Κεφάλαιο 4ο
Εκπλίξεις
Προχωρούσα στους διαδρόμους σκυφτή, ενώ σκεφτόμουνα όλα αυτά τα περίεργα που μου συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό, καθώς προχωρούσα όμως έπεσα πάνω σε κάποιον.
«Μα καλά δεν βλέπεις…?» Τον άκουσα να λέει και μετά να σταματάει. «Κάρο, τι έπαθες?» Άκουσα τον Ντέιμον να ρωτάει και να με ταρακουνάει βίαια από τους ώμους.
«Τι-τίποτα.» Τραύλισα χωρίς να σηκώσω το βλέμμα μου να τον κοιτάξω.
«Τίποτα? Με δουλεύεις εσύ είσαι έτοιμη να πέσεις κάτω. Δεν έγραψες καλά αυτό είναι? Μην ανησυχείς, θα έρθουν και άλλα τεστ και θα πας καλύτερα.»
«Δεν είναι αυτό ρε Ντέιμον. Καλύτερα να πηγαίνω.» Είπα και απομακρύνθηκα.
«Που που πας?»
«Σπίτι μου, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά.»
«Εμ, καλά. Κάτσε να έρθω να σε βοηθήσω να μαζέψεις τα πράγματα σου.» Είπε τρέχοντας από πίσω μου για να με προλάβει.
«Ευχαριστώ?» Του είπα και του χαμογέλασα. Έπειτα μπήκαμε μέσα στην τάξη και αφού με βοήθησε να μαζέψω την τσάντα μου γύρισε και με κοίταξε.
«Δεν ξέρω τι έγινε…» Είπε και με το χέρι του πέρασε μία τούφα από τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου, και άφησε το χέρι του να πέσει στον αριστερό μου ώμο. «Αλλά θέλω να ξέρεις, ότι, οτιδήποτε και να συμβεί, εγώ είμαι εδώ εντάξει. Και αν θες να μιλήσεις σε κάποιον απλώς πάρε με τηλέφωνο και θα είμαι εκεί. Εντάξει?»
«Σε ευχαριστώ Ντέιμον.» Είπα και τον αγκάλιασα. Μύριζε πολύ όμορφα, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Εκείνη την στιγμή μπήκαν μέσα δύο άτομα. Απομακρύνθηκα από τον Ντέιμον και γύρισα να δω την Ναταλί και τον Λορένζο να μας κοιτάνε.
«Επ, τι γίνεται εδώ, διακόπτουμε κάτι?» Ρώτησε ο Λορένζο.
«Όχι, απλώς μάζευα τα πράγματα μου.»
«Μάζευες τα πραγματά σου? Γιατί?» Ρώτησε αναστατωμένη η Ναταλία και ήρθε δίπλα μου.
«Απλώς, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά και θα πάω να πάρω άδεια από τον διευθυντή για να φύγω.» Της απάντησα και χαμογέλασα.
«Θέλεις να έρθω μαζί σου?»
«Όχι, εμ, θα έρθει ο Ντέιμον αν είναι. Τα λέμε.» Είπα και τράβηξα τον Ντέιμον από το χέρι.
«Ώστε κάτι συνέβη με αυτούς τους 2, ε? Εμένα δεν μπορείς να με ξεγελάσεις…» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.
«Δεν θα σε πιέσω, αλλά όπως σου πα και πριν, αν θέλεις μπορείς να μου πεις τι έγινε.»
«Πολύ κουτσομπόλης δεν έγεινες?» Του είπα ρίχνοντας του μία φιλική αγκωιά καθώς προχοράγαμε προς το γραφείο του διευθυντή.
«Ε, όχι, εγώ…»
«Ναι, ξέρω. Κοίτα, τώρα που θα πάω σπίτι θέλω να κάνω μία συζίτηση με την ‘θεία’ μου. Γίνεται κατά το απογευματάκι να περάσεις? Θέλω να μηλίσουμε. Φέρε και την Μαρίνα μαζί. Εντάξει?»
«Έγεινε μικρή.» Μου είπε καθώς μπέναμε μέσα στο γραφείο. Αφότου πήρα την άδεια χεραίτισα τον Ντέιμον και βγήκα έξω από το σχολείο. Αμέσως άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Όσο πιο γρήγορα έφτανα στο σπίτι μου τόσο πιο γρήγορα θα μου λυνόντουσαν η απορίες… ή θα μπερδευόμουν περισσότερο. Σταμάτησα στην σκέψει αυτή, αλλά μόνο για 5 δευτερ΄΄ολεπτα. Έπειτα ξανα άρχισα να τρέχω. Ώσπου φτάνοντας πλέον στο σπίτι μου, συνιδιτοποίησα ότι δεν είχα κλειδιά. Άρχισα να χτυπάω μαναιοδός την πόρτα δίχως να παίρνω απάντηση. Φώναζα το όνομα της θείας μου, χωρίς εκείνη να απαντάει. Τότε κατέβηκα τα σκαλιά και πήγα στην πίσω αυλή του σπιτιού. Εκεί κάτω από μία πέτρα είχα κρυμένο ένα κλειδί της μπροστινής πόρτας, σε περίπτωση που ξεχάσω τα δικά μου όπως τώρα ας πούμε. Πήγα και άνοιξα την πόρτα γρήγορα, αλλά αυτό που αντίκρισα δεν ήταν καθόλου ευχάριστο.
«Μπαμπά??»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου