Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 6ο Επιτέλους ολοκληρωμένη αλήθεια

Μόλις άνοιξα την πόρτα έπεσε πάνω μου η Ναταλί κλαίγοντας, ενώ πιο πίσω στεκόταν ο Λορένζο με ένα αυστηρό βλέμμα, πρώτη φορά τον είχα δει τόσο σοβαρό.
«Συ-συγνώμη Κάρο, Συγνώμη που δεν σου είπα τίποτα, αλλά, δεν, δεν έπρεπε, δεν μπορούσα να σου πω, παρά μόνο άμα ήσουν έτοιμη, σε παρακαλώ συγχώρεσε με. Έχεις κάθε δίκιο να είσαι θυμωμένη μαζί μου και…»
«Σςςς, Ηρέμισε, δεν έχω θυμώσει…» Είπα και με ένα βλέμμα του Λορένζο συνέχισα «…Μαζί σου.»
«Σε, ευχαριστώ!!!» Είπε και χαμογέλασε πλατιά.
«Αρκεί να μου πεις τα πάντα… Τώρα.»
«Δεν, δεν μπορώ, η Αντονέλα θα, θα φωνάζει.»
«Η μητέρα σας?»
«Εμ…» είπε και κοίταξε τον αδερφό της δαγκώνοντας το κάτω χείλος της.
«Δεν είναι μητέρα μας.» Απάντησε με σκληρή φωνή. Πραγματικά δεν τον αναγνώριζα. Έμοιαζε σαν να ήθελε να κρύψει κάτι, κάτι που τον πονούσε, που τον πονούσε πολύ.
«Ελάτε περάστε μέσα…»
«Εμ, βασικά θα προτιμούσαμε να πηγαίναμε κάπου μόνοι μας, οι 3 μας.» Είπε η Ναταλί πιάνοντας το χέρι μου. Εγώ κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και βγήκα έξω από το σπίτι, φροντίζοντας αυτήν την φορά να πάρω κλειδιά μαζί μου. Προχωρήσαμε λίγο μέχρι που φτάσαμε σε ένα πάρκο. Εκεί σταμάτησα και κοίταξα τον Λορένζο σφίγγοντας περισσότερο το χέρι της Ναταλίς.
«Τι είστε?» Φένεται να περίμενε την ερώτηση μου και προχώρησε και ακούμπησε την πλάτη του σε ένα δέντρο κοιτώντας το έδαφος.
«Πάντως όχι σαν και εσένα.» Είπε χωρίς να με κοιτάζει.
«Είμαστε προστάτες.» Απάντησε η Ναταλί, γύρισα και την κοίταξα με μάτια τεράστια από την έκπληξη.
«Δηλαδή. Προστάτες, τι?»
«Δικοί σου. Η Αντονέλα δεν είναι μητέρα μας, αλλά το αφεντικό μας. Ήμαστε μία μεγάλη ομάδα, και πηγαίνουμε σε οποιοδήποτε πλάσμα σημαντικό, που έχει κάποιο σοβαρό ρόλο, κάτι που πρέπει να κάνει.» Είπε ο Λορένζο.
«Και το όνομα μου δεν είναι Λορένζο, ούτε της Ναταλίς είναι. Ανάλογα στη χώρα και στην διάσταση που πηγαίνουμε, παίρνουμε το ανάλογο όνομα.»
«Θες να πεις πως υπάρχουν και άλλες διαστάσεις?» Ρώτησα σηκώνοντας την φωνή μου μία οκτάβα.
«Εννοείται, τι νόμιζες, πως η δική σας ήταν η μοναδική?»
«Να πω την αλήθεια, ναι.»
«Ω μην είσαι χαζή!!» Είπε η Ναταλί, ή όπως τέλος πάντων την λένε.
«Λοιπόν, φτάνει το μπιρι μπίρι, μπείτε επιτέλους στο ψητό.» Τους είπα καθώς σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος μου.
«Όπως σου είπαμε ήμαστε προστάτες, κάτι ανάμεσα σε μάγο και άνθρωπο.»
«Τι??? Υπάρχουν και μάγοι? Σόρρυ κιόλας, αλλά πόσα πλάσματα υπάρχουν για να καταλάβω…»
«Πάρα πολλά, άπειρα.»
«Στην γη?»
«Σε όλους τους κόσμους και της διαστάσεις.» Απάντησε η Ναταλί και με μία πιρουέτα κάθισα στο έδαφος.
«Τέλος, πάντων, συνεχίζω.» Είπε ο ‘Λορένζο’ και καθώς έκανε πέρα το μαλλί του συνέχισε. «Είμαστε κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και μάγο, δηλαδή δεν μπορούμε να κάνουμε όλα τα μαγικά, και γι αυτό ήμαστε αναγκασμένοι να γινόμαστε προστάτες. Οι ολόκληροι μάγοι είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν τι θα γίνουν. Τώρα, όσο αναφορά εσένα. Εσύ δεν είσαι απλώς κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και βαμπίρ, αλλά και χωρίς να το ήξερε κανείς από τους προγόνους σου, έχεις στο αίμα σου, και λίγη μαγεία.»
«Τι πράγμα? Μα καλά τι είμαι τέλος πάντων, στο τέλος θα μου πείτε πως κατάγομαι και από λυκάνθρωπο.»
«Όχι, αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ, κανείς δεν μπορεί να κατάγεται από βρικόλακες και λυκανθρώπους συγχρόνως.» Απάντησε το ίδιο σοβαρά.
«Μα καλά, What’s wrong with you people, εννοώ, έρχεστε εδώ και κάνετε τι ζωή μου ένα κουβάρι, και στο κάτω κάτω, τι πείραζε αν δεν το μάθαινα και ποτέ.»
«Μα, δεν γίνεται αυτό, πρέπει να έρθεις μαζί μας, στην δική μας διάσταση, πρέπει να μας βοηθήσεις να την σώσουμε πριν την καταστροφή.»
«Ποιος ήρθε?»
«Δεν αστειεύομαι Κάρο.» Είπε ο Λορένζο και σηκώθηκε όρθιος.
«Και αν δεν θέλω να έρθω.»
«Τότε πολύ απλό, μία διάσταση λιγότερη για τους εχθρούς μας, και ένα βήμα πιο κοντά στο στόχο τους, να καταστρέψουν όλες τις διαστάσεις και να κυριεύσουν τον κόσμο.» Απάντησε για πρώτη φορά στην ζωή της σοβαρά, η Ναταλί.
«Με λίγα λόγια μου λέτε ότι δεν έχω άλλη επιλογή…» είπα και εκείνοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους.
«Ωραία, πότε φεύγουμε?»
«Μην βιάζεσαι. Πρέπει πρώτα, να εξασκήσεις την δύναμη της όσφρησης, της όρασης και της ταχύτητας που έχεις από την μεριά του βρικόλακα. Έπειτα την σωματική σου δύναμη, ως άνθρωπος, και τέλος τις μαγικές δυνάμεις σου, ως μάγος.» Μου απάντησε ο Λορένζο και έφτασε μπροστά μου χωρίς να κάνει ούτε ένα βήμα.
«Και πρέπει να ακονίσεις και το μυαλό σου. Να προβλέπεις την κίνηση του εχθρού πριν καν την πραγματοποιήσει.» Είπε και γράπωσε, με κάθε έννοια της λέξης, τα χέρια μου από τους καρπούς τους. «Να είσαι πάντα σε ετοιμότητα.» Είπε και με έσπρωξε αλλά πριν προλάβω να πέσω ήταν πίσω μου και με κράτησε. «Το μυαλό σου, να είναι γρηγορότερο από το βλέμμα σου και το σώμα σου.» Είπε και με στερέωσε στο έδαφος. «Και να μην εμπιστεύεσαι κανέναν παρά μόνο αυτούς που εμπιστεύεται το μυαλό σου, όχι η καρδιά σου.» Είπε και πίεσε με τον δείχτη του δεξιού χεριού του το μέτωπο μου. «Γιατί σε αυτήν την μάχη, η καρδιά κάνει της μεγαλύτερες δολοπλοκίες.» Είπε και χτυπώντας με δύναμη το πόδι του στο έδαφος έριξε κάτω το δέντρο στο οποίο στηριζόταν προηγουμένως. Εγώ κοιτούσα έντρομη την σκηνή.
«Λόντρεν, σταμάτα, την έχεις κατατρομάξει.» Είπε η ‘Ναταλί’ Καθώς με αγκάλιασε από τους ώμους.
Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι έτρεμα παρά μόνο την στιγμή που με άγγιξε η Ναταλί και με κράτησε σταθερή. Ο Λόντρεν, από ότι φαίνεται αυτό είναι το κανονικό του όνομα, σήκωσε και με κοίταξε με μάτια γεμάτα πόνο.
«Συγνώμη Κάρο.» είπε και πήγε να απομακρυνθεί.
«Δεν, δεν πειράζει Λόντρεν.» Είπα και εκείνος χαμογέλασε στο άκουσμα του ονόματός του. «Απλώς πες μου, τι έχεις πάθει? Γιατί έχεις τόσο θυμό και πόνο μέσα σου.» Το πρόσωπό του αμέσως σκοτείνιασε.
«Δεν μπορώ να σου πω, τουλάχιστον, όχι ακόμα.» Είπε συλλαβίζοντας προσεκτικά την κάθε λέξη.
«Δεν, πειράζει, απλώς να ξέρεις πως αν χρειαστείς να ξεσπάσεις, εδώ είμαι εγώ.» Είπα ακουμπώντας το χέρι μου στον ώμο του. Εκείνος ανακάτωσε τα μαλλιά μου και γέλασε.
«Ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω. Την επόμενη φορά σε έχω ικανή να σηκώσεις ολόκληρο σεισμό έτσι που τρέμεις.»
«Μίλησε και ο κύριος περιβάλλον. Το ξέρεις πως δεν πρέπει να καταστρέφουμε τα δέντρα? Είναι πολύ λίγα αυτά που μας έχουν απομείνει και εσύ όταν έχεις νεύρα ξεριζώνεις και από ένα. Άσε που αν το έβλεπε αυτό κανείς, τότε… Την είχαμε πατήσει πολύ άσχημα.»
«Ναι, η αλήθεια είναι πως παραφέρθηκα λίγο…»
«Λίγο? Λίγο? Εδώ…» Είπα και μου έριξε ένα παγερό βλέμμα έτσι ώστε αναγκάστηκα να κλείσω το στόμα μου.
«Καλύτερα να πάμε την Κάρο σπίτι, αν είναι αύριο να φύγουμε…» Είπε η Ναταλί.
«Για την ακρίβεια, με λένε Νάντρεν» Είπε και μου χαμογέλασε. Τέλεια, ξέχασα ότι διαβάζανε τα μυαλά.
«Νάντρεν? Μοιάζει με το Λόντρεν, σωστά?»
«Συνήθως, τα αδέρφια έχουν παρόμοια ονόματα στην περιοχή μας.»
«Α, και τι ήταν αυτό, το, αν είναι αύριο να φύγουμε?»
«Εμ, όσο πιο γρήγορα φύγουμε από αυτήν την διάσταση τόσο πιο ασφαλής θα είσαι. Εννοείται πως δεν θα πάμε ακόμα στην δικιά μας, αλλά σε μία πιο απομακρυσμένη. Έτσι ώστε να μπορέσεις να εξασκηθείς, χωρίς προβλήματα.»
«Αχά, καταλαβαίνω.» Είπα καθώς ξεκινήσαμε τον δρόμο της επιστροφής.
«Άκου κάτι. Τώρα που θα επιστρέψουμε, μέσα στο σαλόνι θα σε περιμένουν οι φίλοι σου. Μην τους πεις την αλήθεια, όσο λιγότερα ξέρουν τόσο το καλύτερο γι αυτούς, πες τους ότι απλώς είχε γίνει μία παρεξίγιση και πως πήγαμε μία βόλτα και τα βρήκαμε. Σύμφωνοι?» Με ρώτησε η Νάντρεν.
«Σύμφωνοι.» Είπα εγώ καθώς ξεκλείδωνα την πόρτα του σπιτιού μου. Τους χαιρέτισα βιαστικά και μπήκα μέσα.
«Πρώτα μας λες να έρθουμε εδώ γιατί θες να μας μιλήσεις και μετά μας στήνεις.» Είπε η Μαρίνα.
«Συγνώμη Μαρίνα, ε-εγώ.»
«Ας το Κάρο, δεν το σώζεις, καλύτερα να κάνεις παρέα με τους άλλους φίλους σου.» Είπε ο Ντέιμον και τραβώντας την Μαρίνα από το χέρι βγήκαν έξω από το σπίτι. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου. “Είναι καλύτερα έτσι, είναι καλύτερα έτσι” Έλεγα και ξαναέλεγα στον εαυτό μου προσπαθώντας να απομακρύνω τον πόνο καθώς ανέβαινα στο δωμάτιο μου. Ήμουν πολύ κουρασμένη, δεν είχα κουράγιο να αλλάξω, απλώς ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, περιμένοντας να με πάρει ο ύπνος. Πράγμα αδύνατο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου