόντρεν με ένα μαχαίρι καρφωμένο στον ώμο του. Έτρεξα δίπλα του με γρήγορα βήματα.
«Λόντρεν, Λόντρεν.» Άκουσα την Νάντρεν να λέει και να έρχεται δίπλα μου, Ξαφνικά, άκουσα κάποιον να ουρλιάζει, όμως όχι από πόνο, αλλά από λύσσα, πετάχτηκα όρθια και έπιασα το χέρι αυτουνού του ανθρώπου ακριβώς την στιγμή που πήγαινε να καρφώσει ένα μαχαίρι στην γυρισμένη Νάντρεν.
«Κανείς δεν θα κάνει κακό στους προστάτες μου, ακούς?» Του είπα τραβώντας του το μαχαίρι και καρφώνοντάς το με δύναμη στην κοιλιά του, καθώς έπεφτε στο πάτωμα νεκρός. Σίγουρα δεν υπήρχαν άλλοι ζωντανοί μέσα στο σπίτι εκτός από εμάς, το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα, και τα άτομα που αγάπησα πιο πολύ από όλα, είναι πλέον παρελθόν. Και τότε κοίταξα τον νεκρό άντρα στα πόδια μου, και για πρώτη φορά ούρλιαξα, από απέχθεια στον εαυτό μου. Τράβηξα το μαχαίρι που ήταν ακόμη καρφωμένο στην κοιλιά του και ετοιμάστηκα, να δώσω ένα τέλος στην μαρτυρική ζωή μου.
«Όχι.» Άκουσα κάποιον να λέει και να αρπάζει με δύναμη το μαχαίρι από το χέρι μου καθώς εγώ άρχισα να πέφτω, να πέφτω χωρίς σταματημό, μέσα στο βαθύτατο σκοτάδι.
Καθώς άρχισα να συνέρχομαι, ένιωσα δυνατό αέρα να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό μου, όπως επίσης κάποιος με κρατούσε στην αγκαλιά του. Άνοιξα τα μάτια μου, και κοίταξα το πρόσωπο που κοιτούσε ευθεία μπροστά καθώς έτρεχε με όλη του την δύναμη, ήταν ο Λόντρεν, μα αυτός, είχε χτυπήσει, και… τότε άρχισαν όλες οι αιματηρές εικόνες να περνάν μπροστά στα μάτια μου, οι οικογένειά μου νεκρή, εγώ που σκότωσα αυτόν τον άνθρωπο, ο θρήνος της Ναταλίας, το μαχαίρι, το σκοτάδι. Άθελα μου ούρλιαξα με αποτέλεσμα να κάνω τον Λόντρεν να σταματήσει και να με κοιτάξει. Μόλις είδε ότι είχα συνέρθει, και πως μάλιστα έκλαιγα, με έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά του.
«Μην ανησυχείς πριγκίπισσα, δεν θα σου κάνει κανείς κακό.» Τον άκουσα να λέει καθώς με ακούμπαγε απαλά στο έδαφος, δεν πρόλαβα να πάρω ανάσα, και την θέση των κρύων χεριών του Λόντεν διαδέχθηκαν τα ζεστά γεμάτα αγάπη χέρια της Νάντρεν.
«Είσαι καλά, είσαι καλά.» Είπε και με έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της. Έπειτα μου πρόσφερε το χέρι της και με βοήθησε να σηκωθώ.
«Είμαι μια χαρά. Αν και θα έπρεπε να το ξέρεις…»
«Όχι.»
«Ε? Τι όχι…»
«Όχι, δεν μπορούσα να το ξέρω, μετά από αυτό το δυνατό σοκ που έπαθες, φαίνετε πως το μυαλό σου δημιούργησε μία αδιαπέραστη άμυνα, ένα τοίχος που δεν μπορώ να σπάσω με τίποτα.» Είπε και χαμογέλασε σκεφτική.
«Τότε τόσο το καλύτερο.» Είπα εγώ καθώς πέρασα τα μακριά μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου.
«Ξέρεις, σε σχέση με το βράδυ εκείνο στο…»
«Δεν θέλω να ακούσω τίποτα Νάντρεν. Το μόνο που θέλω είναι να μου πείτε που βρίσκομαι.» Είπα καθώς κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν σε ένα δάσος με υπερβολικά μεγάλα, και τεράστια δέντρα.
«Στο δάσος Κολντρέι, στην διάσταση Κολντρίν, αυτά τα δέντρα που βλέπεις, δεν είναι απλά δέντρα, αλλά το κάθε ένα φιλοξενεί από έναν Κολντρέιερ, και εμείς έχουμε έρθει να επισκεφτούμε τον αρχηγό τους.» Απάτησε ο Λόντρεν γεμάτος απέχθεια, για άλλη μία φορά, λογικό είναι, δεν θα ήταν και το πιο ωραίο πράγμα να είναι αναγκασμένος να με κουβαλάει για τόσες ώρες. Πλησίασε το δέντρο που βρισκόταν ακριβώς μπροστά μας, και το χτύπησε ρυθμικά. Ακούστηκαν μερικά υπόκωφα και μία πόρτα άνοιξε, θα ορκιζόμουν πως δεν φαινόταν να υπάρχει καμία πόρτα εκεί προηγουμένως. Κοίταξα τον, οικοδεσπότη μας, και συνειδητοποίησα ότι είχε το ύψος ενός 6χροννου παιδιού.
«Ποιοι είστε και τι θέλετε στο σπίτι του αφέντη μου?» Είπε και μας κοίταξε με καχυποψία.
«Δεν μας θυμάσαι Μαγκρίντ?» Τον ρώτησε η Νάντρεν καθώς έσκυψε στο επίπεδό του.
«Ώ, μα ναι, πως μπορούσα να σας ξεχάσω μικρή μου αρχόντισσα. Όπως και τον σπαστικό αδερφό σας.» Είπε και έριξε ένα παγερό βλέμμα στον Λόντρεν. Εμένα μου ξέφυγε ένα μικρό γελάκι. Τότε έστρεψε την προσοχή του σε εμένα.
«Και πια είναι αυτή η όμορφη δεσποινίδα που έχω την τιμή να κοιτάξω?» Είπε καθώς με πλησίασε. Εγώ μετά από νόημα της Νάντρεν έσκυψα στο επίπεδο του.
«Είναι η Καρολίνα Μαγκρίντ…» Είπε ο Λόντρεν.
«Ω, μεγαλειοτάτη, συγχωρήστε με που δεν σας κατάλαβα…» Είπε και πήρε με τα μικρά χεράκια του το χέρι μου και το φίλησε ως ένδειξη σεβασμού. Εγώ σηκώθηκα απότομα και τον κοίταξα με έκπληξη.
«Τι- τι εννοείς με-με το με,μεγαλειοτάτη?» Τον ρώτησα έκπληκτη.
«Ω, δεν της έχετε πει? Εμ, καλύτερα να πάω να πω στο αφεντικό ότι ήρθατε, προς το παρών καλύτερα να καθίσετε εδώ για λίγο, δεν νομίζω πως χωράτε μέσα… Είπε και χάθηκε πάλι πίσω από την μυστική πόρτα αφήνοντας εμάς τους 3 μόνους.
«Και τώρα οι 3 μας…» Είπα κοιτώντας μία τον Λόντρεν και μία την Νάντρεν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου