Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, είδα τον πατέρα μου, αναίσθητο στο πάτωμα με ένα μπουκάλι στο χέρι. Έτρεξα κοντά του και τον ταρακουνούσα, χωρίς αποτέλεσμα, εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα και η θεία μου. Μάλλον μόλις είχε γυρίσει από ψώνια γιατί της έπεσαν οι σακούλες από τα χέρια.
«Κάρο? Τι έγινε εδώ?» Με ρώτησε αναστατωμένη καθώς πήγε στην κουζίνα να φέρει ένα ποτήρι νερό.
«Δεν έχω ιδέα. Ήρθα και τον βρήκα έτσι…» Η αλήθεια είναι ότι πρώτη φορά είδα τον πατέρα μου σε τέτοια κατάσταση. Δεν ήξερα την τον προβλημάτισε και τον ανάγκασε να πιει ένα σωρό ποτά, αλλά το σίγουρο ήταν πως η συζήτηση που ήθελα να κάνω θα έπρεπε να περιμένει. Μόλις επέστρεψε η θεία μου του έριξε το νερό στο πρόσωπο και κάπως έτσι άρχισε να ανοίγει τα μάτια του.
«Θα τον πάω στο δωμάτιό του να ξαπλώσει. Εσύ περίμενε με ακριβώς εδώ.» Μου είπε η θεία μου και τον σήκωσε όρθιο προσπαθώντας να τον κάνει να περπατήσει για να τον ανεβάσει στις σκάλες. Εγώ βέβαια δεν έμεινα άπρακτη, άρχισα αμέσως το καθάρισμα, απεχθανόμουν την ακαταστασία. Έτσι μάζεψα όλα τα μπουκάλια που βρίσκονταν πάνω και κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού, σφουγγάρισα τα λερωμένα σημεία, και έστρωσα τους καναπέδες. Ακριβώς την στιγμή που τελείωνα κατέβηκε η θεία μου.
«Δεν σου είπα να μην κάνεις τίποτα?» Είπε με ένα αυστηρό ύφος, έπειτα μαλάκωσε και με αγκάλιασε.
«Θεία δεν ξέρω τι έφερε τον μπαμπά σε αυτήν την κατάσταση, αλλά ήθελα να σας μιλήσω, και αφού δεν είναι παρόν ο θείος, αλλά ούτε και ο μπαμπάς είναι σε κατάσταση να με ακούσει, θα μιλήσω σε εσένα. Και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά.» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
«Εμ, ξέρεις εγώ… ε…» Προσπάθησε να με αποφύγει.
«Δεν έχεις να πας πουθενά, θα κάτσεις κάτω και θα μιλήσουμε.» Της είπα βάζοντάς την με το ζόρι να καθίσει στον καναπέ.
«Όσο θα μιλάω, σε παρακαλώ να μην με διακόψεις.» Της είπα λίγο πιο αυστηρά από όσο θα έπρεπε.
«Κοίτα, τον τελευταίο καιρό μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Καταρχάς, ώρες ώρες μυρίζω μια μυρωδιά που με κάνει να την θέλω τόσο πολύ, όσο και να την απωθώ, όμως όποτε συμβαίνει αυτό, μια φωνή μιλάει μέσα στο κεφάλι μου. Δεν είχα δώσει σημασία, όμως σήμερα αυτή η φωνή έκανε το λάθος να μου πει διάφορα πράγματα με αποτέλεσμα να υποπτευθώ ότι ήταν ο Λορένζο. Κάποια στιγμή όταν κατευθυνόμουν προς την βιβλιοθήκη άκουσα τον Λορένζο και την Ναταλί να συζητάνε, και επιβεβαιώθηκα για της υποψίες μου, όμως, θεία, άκουσα και κάποια άλλα πράγματα. Άκουσα πως ο Άλβιν δεν είναι πατέρας μου, ότι εσύ δεν είσαι θεία μου και ο Ρον, θείος μου. Πως η μητέρα μου δεν σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, και πως εγώ είμαι διαφορετική από τους υπόλοιπους ανθρώπους, πραγματικά θεία έχω μπερδευτεί, έχω μπερδευτεί πολύ, σε παρακαλώ, πες μου την αλήθεια, δεν θα σου θυμώσω, απλώς πες μου την αλήθεια.» Είπα ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Πήγε να με αγκαλιάσει, αλλά εγώ απομακρύνθηκα.
«Γλυκιά μου, η αλήθεια είναι ότι, δεν ξέρω ούτε πως ο Λορένζο σου μηλούσε μέσα στο κεφάλι σου, ούτε πως τα ήξεραν όλα αυτά τα παιδιά, το μόνο που μπορώ να σου πω είναι η αλήθεια για τους γονείς σου, για το τι είσαι, και για το τι ήμασταν εμείς. Είσαι έτοιμη να τα ακούσεις?» Έγνεψα καταφατικά. Πείρε μία βαθιά ανάσα και ξεκίνησε.
«Αυτή η ιστορία γλυκιά μου ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια, για να μην πω αιώνες.
Εγώ ο Άλβιν και ο Ρον, μαζί με κάποιους άλλους φίλους μας, τον Χάρι και την Λίλιαν, και τον αρχηγό μας τον Κράκερ, ήμασταν σε μία ομάδα, και δεν ήμασταν άνθρωποι, αλλά…»
«Αλλά τι Μέρι?» Με κοίταξε λυπημένη και απάντησε.
«Αλλά βρικόλακες…»
«Ποιος ήρθε?»
«Αυτό που άκουσες, βρικόλακες. Μία μέρα, πριν από 17 χρόνια ένα τρένο αναποδογυρίστηκε στην Ελλάδα, από έναν άλλον βρικόλακα ο οποίος τους σκότωσε όλους, ο μόνος επιβάτης που γλύτωσε ήταν η μητέρα σου. Την κυνήγησε αρκετή ώρα, όμως την άκουσε ο Άλβιν και την έσωσε. Όμως η μόνη ελπίδα για να σωθεί ήταν να την αλλάξουμε και εκείνη σε βρικόλακα. Όμως η μεταμόρφωση της δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ήταν κάτι ανάμεσα σε βρικόλακα και άνθρωπο, αλλά εκτός από αυτό είχε και κάτι, σαν μαγικές δυνατότητες ας πούμε. Μπορούσε να μεταφερθεί από το ένα μέρος στο άλλο, και μπορούσε να ευχηθεί κάτι αλλά αυτό θα την εξουδετέρωνε υπερβολικά πολύ. Δεν ελκυόταν στο αίμα, αν και μπορούσε να… αν ήθελε. Μια μέρα που είχαμε πάει για κυνήγι όλη η ομάδα, η μητέρα σου είχε μείνει πίσω, όμως ανησυχούσε για τον Άλβιν, εκείνο τον καιρό ήταν μαζί, και ήρθε και εκείνη κρυφά, βρήκε τον Άλβιν, να πίνει το αίμα ενός αγοριού από την Αγγλία, γύρω στην ηλικία των 16 και το έσωσε. Αυτός ήταν ο πατέρας σου. Γίνανε διάφορα πράγματα, και κάποια στιγμή η μητέρα σου έμεινε έγκυος σε εσένα, όμως λίγους μήνες πριν γεννηθείς εσύ, είχανε πάει όλη σε μία μάχη απέναντι από τους εχθρούς της μητέρας σου, πίσω είχαν μείνει μόνο εγώ, ο Άλβιν, και η μητέρα σου. Λίγες ώρες πριν την γέννησή σου, ήρθε και μας βρήκε ο Ρον, μας μετέφερε στην μάχη, και εκεί η μητέρα σου είδε τον πατέρα σου να πεθαίνει. Έπειτα κάποιος πήγε να της επιτεθεί και μπήκε μπροστά η Λίλιαν, και ο Χάρης τον σκότωσε, όμως το κτήνος τον πρόλαβε και τον μαχαίρωσε θανάσιμα. Έτσι η μητέρα σου, είδε 3 αγαπημένα της άτομα να πεθαίνουν μπροστά στα μάτια της, έτσι όταν επιστρέψαμε, από το πολύ της πόνο, και θλίψη έσπασαν τα νερά. Ήταν μία δύσκολη γέννα, που την έκανε πολύ αδύναμη, όμως εκείνη δεν μπορούσε να ζήσει μακριά τους. Είχε πονέσει πολύ, είχε χάσει τους γονείς της, τον αδερφό της, αυτόν που αγαπούσε, και τους κολλητούς της φίλους, έτσι εκείνη την στιγμή και ενώ σε είχε στην αγκαλιά της, ευχήθηκε με όλη της την αγάπη, εγώ, ο Ρον και ο Άλβιν, να ξαναγίνουμε άνθρωποι και να σε μεγαλώσουμε σωστά, και έπειτα μας άφησε. Εμείς, έπειτα από αυτό φύγαμε και ήρθαμε στην Ιταλία, θεωρήσαμε πως θα ήταν καλύτερα για σένα να μην πάμε σε ένα μέρος όπου καταγόσουν. Έτσι μεγάλωσες εδώ, και σου είπαμε αυτήν την ψεύτικη ιστορία ελπίζοντας να μην μάθαινες ποτέ την αλήθεια. Όμως να ξέρεις πως σε μεγαλώσαμε σαν να ήσουν δικό μας παιδί, όπως μας ζήτησε η μητέρα σου. Την αγαπούσαμε πολύ την μητέρα σου, και ο Άλβιν περισσότερο από όλους, γι αυτό σε είχε σαν παιδί του.» Όλη αυτήν την ώρα που μιλούσε δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, αλλά και από τα δικά μου, την αγκάλιασα και την άφησα να κλάψει στον ώμο μου. Είχα θυμώσει που δεν μου είχαν πει την αλήθεια, όμως καταλάβαινα ότι το κάναν για το καλό μου, για να μείνω μακρυά από αυτόν τον κόσμο. Όμως τώρα κατάλαβα ότι όλα είναι πολύ πιο περίεργα από ότι νόμιζα. Εγώ είμαι κάτι μεταξύ σε άνθρωπο και βρικόλακα, όπως η μητέρα μου, μόνο που εγώ μεγαλώνω κανονικά, και απλώς έχω θέληση για το αίμα, όμως θα το καταπολεμήσω. Και φυσικά αύριο θα μιλήσω με την Ναταλί και τον Λορένζο, δεν μπορώ να πω τίποτα στον Ντέιμον και την Μαρίνα, όσο και αν τους χρειάζομαι, είναι καλύτερα γι αυτούς να μείνουν στο σκοτάδι.
«Θεία, μπορείς σε παρακαλώ, να μου πεις τα ονόματά τους, και πως ήταν η εμφάνιση τους?» Μου χαμογέλασε και απομακρύνθηκε από την αγκαλιά μου.
«Την μητέρα σου την έλεγαν Κλειώ, ήταν ακριβώς όπως εσύ, αλλά σαν άνθρωπος είχε καστανά μάτια, ενώ σαν βρικόλακας μωβ. Τον πατέρα σου, τον έλεγαν Τζέισον, και είχε μαύρα μαλλιά και μπλε μάτια, σαν τα δικά σου. Μοιάζεις πάρα πολύ και στους δυο τους, γι αυτό και σε αγαπήσαμε ακόμα περισσότερο, γιατί μας τους θύμισες, και μας έκανες να μην ξεχνάμε όλα όσα είχαν συμβεί.» Δεν πρόλαβα να μιλήσω γιατί κάποιος χτύπησε την πόρτα. Σηκώθηκα όρθια και πήγα να ανοίξω, Σκέφτηκα πως θα ήταν ο Ντέιμον με την Μαρίνα, αλλά όταν άνοιξα…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου