Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Grindor!!

Άλλη μία μέρα ξημέρωνε στον παλιό πύργο Γκρίντορ στον βορά του Λόκο Βέρντε. Βρίσκεται σε έναν άλλον κόσμο, παράλληλο με τον δικό μας, που όμως η εποχή είναι αρκετά διαφορετική από την δική μας, Τον Βέιρ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει αρκετά με τον δικό μας μεσαίωνα αλλά δεν θα ήταν και εντελώς η αλήθεια. Όπως έλεγα, άλλη μία μέρα ξημέρωνε στο Γκρίντορ και η Αμαλία κοιμόταν ακόμα και ονειρευόταν στο δωμάτιο των κοριτσιών, όταν ξαφνικά:
«Ξύπνα υπναρού!!! Χρόνια πολλά!!» Ακούστηκαν κοριτσίστικες φωνές και η Νατάσα με την Ιωάννα έπεσαν πάνω στην ακόμα κοιμισμένη Αμαλία φωνάζοντας από χαρά.
«Ε, τι; Τι έγινε; Γιατί φωνάζετε;» Πρόλαβε να πει μόνο τρομαγμένα η Αμαλία και 4 κορίτσια την αγκαλιάσανε και άρχισαν να φωνάζουν σαν τρελές.
«Τι έγινε κορίτσια; Γιατί κάνετε έτσι; Ιωάννα, Ευγενία και Ματίνα, καθίστε ήσυχα. Νατάσα σταμάτα να φωνάζεις μέσα στο αυτί μου και βοήθησε με, με τις μικρές. Και σας παρακαλώ λίγο ησυχία.» Φώναξε όσο μπορούσε η Αμαλία που ακόμα κοιμόταν όρθια.
«Ε, κορίτσια, τι φωνάζετε; Μέχρι πάνω ακούγεστε.» Ακούστηκε να φωνάζει ο Πέτρος καθώς άνοιγε την πόρτα να μπει μέσα στο δωμάτιο των κοριτσιών ακολουθούμενος από τον Νίκο. Η Αμαλία τότε τράβηξε τα σκεπάσματά της μέχρι πάνω από την ντροπή της.
«Βγες έξω, ήμαστε ακόμα με τα νυχτικά μας αδερφούλη. Λοιπόν έξω γρήγορα, και εσύ Νίκο που αμέσως να τρέξεις από πίσω από τον Πέτρο. Έξω και οι δυο σας.» Τους είπε η Νατάσα και άρχισε να σπρώχνει και τα δύο αγόρια προς την έξοδο του δωματίου.
«Ε, τι σπρώχνεις, χαλάρωσε, βγαίνουμε.» Είπε ο Πέτρος και βγήκανε έξω ενώ η Νατάσα έκλεινε την πόρτα πίσω τους.
Μου φαίνεται όμως πως πρέπει να σας εξηγήσω κάποια πράγματα.
Το Γκρίντορ είναι ένα κάστρο του μακρινού Λόκο Βέρντε. Αυτός ο πύργος χρησιμοποιείται ως ορφανοτροφείο τα τελευταία 48 χρόνια. Καλύτερα όμως να σας παρουσιάσω τα παιδιά που ανέφερα παραπάνω. Καταρχάς η Αμαλία, είναι η μεγαλύτερη κοπέλα στο ορφανοτροφείο Γρίντορ η οποία σήμερα κλίνει τα 16 της χρόνια. Τα μαλλιά της είναι ξανθοκάστανα, κατσαρά που φτάνουν μέχρι την μέση της. Τα μάτια της είναι γαλάζια και πάντοτε πολύ φωτεινά και γλυκά. Είναι αρκετά ψιλή κοπέλα και το δέρμα της δεν είναι και πολύ χλομό. Η Νατάσα, η οποία είναι και η κολλητή της Αμαλίας, είναι 15 χρονών βασικά σε κάτι μήνες θα έκλεινε κι εκείνη τα 16. Εκείνη έχει μαύρα κοντά μαλλιά με ένα Κλεοπατρί κούρεμα, και καστανά μάτια. Είναι αρκετά λεπτή κοπέλα και έχει και μια γαλλική μυτούλα να συμπληρώνει την γλυκάδα της και το φωτεινό της χαμόγελο. Είναι λίγο πιο κοντή από την Αμαλία και πολύ χαρούμενο άτομο. Η Ιωάννα, η μικρότερη αδερφή της Αμαλίας, είχε κατάξανθα σγουρά μαλλιά που έπεφταν με χάρη στους ώμους της, και είχε και εκείνη τα ίδια γαλάζια μάτια με την αδερφή της, για την ακρίβεια της έμοιαζε πάρα πολύ. Ήταν ένα πολύ χαρούμενο και παιχνιδιάρικο κοριτσάκι. Ήταν μόλις 12 ετών αν και όλοι λέγανε ότι έμοιαζε για 14, ήταν πολύ ψιλή και σχετικά σοβαρή για την ηλικία της, και η αγαπημένη της ασχολία… το διάβασμα. Λάτρευε να διαβάζει βιβλία, ενώ αντιθέτως την αδερφή της την χαροποιούσε πιο πολύ το άκουσμα της μουσικής και όταν έπαιζε το φλάουτο της αν και πάντα ηρεμούσε διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο. Η Ευγενία και η Ματίνα ήταν οι δίδυμες εννιάχρονες του κάστρου οι οποίες είχαν μία τρέλα που δεν μπορείτε να φανταστείτε, αγαπημένη τους ασχολία… μα βέβαια να σπάνε τα νεύρα των άλλων(με την καλή έννοια πάντα). Μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερό και δύσκολα τις ξεχωρίζεις. Έχουν κόκκινα μακριά μαλλιά τα οποία πιάνουν συνήθως σε μία αλογοουρά. Τα μάτια τους είναι καταπράσινα, και λίγες φακιδούλες δίνουν λίγη ακόμα γλυκύτητα στα πρόσωπά τους. Αυτά είναι τα κορίτσια και καλύτερα να σας παρουσιάσω τα αγόρια. Ο Μεγαλύτερος ήταν ο Πέτρος. Ο Πέτρος είναι ο κατά ένα χρόνο μεγαλύτερος αδερφός της Νατάσας και ο μεγαλύτερος από όλα τα παιδιά στο ορφανοτροφείο. Έχει κι εκείνος μαύρα μαλλιά σαν την αδερφή του αλλά έχει και πράσινα μάτια. Ήταν 16 αν και σε 2 βδομάδες θα έκλεινε τα 17. Είναι αρκετά ψιλός και λεπτός. Αμέσως μετά ήταν ο Ηλίας, που ακόμα δεν τον έχω αναφέρει. Ο Ηλίας είναι κι αυτός 15 χρονών αν και σε μερικούς μήνες θα έκλεινε κι αυτός τα 16. Τα μαλλιά του ήταν καστανά και έπεφταν ατημέλητα γύρω από το πρόσωπό του, ήταν σχετικά μακριά και έφταναν μέχρι τους ώμους του. Είχε καστανά μάτια και λίγες φακίδες. Ήταν περίπου στο ίδιο ύψος με τον Πέτρο και όπως ήταν φυσικό ήταν και κολλητοί. Αμέσως μετά ερχόταν ο Νίκος. Ο Νικος είναι ένα 13χρονο αγόρι σχετικά ντροπαλό και φοβισμένο ο οποίος ήρθε σχετικά πρόσφατα στο ορφανοτροφείο Γκρίντορ. Είχε κατάξανθα μαλλιά και μαύρα μάτια. Δεν είναι και πολύ ψιλός για την ηλικία του και έχει και λίγα παραπάνω κιλάκια, αλλά παρόλα αυτά είναι ένα σχετικά όμορφο αγόρι. Ο Νίκος είχε και έναν μικρότερο αδερφό, τον Ιγνάτιο, αν και όλοι εκεί πέρα τον φωνάζανε Άκη. Ο Άκης δεν έμοιαζε καθόλου με τον αδερφό του. Ήταν 12 χρονών αλλά πολύ σοβαρός για την ηλικία του, Του αρέσει πάρα πολύ να μαθαίνει καινούρια πράγματα και είναι και πάρα πολύ έξυπνος. Έχει μαύρα κατσαρά μαλλιά και μαύρα μάτια, είναι πολύ ψιλός για την ηλικία του και λεπτός σαν κόκαλο. Επίσης φοράει και ένα ζευγάρι γυαλιά. Και τέλος ο Τιμόθεος. Ο Τιμόθεος είναι το μικρότερο αγόρι. Είναι 10 χρονών αλλά παρόλα αυτά συμπεριφέρεται σαν 8χρονος. Του αρέσει να σπάει τα νεύρα των μεγαλύτερων με την βοήθεια της Ευγενίας και της Ματίνας. Ο Ηλίας είναι ο μεγαλύτερος αδερφός του ο οποίος προσπαθεί συνέχεια να τον βάλει σε τάξη. Έχει κι αυτός καστανά μαλλιά και θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν μια μικρογραφία του Ηλία. Πραγματικά του έμοιαζε πολύ αν εξαιρέσουμε πως αυτός δεν είχε τις φακίδες που είχε ο αδερφός του. Αλλά τώρα ας αφήσουμε τις περιγραφές να δούμε τι γίνετε πίσω στο δωμάτιο των κοριτσιών.
«Ε, κορίτσια, σταματήστε να φωνάζετε, θα με πιάσει πονοκέφαλος.» Είπε παραπονιάρικα η Αμαλία.
«Ελάτε κορίτσια Στοπ.» Είπε και η Νατάσα και ευθύς σταμάτησαν όλες να φωνάζουνε.
«Ωραία, τώρα δεν νομίζω να σας πειράζει να κοιμηθώ.»
«Μα είναι τα 16 γενέθλια σου.» Είπε η Ιωάννα και προσπάθησε να τραβήξει τα σκεπάσματα από πάνω από την αδερφή της με μια αποτυχημένη προσπάθεια.
«Και τι με αυτό. Λέει πουθενά ότι όταν έχουμε γενέθλια δεν πρέπει να κοιμόμαστε; Άσε με σου λέω.» Είπε η Αμαλία γυρνώντας μπρούμυτα χώνοντας το κεφάλι στο μαξιλάρι.
«Τότε χρειαζόμαστε ενισχύσεις…» Είπε η Ευγενία.
«…Γι αυτό πρέπει να φωνάξουμε τα αγόρια.» Συνέχισε την πρόταση της η Ματίνα.
«Ιδικά τον Πέτρο.» Ψιθύρισε η Ιωάννα και σκάσανε όλες στα γέλια.
«Το άκουσα αυτό.» Είπε η Αμαλία και σκεπάστηκε πιο πολύ με το πάπλωμα.
«Αφήστε το επάνω μου.» Τους είπε η Νατάσα και άνοιξε την πόρτα, έπειτα έκανε τα χέρια της χωνί στο στόμα της και άρχισε να φωνάζει.
«Αγόριααααα. Χρειαζόμαστε βοήθεια. Η Αμαλία δεν σηκώνετεεε.» Φώναξε η Νατάσα όσο πιο δυνατά μπορούσε.
«Νατάσα βούλωστο.» Είπε νυσταγμένα η Αμαλία και της πέταξε το μαξιλάρι από το διπλανό κρεβάτι που ήταν της Ιωάννας.
«Δεν με πέτυχες, χαζό.» Της αντιγύρισε η Νατάσα. Δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο και πόρτες ακούστηκαν να ανοίγουν από τον επάνω όροφο, έπειτα ακούστηκαν βήματα από την μεριά των σκάλων και πριν προλάβει να πει ο οποιοσδήποτε το οτιδήποτε 5 αγόρια μπήκαν τρέχοντας στο δωμάτιο των κοριτσιών και πέσανε όλα μαζί πάνω στην Αμαλία.
«Έφοδος» Φωνάξανε τότε τα υπόλοιπα 4 κορίτσια και πέσανε και αυτά από πάνω.
«Εεεεεεεεεεεεε. Εντάξει ξύπνησα, ξύπνησα. Ικανοποιημένοι; Φύγετε από πάνω μου, θα σπάσει το κρεβάτι. Ρέει, σταματήστε. Νατάσα θα σε σκοτώσωωωω.» Φώναζε απελπισμένη η Αμαλία προσπαθώντας να σωθεί από το χάος.
«Τι έγινε καλέ, προς τι όλη αυτή η φασαρία;» Ρώτησε απορημένη η ιδιοκτήτρια του πύργου που έμπαινε εκείνη την ώρα στο δωμάτιο.
«Κυρία Έλλη, σας παρακαλώ, σώστε με!» Φώναξε πάλι απελπισμένα η Αμαλία ενώ τα υπόλοιπα παιδιά ξεκαρδίστηκαν στα γέλια χωρίς όμως να το κουνήσουν ρούπι.
«Τι γίνετε καλέ εδώ; Προς τι όλος αυτός ο χαμός;» Ρώτησε απορημένη η κ. Έλλη.
Τότε η Ιωάννα απομακρύνθηκε από το χάος και πλησίασε την απορημένη ιδιοκτήτρια.
«Μα κυρία σήμερα είναι τα 16 γενέθλια της αδερφής μου και αυτή δεν σηκωνόταν με τίποτα από το κρεβάτι.
«Α, τώρα κατάλαβα. Λοιπόν παιδιά φύγετε όλοι από πάνω από την Αμαλία και πηγαίνετε να ντυθείτε.» Τους απάντησε γλυκά η κ. Έλλη. Αμέσως όλοι φύγανε από πάνω από την Αμαλία και τρέξανε στα δωμάτιά τους να αλλάξουν ενώ η κ. Έλλη έβγαινε από το δωμάτιο.
Η κυρία Έλλη ήταν μια αρκετά μεγάλη γυναίκα γύρω στα 78 της χρόνια και εδώ και 48 χρόνια βρίσκετε στον πύργο. Δεν είναι όμως μια συνηθισμένη γριά, γιατί παρόλο την ηλικία της συμπεριφέρεται ορισμένες φορές κι εκείνη σαν παιδί και είναι και πάρα πολύ γλυκιά με όλους.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο, όλα τα κορίτσια σηκώθηκαν και αλλάξανε ρούχα έπειτα η Αμαλία πλησίασε την Νατάσα.
«Σου είπα ότι θα σε σκοτώσω;» Την ρώτησε με ένα ψεύτικο άγριο βλέμμα.
«Ω, ναι και μου το χεις πει άπειρες φορές.» Απάντησε η Νατάσα και της ξέφυγε ένα γελάκι.
«Ώστε σου αρέσει α γελάς ε; Τώρα θα δεις.» Της είπε και άρχισε να την γαργαλάει. Έπειτα στο παιχνίδι μπήκαν και τα άλλα 3 κορίτσια και δεν την αφήνανε να πάρει ανάσα από τα γέλια.
«Βοήθεια, Πέτρο.» Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα τρέχοντας ο Πέτρος.
«Περνούσα από έξω όταν σε άκουσα… Α, σαν δεν ντρέπεστε, τι κάνετε στην αδερφή μου κωλόπαιδα;» Τους είπε ο Πέτρος προσπαθώντας να τους κοιτάξει σοβαρά.
«Ε, εμείς φεύγαμε.» Είπε η Ιωάννα και τράβηξε την Ευγενία και την Ματίνα και βγήκαν τρέχοντας από το δωμάτιο.
«Πέτρο, βοήθησέ με.» Είπε ξανά η Νατάσα πριν αρχίσει και πάλι να γελάει προσπαθώντας να το σκάσει από την Αμαλία.
«Ώστε εσύ πειράζεις την αδερφή μου, ε;»
«Πώπω, ήρθε και ο κύριος ιππότης ο αποτυχημένος, φοβήθηκα τώρα.»
«Ω, μα φυσικά δεσποσύνη πρέπει να φοβάσαι γιατί…»
«Γιατί;» Τον ρώτησε η Αμαλία χωρίς να σταματήσει να γαργαλάει την Νατάσα.
«Έφοδος.» Φώναξε ο Πέτρος και έτρεξε καταπάνω στα δυο κορίτσια. Άρχισε να γαργαλάει την Αμαλία η οποία ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει έπεσε κάτω με τον Πέτρο από πάνω της. Τότε σκάσανε στα γέλια.
«Ε, κύριε ιππότη, θα μου κάνατε την τιμή να με βοηθήσετε να σηκωθώ;» Τον ρώτησε ευγενικά.
«Ω, μα φυσικά δεσποσύνη.» Της είπε και αφού σηκώθηκε όρθιος την τράβηξε απαλά από το χέρι για να την βοηθήσει να σηκωθεί.
«Ευχαριστώ!!»
«Ω, μα δεν κάνει τίποτα δεσποσύνη.»
«Και σταμάτα να με λες δεσποσύνη.»
«Ότι πείτε δεσποσύνη.»
«Γμμμμ.» είπε νευριασμένα η Αμαλία και τον έσπρωξε απαλά προς τα πίσω.
«Ευχαριστώ που με έσωσες αδερφούλη. Αλλά τώρα έξω.» Του είπε η Νατάσα και τον έσπρωξε απαλά προς την έξοδο της πόρτας.
«Ώστε έτσι έ; Ζητάς βοήθεια και μετά με διώχνεις. Καλά αδερφούλα καλά, θα δεις τι θα πάθεις.» Της είπε και βγήκε από την πόρτα.
«Λοιπόν, τώρα…» Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει και ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.
«Η Ιωάννα!» Είπε η Αμαλία και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Έφτασε στις σκάλες και άρχισε να τρέχει προς το ισόγειο κρατώντας το φόρεμα της για να μην μπερδευτεί και πέσει.
«Αμαλία περίμενε έρχομαι κι εγώ.» Φώναζε η Νατάσα πίσω της αλλά η Αμαλία δεν περίμενε. Ήταν σίγουρη πως αυτή που φώναζε ήταν η αδερφή της. Μόλις έφτασε στο ισόγειο 3 μικρά κορίτσια και ένα αγόρι έπεσαν πάνω της και έκλαιγαν.
«Τι έγινε; Ιωάννα μου είσαι καλά; Τίμο, Ευγενία και Ματίνα, τι πάθατε;»
«Η, η κυρία Έλλη, είναι νεκρή.» Κατάφερε να ψελλίσει η Ιωάννα ανάμεσα στους λυγμούς της, ενώ τα υπόλοιπα 3 παιδιά έδειχναν προς την κουζίνα.
«ΤΙ;» Φώναξε η Αμαλία και έτρεξε προς την κουζίνα όπου της είχαν δήξει τα παιδιά. Εκεί βρήκε την κ. Έλλη να κείτεται στο πάτωμα.
«Δεν έχει σφυγμό. Πέτρο, Νατάσα, Ηλία, βοήθεια.» Φώναξε η Αμαλία ενώ προσπαθούσε να κάνει την κ. Έλλη να αναπνεύσει.
«Άδικος κόπος.» Της είπε ο Πέτρος μπαίνοντας μέσα.
«Τι, τι εννοείς.»
«Κινδυνεύουμε όλοι. Δεν πέθανε, την σκότωσαν.»
«Πέτρο τι λες; Άσε τις χαζομάρες και έλα να με βοηθήσεις.»
«Την αλήθεια λέω. Μου το είχε πει. Πρέπει να μαζέψουμε όλα τα παιδιά και να φύγουμε.»
«Δεν μπορούμε έχουν περικυκλώσει όλο το σπίτι.» Είπε η Νατάσα.
«Ποιοι;»
«Αυτοί που την σκοτώσανε. Έλα Αμαλία πρέπει να φύγουμε.» Είπε ο Πέτρος και την τράβηξε από το χέρι ενώ εκείνη έκλαιγε για την αγαπημένη της κυρία.
«Μα Πέτρο, πως θα φύγουμε. Δεν ακούς τι σου λέω;» Του είπε αναστατωμένη η Νατάσα.
«Ξέρω εγώ έναν δρόμο. Μαζέψτε όλα τα παιδιά στο δωμάτιο των κοριτσιών. Πάρτε μία βαλίτσα ο καθένας και βάλτε όσα πράγματα χρειάζεστε. Ναταλία ετοίμασε και την δικιά μου, ξέρεις τα αγαπημένα μου πράγματα. Πάω να πάρω κάποια αντικείμενα που θα χρειαστούμε και θα έρθω να σας πάρω.» Είπε η Αμαλία και άρχισε να τρέχει στις σκάλες.
«Μα…» Είπε η Ιωάννα και πήγε να έρθει μαζί της.
«Όχι Ιωάννα θα βοηθήσεις την Νατάσα. Πέτρο χρειάζομαι την βοήθειά σου, ακολούθα με.» Είπε η Αμαλία και συνέχισε να τρέχει ακολουθούμενη από τον Πέτρο.
«Άκου ξέρω που φυλαγόντουσαν τα όπλα παλιότερα στον πύργο, θα χρειαστούμε μερικά από αυτά. Εσύ ξέρεις από όπλα, πρέπει να με βοηθήσεις.» Του είπε όταν είχαν πια φτάσει στον 1ο όροφο. Προχώρησαν όλο ευθεία και μπήκαν στο δωμάτιο της κυρίας Έλλης. Εκεί υπήρχε ένα μπαούλο. Το άνοιξε η Αμαλία και μέσα υπήρχαν σκάλες.
«Ακολούθα με.» Του είπε και άρχισε να κατεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες. Μόλις φτάσανε κάτω είδανε πως ήταν ένα υπόγειο. Παρόλα αυτά δεν ήταν πολύ σκοτεινά.
«Που είμαστε;»
«Στα υπόγεια του πύργου.» Του είπε σκουπίζοντας τα δάκρυα της που δεν λέγανε να σταματήσουν να τρέχουν.
«Μα, που τα ήξερες εσύ όλα αυτά;»
«Τα ξέρω γιατί η κ. Έλλη μου το είχε πει για το αν συμβεί κάτι.» Είπε τραβώντας τον Πέτρο από το χέρι. Μέχρι που φτάσανε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
«Δεν βλέπω τίποτα.»
«Δεν χρειάζεται, σε λίγο θα συνηθίσουν τα μάτια σου.» Του είπε. Έπειτα από πέντε λεπτά έβλεπαν και οι δυο τους πεντακάθαρα.
«Μα αυτό το δωμάτιο είναι γεμάτο όπλα.»
«Τι σου ‘λεγα; Βοήθησε με να πάρω τα πιο σωστά.» Είπε και κατευθύνθηκε σε έναν τοίχο με τόξα κρεμασμένα και φαρέτρες με βέλη. Και ακριβώς δίπλα θήκες με σπαθιά.
«Ο Ηλίας είναι άριστος στην τοξοβολία.» Είπε ο Πέτρος.
«Τότε διάλεξε για εκείνον ένα τόξο και μία φαρέτρα με βέλη. Οι δίδυμες θα πάρουν αυτά τα μικρά μαχαίρια. Η Ιωάννα είναι καλή στην τοξοβολία και εγώ με την Νατάσα θα πάρουμε αυτά τα σπαθιά.» Είπε η Αμαλία καθώς διάλεγε διάφορα όπλα και τα έβαζε στην άκρη.
«Εμ, εγώ και ο Νίκος θα πάρουμε σπαθιά, ο Τίμο θα πάρει ένα από αυτά τα μαχαίρια και ο Άκης θα πάρει κι αυτός τόξο και βέλη όπως και ο Ηλίας.» Είπε ο Πέτρος και διάλεξε τα καλύτερα όπλα.
«Ε, ωραία. Τα πήραμε. Γρήγορα πρέπει να πάμε επάνω να τα μοιράσουμε στα παιδιά και μετά πρέπει να πάρουμε μερικά χρήματα, γιατί θα χρειαστούμε, επίσης πρέπει να πάρουμε μερικά φλασκιά με νερό.» Είπε η Αμαλία και πήρε τα όπλα των κοριτσιών και άρχισε να τρέχει προς την έξοδο του μπαούλου. Μόλις φτάσανε επάνω έτρεξαν και οι δυο τους στο δωμάτιο των κοριτσιών. Εκεί ήτανε ένα χάος.
«Παιδιά σταματήστε, ήρθανε.» Φώναξε η Νατάσα και σταματήσανε όλοι να φωνάζουνε και να κάνουν θόρυβο.
«Τίμο, Ευγενία και Ματίνα, ελάτε να πάρετε αυτά τα μαχαίρια.» Είπε η Αμαλία και τους έδωσε από ένα μαχαίρι στον καθένα.
«Και να προσέχετε με αυτά.» Τους είπε και τους τα έδεσε με μια ιδική ζώνη γύρω από την μέση τους.
«Ηλία, Άκη και Ιωάννα, εσείς θα πάρετε αυτά τα βέλη και τα τόξα.» Είπε ο Πέτρος και τους έδωσε τις φαρέτρες με τα βέλη και τα τόξα.
«Νατάσα και Νίκο, θα πάρετε αυτά τα σπαθιά όπως και εμείς.» Είπε η Αμαλία και έδωσε τα σπαθιά στα δυο παιδιά.
«Γιατί εγώ να πάρω μαχαίρι;» Ρώτησε εκνευρισμένος ο Τιμόθεος.
«Γιατί έτσι, και όχι διαμαρτυρίες.» Του είπε ο Πέτρος με ένα άγριο βλέμμα και αμέσως σταμάτησε να μιλάει.
«Λοιπόν, έχετε έτοιμα τα πράγματά σας;» Ρώτησε η Αμαλία.
«Ναι.» Είπε η Ιωάννα. «Αυτά είναι τα δικά σου. Και αυτά του Πέτρου.» Συνέχισε και έδωσε μία βαλίτσα στην Αμαλία και μία στον Πέτρο.
«Έρχομαι αμέσως πάω να πάρω ραβέλι (τα χρήματα τις εποχής) και έρχομαι.» Είπε η Αμαλία και ξαναπήγε στο δωμάτιο της κ. Έλλης. Άνοιξε το συρτάρι στο κομοδίνο της κ. Έλλης και βρήκε μέσα δέκα πουγκιά που απέξω έγραφαν το όνομα του κάθε παιδιού. Τα πήρε και τα δέκα και άνοιξε το δεύτερο συρτάρι. Εκεί βρήκε δέκα φλασκιά με το όνομα του καθενός. Τα πήρε όλα και κατευθύνθηκε στις σκάλες. Κατέβηκε γρήγορα κάτω στην κουζίνα, γέμισε τα 10 φλασκιά και ανέβηκε πάνω.
«Ανοίξτε μας, ούτως ή άλλος δεν θα γλιτώσετε.» Φωνάζανε από έξω οι καταδιώκτες τους. Η Αμαλία δεν τους έδωσε σημασία και ανέβηκε τρέχοντας στο δωμάτιο των κοριτσιών. Μόλις μπήκε μέσα τρέχοντας, μοίρασε τα δέκα πουγκιά και τα δέκα φλασκιά στον κάθε ένα και τους έκανε νόημα να την ακολουθήσουν. Κανείς δεν έλεγε τίποτα, πήραν όλοι τις βαλίτσες τους και την ακλούθησαν. Πήγανε και πάλι στο δωμάτιο της κ. Έλλης και ανοίξανε και πάλι το μπαούλο, τότε άρχισαν να κατεβαίνουν ένας, ένας τρέχοντας τις σκάλες. Τελευταίος έμεινε ο Πέτρος ο οποίος έκλεισε το μπαούλο. Τότε ακούστηκαν φωνές από πάνω.
«Μα που πήγανε, δεν μπορεί να το έσκασαν, αφού μέχρι πριν λίγο εδώ ήταν.» Ακούστηκε μία απαίσια σκληρή φωνή.
«Κάπου εδώ πρέπει να είναι και να κρύβονται.» Του απάντησε μια στριγκλή φωνή.
«Αφεντικό, κάτι είδα.» Είπε κάποιος άλλος ενώ έδειχνε το μπαούλο.
«Τι να το κανω εγω το μπαούλο, σαμπως θα κρίβει κανένα μιστικό πέρασμα, ξύπνα ρε χαζοάνθρωπε και βοήθα με να βρω τα πιτσιρίκια να τελειώνω και με αυτά.» Του απάντησε ο πρώτος. Κι όμως, ο άλλος κάτι είχε δει. Είχε δει το φουλάρι της Νατάσσας που είχε μαγκωθεί στο μπαούλο. Άρχισε να κατευθύνετε προς τα κει όταν.
«Είπα να έρθεις εδώ Τώρα.» Ακούστηκε πάλι η σκληρή φωνή και έτσι απομακρύνθηκε από το μπαούλο. Μόλις ακούστηκαν βήματα να απομακρύνονται ο Πέτρος είπε στην αδερφή του.
«Είσαι τρελή αδερφούλα, εξαιτίας σου παραλίγο όλοι να ήμασταν νεκροί. Πάρε το χαζοφουλάρι σου και φύγαμε.» Της είπε άγρια και στράφηκε στην Αμαλία. «Αμαλία, εσύ μας έφερες εδώ οπότε σε παρακαλώ οδήγησε μας έξω από αυτό το φριχτό μέρος.» Της είπε με πιο ήρεμη φωνή. «Μην φωνάζεις στην Νατάσσα, στον καθένα μας θα μπορούσε να συμβεί.» Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. «Ακολουθήστε με, ξέρω έναν δρόμο που θα μας βγάλει έξω από το Γρίντορ.» Είπε και άρχισε να τρέχει προς μια διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που είχε πάρει προηγουμένως με τον Πέτρο που πήγαινε στο οπλοστάσιο. Τα παιδιά άρχισαν να την ακολουθούν τρέχοντας ενώ ο Πέτρος βρισκόταν ακριβώς δίπλα της.
«Γιατί δεν είχες πει τίποτα για… για αυτό το υπόγειο?» Την ρώτησε κάπως απορημένος.
«Γιατί κανείς δεν ήξερε ότι γνώριζα την ύπαρξη του. Θυμάσαι όταν ήμασταν μικρότεροι που μερικές φορές παίζαμε κρυφτό και εξαφανιζόμουν για ώρες ολόκληρες?»
«Ναι.»
«Τότε ερχόμουν εδώ και κατέφευγα στα καταπράσινα λιβάδια για να ξεχαστώ.»
«Και τώρα εκεί θα πάμε?»
«Ναι, αλλά δεν θα μείνουμε εκεί, θα προχωρήσουμε μέχρι που θα φτάσουμε στο Ψώρδεν το δάσος πίσω από το Γρίντορ, και θα κατασκηνώσουμε εκεί για την νύχτα. Έπειτα θα κατευθυνθούμε προς μία πύλη που βρίσκετε πίσω από τον λόφο Γκόνι και από κει θα περάσουν τα μικρότερα παιδιά. Δεν σε αναγκάζω, ούτε εσένα ούτε την Νατάσσα ούτε τον Ηλία ούτε τον Νίκο να μήνεται εδώ αλλά εγώ θα μείνω.»
«Τι λες πια πύλη? Αμαλία χρειάζομαι εξηγήσεις.»
«Και θα τις έχεις. Θα σου τα πω όλα αναλυτικά το βράδυ, και σε εσένα αλλά και στον Νίκο τον Ηλία και την Νατάσσα, ενώ οι υπόλοιποι θα κοιμούνται.» Τότε στην συζητήσει αναμίχθηκε και η Ιωάννα.
«Αδερφούλα, δεν με ενδιαφέρει τι θα πεις αλλά εγώ θα μείνω μαζί σας, την ξέρω την ιστορία όπως την ξέρεις και εσύ και δεν υπάρχει περίπτωση να φύγω από εδώ. Το κατάλαβες?»
«Ιωάννα άκουσε με…»
«Όχι, εσύ να με ακούσεις, είμαι αρκετά μεγάλη για να αποφασίζω για τον εαυτό μου. Και μην ξεχνάς πως πρέπει να πάμε να βρούμε τον Τέρη και πρέπει να πάμε και οι δυο αλλιώς δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Οι δίδυμες και ο Τίμο θα περάσουνε την πύλη για την Γη, ο Άκης μπορεί να αποφασίσει εκείνος για το τι θα κάνει, αλλά οι υπόλοιποι θα μείνουμε εδώ για να σε βοηθήσουμε. Δεν έχεις μείνει μόνη σου να κυβερνήσεις το Λόκο Βέρντε και όλο το Βέιρ, είμαι εγώ και οι φίλοι μας εδώ, μαζί σου.»
«Όπα όπα έχω χάσει επεισόδια, για κυβερνήσεις και πύλες σε άλλους κόσμους ακούω, για μισώ λεπτό. Δεν κουνιέμαι ρούπι αν δεν μου πείτε τώρα την συμβαίνει.» Είπε ο Πέτρος και σταμάτησε να περπατάει σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος του. Οι υπόλοιποι ήταν ακόμα αρκετά πίσω οπότε δεν είχαν καταλάβει τι συνέβαινε.
«Αν θες να σκοτωθείς κάτσε και πείσμωσε σαν μικρό παιδί. Τι να σου πω πια.» Του είπε η Αμαλία και άρχισε και πάλι να τρέχει.
«Καλά σου λέει. Σε αγαπάει σε λατρεύει αλλά έχει να προσέξει και 9 άτομα χωρίς καμία βοήθεια, και έχει και εσένα να πεισμώνεις αντί να την βοηθάς.» Του είπε η Ιωάννα και το ύφος της δεν έμοιαζε καθόλου με ενός συνηθισμένου 12χρονου κοριτσιού, αλλά με κάποιου πολύ μεγαλύτερου.
«Όπα, όπα. Κάτσε Ιωάννα τι είπες, για ξανά επανέλαβε το.» Είπε τρέχοντας κοντά στην Ιωάννα για να συμβαδίσει μαζί της.
«Είπα, πως έχει να προσέξει και 9 άτομα χωρίς καμία βοήθεια, και έχει και εσένα να πεισμώνεις αντί να την βοηθάς.»
«Όχι αυτό, πριν από αυτό.»
«Καλά σου λέει.»
«Όχι αυτό, μετά ακριβώς από αυτό.»
«Πέτρο, άνοιξε λίγο τα μάτια σου και παρατήρησε τι γίνετε γύρω σου. Χτυπάει καμπανάκι από μακριά για το τι νιώθει η Αμαλία για εσένα. Και τώρα που σε χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τουλάχιστον ως φίλο, εσύ τις κόβεις την φόρα και δεν την βοηθάς καλά. Ξύπνα Πέτρο. Τα πράγματα θα αλλάξουν από εδώ και πέρα, Και χρειαζόμαστε την βοήθειά σου.» Του είπε και έτρεξε για να προλάβει την αδερφή της, ενώ ο Πέτρος καθόταν και επεξεργαζόταν στο μυαλό του αυτά που μόλις του είχε πει η Ιωάννα.
«Πέτρο τι έγινε?» Τον ρώτησε η Νατάσσα. Καθώς πλησίαζε με τα υπόλοιπα παιδιά.
«Και αναρωτιόμουν πόσο χειρότερη θα μπορούσε να γίνει αυτή η μέρα.» Μουρμούρισε ο Πέτρος αγνοώντας τελείως την αδερφή του.
«Έ, μεγάλε, δεν μας τα λες καλά. Πρώτα τρέχουμε σαν τρελοί να ξεφύγουμε από ένας θεός ξέρει τι και εσύ κάθεσαι και τσακώνεσαι με το μόνο άτομο μπορεί να μας βοηθήσει αυτήν την στιγμή. Κοίτα να τα βρείτε με την Ιωάννα γιατί…» Είπε ο Ηλίας.
«Γιατί τι ρε Ηλία? Δεν ξέρεις τι έχει συμβεί γι αυτό παράτα μας.»
«Όχι, Πέτρο για μια φορά δεν θα κάνω αυτό που θες. Αλλά εσύ αυτό που θα σου πω εγώ. Πήγενε πίσω και βοήθισε τις δίδμες και τον Τίμο να μας ακολουθίσουν, έτσι θα ξεχαστείς λίγο. Εγώ θα πάω μπροστά μαζί με την Νατάσσα τον Άκη την Ιωάννα, την Αμαλία και τον Νίκο.» Του είπε ο Ηλίας και τράβηξε την Νατάσσα και προχώρησαν βιαστικά προς τα μπρος. Έπειτα τους ακολούθησαν ο Άκης και ο Νίκος απορημένοι με την όλη κατάσταση.
Κάποια στιγμή το σκοτεινό υπόγειο φωτίστηκε από ένα εκτυφλωτικό φως. Και τότε ακούστηκε η Αμαλία να φωνάζει.
«Ελάτε, φτάσαμε στην έξοδο του τούνελ. Σε περίπου δύο ώρες θα ήμαστε ασφαλείς στο Ψώρδεν. Ελάτε γρήγορα προς τα εδώ.» Τους φώναξε και περίμενε να την πλησιάσουν. Αφού τα μάτια όλων συνήθισαν το εκτυφλωτικό φως από την έξοδο του τούνελ βγήκανε έξω. Βρισκόντουσαν σε ένα μέρος που κανείς άλλος δεν είχε πάει εκεί εκτός από την Αμαλία. Ο Πέτρος άφησε τα μικρά με την Νατάσσα και έτρεξε προς το μέρος της Αμαλίας. Την τράβηξε λίγο πιο πέρα και άρχισε να της μιλάει.
«Αμαλία, συγνώμη για πριν. Δεν… δεν ήθελα να φανεί όπως φάνηκε.»
«Δεν πειράζει Πέτρο.»
«Ότι και να είναι αυτό που συμβαίνει, να ξέρεις πως είμαι μαζί σου.»
«Ναι Πέτρο, το ξέρω.» Του είπε και του χαμογέλασε. Έπειτα στράφηκε προς τα υπόλοιπα παιδιά.
«Αν θέλουμε να φτάσουμε στο Ψώρδεν πριν νυχτώσει πρέπει να ξεκινήσουμε τώρα. Επίσης μην πιείτε όλο σας το νερό γιατί δεν ξέρω πότε θα βρούμε κάποιο μέρος για να πάρουμε νερό. Ακολουθήστε με.» Τους είπε και άρχισε και πάλι να τρέχει μπροστά. Τρέχανε για αρκετή ώρα όταν ο Τιμόθεος ξαφνικά έπεσε κάτω από την κούραση.
«Αμαλία, βοήθεια.» Φωνάξανε οι δίδυμες καθώς προσπαθούσαν να συνεφέρουν τον Τιμόθεο ο οποίος προφανώς είχε λιποθυμήσει.
«Τι συνέβη, τι έπαθε ο Τίμο?» Φώναξε η Αμαλία και έτρεξε προς την κατεύθυνση των δύο κοριτσιών και του πεσμένου αγοριού.
«Λιποθύμησε.» Της απάντησε η Ευγενία.
«Τι έκανε λέει?» Είπε ο Πέτρος και με ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα από τον λιπόθυμο Τίμο. Όλα τα παιδιά είχαν σταματήσει να τρέχουν και παρακολουθούσαν τι γινότανε.
«Φέρτε μου λίγο νερό.» Φώναξε η Αμαλία και αμέσως ο Ηλίας της έδωσε το φλασκί με το νερό του. Εκείνη το πείρε και έριξε λίγο στο πρόσωπο του Τίμο χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Τότε σηκώθηκε όρθια και είπε:
«Πρέπει να προχωρήσουμε, αλλιώς δεν θα προλάβουμε να φτάσουμε στο Ψωρδέν πριν νυχτώσει.»
«Και ο Τίμο?» Την ρώτησε η Ιωάννα.
«Θα τον πάρω εγώ αγκαλιά.» Απάντησε ο Πέτρος πριν προλάβει να πει οτιδήποτε η Αμαλία. Σήκωσε τον λιπόθυμο Τίμο στην αγκαλιά του και άρχισε να τρέχει. Τότε τον ακολούθησε και η Αμαλία και σιγά, σιγά όλα τα παιδιά ξανά άρχισαν το τρέξιμο προς το δάσος. Σε λιγότερο από μισή ώρα είχαν φτάσει στο Ψώρδεν και ήταν όλοι τόσο κουρασμένοι που δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε ένα βήμα παραπάνω. Ο Πέτρος ήταν έτοιμος να πέσει από την κούραση και τον πόνο στα πόδια του γιατί και ο Τίμο δεν ήταν και κανένας ελαφρύς. Μόλις μπήκανε μέσα στο δάσος ακούμπησε τον Τίμο κάτω και ξάπλωσε δίπλα του να ηρεμίσει. Η Αμαλία αντιθέτως βρισκόταν σε μεγάλη υπερένταση και δεν υπολόγιζε ούτε κούραση ούτε τίποτα. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να κατασκηνώσουν και γρήγορα. Ξαφνικά έτσι όπως έτρεχε πάνω κάτω μέσα στο δάσος βρήκε ένα δέντρο στο οποίο υπήρχε χτισμένο κάτι σαν δεντρόσπιτο, μόνο που ήταν τεράστιο. Δεν είχε χρόνο για να σκεφτεί το οτιδήποτε. Άρπαξε με τα δυο της χέρια την κρεμαστή σκάλα και άρχισε να ανεβαίνει επάνω. Μόλις ανέβηκε συνειδητοποίησε πως εκεί πάνω ήταν σαν μια καλύβα, είχε και πόρτα και ‘βεράντα’ και από όλα. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα και την χτύπησε ελαφρά. Της άνοιξε ένα αγόρι γύρω στα 16.
«Φύγε όπως είσαι.» Της είπε κάπως απότομα.
«Μα…»
«Δεν άκουσες τι σου είπα? Φύγε λέμε.» Τις είπε και της έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Η Αμαλία έμενε έξω να κοιτάζει την κλιστεί πόρτα από όπου πριν είχε βγει έξω ένα πανέμορφο αγόρι. Είχε καστανά μαλλιά και καταγάλανα μάτια, ήταν αρκετά ψιλός και πρέπει να ήταν γύρω στα 16.
Μέσα στο δεντρόσπιτο, όμως, οι κάτοικοι του είχαν μια συζήτηση.
«Ρε Κώστα γιατί δεν άφησες την κοπέλα να σου πει τι ήθελε?» Είπε ένα αγόρι που ήταν ολόιδιος με τον πρώτο, στον πρώτο.
«Ρωτας γιατί? Ο οποιοδήποτε φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα τριγιρνουσε τετοια ώρα εδώ έξω ρε Άγγελε. Μπορεί να ήταν κανένας κατάσκοπος.»
«Σιγά μην ήταν και ο Τζέιμς Μποντ.» Πετάχτηκε ένα άλλο αγόρι που ήταν κι αυτός εντελώς ίδιος με τους άλλους δύο.
«Λεωνίδα, σκάσε.» Είπαν και οι δύο συγχρόνως.
«Μπα, μπα, μπα. Τα τριδιμάκια αδερφάκια μου έχουν καβγάδες?» Είπε μια κοπέλα γύρω στα 18.
«Παράτα μας ρε Κωνσταντίνα και εσύ τώρα.» Της είπε ο Λεωνίδας και ξεφύσηξε, καθώς κατευθυνόταν προς μία καρέκλα να καθίσει.
«Είπαμε θα με λέτε Κόνι, και βουλώστε το λίγο γιατί από έξω ακούγονται φωνές.» Και όντως έξω η Ιωάννα φώναζε στην αδερφή της.
«Αμαλία , χρειάζομαι βοήθεια. Εδώ πέρα έχουν έρθει παραπάνω από 20 Χάγκενς, Δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρουμε.» Φώναξε απελπισμένα η Ιωάννα.
«Έρχομαι Ιωάννα.» Είπε η Αμαλία και έτρεξε γρήγορα από το δεντρόσπιτο για να σταθεί στο πλευρό της αδερφής της.
«Αμαλία?» Αναφώνησε ο Άγγελος.
«Ιωάννα?» Είπε με απορία ο Κώστας.
«20 Χάγκενς?» Αναφώνησε τρομαγμένος ο Λεωνίδας.
«Ρε αγόρια, μην κολλάτε σε αυτά. Ναι την μία την λένε Αμαλία και την άλλη η Ιωάννα, ναι έτσι λέγανε τις χαμένες πριγκίπισσες που εξαφανίστηκαν μετά το θάνατο των γονιών τους και από τότε απαγορευόταν να ονομάζεται ο οποιοσδήποτε έτσι. Και ναι υπάρχουν 20 Χάγκενς εκεί έξω δηλαδή 20 τέρατα έτοιμα να σκοτώσουν αυτές τις δύο κοπέλες και όποιον άλλων είναι εκεί έξω. Γι αυτό δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς αγαπημένοι μου αδερφοί, αλλά εγώ θα πάω να τις βοηθήσω.» Είπε, άρπαξε την φαρέτρα με τα βέλη της και βγήκε τρέχοντας από το δεντρόσπιτο.
«Ε, Κόνι, περίμενε έρχομαι κι εγώ.» Φώναξε ο Άγγελος και έπειτα στράφηκε στους αδερφούς του. « Εσείς παιδιά δεν ξέρω τι θα κάνετε πάντως εγώ πάω να βοηθήσω τις κοπελιές και… την αδερφή μου.» Είπε και βγήκε και αυτός τρέχοντας έξω κρατώντας το σπαθί του στο χέρι. Ο Λεωνίδας και ο Κώστας δεν κάθισαν στιγμή να το σκεφτούν, άρπαξε ο πρώτος την φαρέτρα με τα βέλη του και ο άλλος το σπαθί του και βγήκανε έξω τρέχοντας. Κάτω γινόταν ο χαμός, αυτά τα αηδιαστικά γλιστερά πλάσματα που έμοιαζαν με τεράστια σαλιγκάρια που αντί για κέλυφος είχανε καρφιά τα οποία εκτοξεύονταν προς όλες τις κατευθύνσεις, και όπως περνούσαν αφήνανε ένα υγρό που δύσκολα μπορούσες να αναπνεύσεις με αυτό στον αέρα. Μόλις κατέβηκαν κάτω είδαν τα παιδιά που πολεμάγανε. Κάποια στιγμή η Αμαλία ακούστηκε να φωνάζει από μία μεριά.
«Κάποιος να πάρει τα μικρά. Κινδυνεύουν εδώ.» Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και άρχισε πάλι να “ξιφομαχεί” με ένα από τα Χάγκενς. Τότε ένα άλλο γλιστερό πλάσμα την πλησιάζει επικίνδυνα από πίσω.
«Πρόσεχε.» Φώναξε με δύναμη η Κόνι και στόχευσε το Χάγκενς με τα βέλη τις και το πέτυχε, έτσι αυτό σιγά σιγά άρχισε να αποχωρεί.
«Αμαλία, βοήθησε μας.» Φώναξαν οι δίδυμες που είχαν στριμωχτεί κολλημένες κάτω από ένα δέντρο προσπαθώντας να κοφτούνε, ενώ ο Τίμο προσπαθούσε να φοβερίσει ένα από τα πλάσματα που τους πλησίαζε.
«Ελάτε εδώ.» Φώναξε ο Κώστας και τράβηξε τα τρία μικρά προς το μέρος του δεντόσπιτου, έπειτα τα βοήθησε να ανεβούν και τα έβαλε μέσα στο “καλυβάκι”.
«Μείνετε εδώ, και μην το κουνήσετε ρούπι.» Τους είπε και κατέβηκε πάλι κάτω. Τώρα ποια όλα σχεδόν τα Χάγκενς ή είχαν σκοτωθεί ή είχα φοβιθεί και φύγει. Μόνο ένα είχε μείνει το οποίο είχε στριμώξει επικίνδυνα την Αμαλία σε έναν βράχο και την στόχευε με όλα του τα καρφιά.
«Παιδιά, βοήθεια.» Φώναξε ο Πέτρος ενώ βάλθηκε να χτυπάει με το σπαθί του το πλάσμα που πλησίαζε όλο και πιο κοντά την Αμαλία. Κάποια στιγμή πείρε είδηση πως η Αμαλία είχε σταματήσει να προσπαθεί να αποκρούσει τα χτυπήματα του πλάσματος και είδε πως είχε πια λιποθυμήσει. Μόλις το είδε αυτό, σήκωσε το σπαθί του ψιλά και το προσγείωσε με όση δύναμη του είχε απομείνει πάνω σε αυτό που θα έπρεπε να ήταν το κεφάλι του τέρατος. Εκείνο έβγαλε μια διαπεραστική κραυγή και έφυγε ακλουθώντας και τα υπόλοιπα πλάσματα. Ο Πέτρος βόλεψε το σπαθί του στην ιδική ζώνη του σήκωσε την Αμαλία στην αγκαλιά του και έτρεξε γρήγορα προς το μέρος των υπολοίπων οι οποίοι δεν είχαν πάρει είδηση τίποτα από ότι συνέβαινε λίγο πιο πέρα. Πρώτη τον είδε η Κόνι.
«Ε, τι έγινε?» Ρώτησε τον Πέτρο.
«Εσύ τι θες να έγινε? Την χτύπησε ένα από αυτά τα πλάσματα, και μάλιστα πολύ άσχημα, πρέπει να την πάμε κάπου και…» Σταμάτησε για λίγο κοίταξε την Κόνι και συνέχισε. «Και εσύ ποια είσαι?» Ρώτησε σαστισμένος.
«Άστα αυτά τώρα, πρέπει να την πάμε πάνω, θα την περιποιηθώ εγώ.» Είπε και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Έτρεξε προς το δεντρόσπιτο, ανέβηκε γρήγορα πάνω και μπήκανε μέσα, εκεί βρήκανε τα τρία μικρά παιδιά να κοιμούνται πάνω σε κάτι καναπέδες. Κατευθυνθήκανε προς τα αριστερά της πόρτας σε έναν διάδρομο και αφότου περάσανε έξω από αρκετά δωμάτια στο τέλος μπήκανε μέσα σε ένα που έμοιαζε με νοσοκομείο.
«Ε, δεν έμοιαζε τόσο μεγάλο από έξω.» Αναφώνησε ο Πέτρος.
«Λογικό είναι, Του έχουμε κάνει μάγια για να φαίνεται μικρό. Άστα τώρα αυτά. Άσε την κοπέλα εκεί.» Είπε και του έδειξε ένα κρεβάτι.
«Μάγια?» Είπε απορημένος καθώς άφηνε την Αμαλία στο κρεβάτι.
«Ναι, μάγια, και άσε τα τώρα αυτά γιατί η φίλη σου δεν ξέρω αν θα τα βγάλει πέρα, για την ακρίβεια υπάρχουν πολύ λίγες πιθανότητες να είναι αύριο το πρωί ζωντανή.» Του είπε η Κόνι ψυχρά και άρχισε να κάνει βόλτες μέσα στο δωμάτιο.
«Όχι!!!!!!!!!!!!» Φώναξε με δύναμη ο Πέτρος και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια του καθώς έπιανε από το χέρι την Κόνι.
«Άσε με, με πονάς.»
«Πες μου ότι έκανες πλάκα, πες μου πως θα ζήσει.»
«Στο λέω, αλλά είναι ψέματα.» Του αντιγύρισε και ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει από τα μάτια της.
Ο Πέτρος δεν είπε τίποτε άλλο, άφησε την Κόνι και έτρεξε δίπλα στην Αμαλία, τότε την παρατήρησε. Ήταν πραγματικά σε άθλια κατάσταση. Τα όμορφα ξανθά μαλλιά της ήταν βρόμικα και λερωμένα με αίμα, το δικό της αίμα, Το γλυκό πρόσωπο της ήταν γεμάτο γρατζουνιές. Τα ρούχα της ήταν σκισμένα και μπορούσαν όλοι να δούνε τις πληγές της. Και τα χέρια τις ήταν σχεδόν πετσοκομμένα, πάρα πολύ χάλια. Τότε γύρισε και είδε την Κόνι, είχε καστανά μαλλιά αρκετά κοντά, με αγορίσιο κούρεμα, και γαλάζια μάτια, ήταν πολύ ψιλή και πρέπει να ήταν γύρω στα 18.
Γύρισε πάλι το πρόσωπο του στην Αμαλία και άρχισε να την χαϊδεύει απαλά στο μάγουλο χωρίς όμως να έχουν σταματήσει τα δάκρυά να τρέχουν από τα μάτια του.
Ξαφνικά ακούστηκε μια πόρτα να ανοίγει και 8 άτομα να μπαίνουν μέσα στο μικρό δωμάτιο.
«Παρακαλώ να βγείτε όλοι έξω, μέσα θα μείνουν μόνο οι πιο κοντινοί της και μετά οι υπόλοιποι.» Φώναξε η Κόνι σε στιλ νοσοκόμας και βγήκανε όλοι έξω (ακόμα και η Κόνι) εκτός από την Νατάσσα, τον Ηλία, τον Νίκο, τον Πέτρο και φυσικά την Ιωάννα.
«Αμαλία!» Φώναξε η Ιωάννα και έπεσε κάτω κλαίγοντας, έφτασε με πολύ δυσκολία δίπλα στην Αμαλία και της έπιασε το χίλιο-χτυπημένο χέρι της.
«Γιατί, γιατί ρε Αμαλία δεν μπορείς μια φορά να προσπαθείς να μη φερθείς πιο γενναία από όσο πρέπει? Γιατί?» Είπε ενώ δάκρυα ανάβλυζαν από τα μάτια της. Τότε πλησίασαν χωρίς να μιλάνε και με δάκρυα στα μάτια κι όλοι οι υπόλοιποι. Δίπλα στην Ιωάννα κάθισε ο Νίκος και δίπλα στον Πέτρο κάθισε η Νατάσσα και ο Ηλίας. Η Ιωάννα έκλαιγε χωρίς σταματημό.
«Ηρέμισε σε παρακαλώ, δεν κάνεις τίποτα με το να κλαις.» Της είπε ο Νίκος ενώ προσπαθούσε να σκουπίσει τα δάκρυά του, εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του και συνέχισε να κλαίει ενώ εκείνος προσπαθούσε να την καθησυχάσει χαϊδεύοντας της τα μαλλιά.
«Γιατί, γιατί ρε Αμαλία. Ρε Πέτρο γιατί δεν μας φώναξες? Θα μπορούσαμε να την είχαμε σώσει.» Είπε σχεδόν ξεφωνίζοντας η Νατάσσα και ρίχνοντας μια δυνατή σφαλιάρα στον Πέτρο ενώ έπεφτε στην αγκαλιά του Ηλία κλαίγοντας. Ο Πέτρος τους κοίταξε όλους για μια στιγμή χωρίς να πει τίποτα αφήνοντας τα δάκρυά του να εκφράσουν την λύπη του. Έπειτα σηκώθηκε απότομα όρθιος και αφού κοίταξε πρώτα την Ιωάννα και μετά την Νατάσσα σήκωσε την γροθιά του και είπε με πολύ σοβαρό ύφος.
«Δεν έχει πεθάνει ακόμα, σταματήστε λοιπόν να την θρηνείτε και βοηθήστε με να της περιποιηθώ τα τραύματα της.» Είπε και άρχισε να κοιτάει γύρω του στην αίθουσα μήπως έβρισκε τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να καθαρίσει τις πληγές της. Ώσπου η ματιά του έπεσε σε ακριβώς αυτό που έψαχνε, πάνω σε ένα μικρό ντουλάπι βρήκε ένα μπουκάλι που έμοιαζε με οινόπνευμα και κάτι σαν βαμβάκι δίπλα του, τα πήρε στα χέρια του και έτρεξε ξανά στην θέση του, έβαλε σε ένα βαμβάκι λίγο οινόπνευμα και βάλθηκε να καθαρίζει τις πληγές τις Αμαλίας ενώ οι υπόλοιποι τον κοιτάγανε.
«Έλα, δεν θα πεθάνεις, δεν θα σε αφήσω να το κάνεις. Θα ζήσεις, σε παρακαλώ. Μην μου το κάνεις αυτό.» Είπε ενώ καθάριζε τις πληγές από τα χέρια της.
«Δώσε μου λίγο.» Του είπε επιτακτικά η Ιωάννα φεύγοντας από την αγκαλιά του Νίκου. Ο Πέτρος της έδωσε και βαλθήκανε μαζί να περιποιούνται την Αμαλία η οποία ακόμα δεν είχε συνέρθει. Κάποια στιγμή αφότου είχαν καθαρίσει της πληγές της ο Πέτρος στράφηκε στους υπόλοιπους.
«Σας παρακαλώ, μπορείτε να βγείτε λίγο έξω?» Τους είπε παρακλητικά. Τα παιδιά συμφωνήσαν βουβά και βγήκανε έξω από το δωμάτιο.
Τότε ο Πέτρος καθώς της κρατούσε το χέρι άρχισε να της μιλάει.
«Αμαλία, σε παρακαλώ, μην μου το κάνεις αυτό. Σε παρακαλώ, αν πεθάνεις, δεν ξέρω κι εγώ τι θα κάνω, θα τρελαθώ. Σήμερα έμαθα κάποια πράγματα από την αδερφή σου, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, αλλά θέλω να ξέρεις κάτι. Δεν ξέρω αν μπορείς να με ακούσεις, όμως σε αγαπάω ρε γαμότο σε αγαπάω, και δεν θέλω να σε χάσω. Θα πεθάνω, να το ξέρεις. Σε παρακαλώ, μην μου το κάνεις αυτό.» Είπε και σταμάτησε γιατί ένας κόμπος είχε ανέβει στον λαιμό του και περισσότερα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του.
«Σε παρακαλώ.» Της είπε ξανά και έσκυψε και την φίλησε στο μέτωπο. Έπειτα έκλεισε τα μάτια του και έσφιξε και με τα δύο του χέρια το χέρι της Αμαλίας.
«Πέτρο.» Άκουσε ένα αδύναμο ψιθύρισμα να τον καλεί. Στην αρχή δεν άνοιξε τα μάτια του, αλλά όταν ένιωσε το χέρι της Αμαλίας να κουνιέται ανάμεσα στα δικά του άνοιξε με έκπληξη τα μάτια του και την είδε εκεί ξαπλωμένη και αδύναμη να τον κοιτάει.
«Κλαις?» Τον ρώτησε και πάλι αδύναμα.
«Α… Αμαλία. Είσαι ζωντανή?» Την ρώτησε έτοιμος σχεδόν να φωνάξει.
«Εσύ τι λες, να είμαι το φάντασμά μου?» Τον ρώτησε προσπαθώντας να αστειευτεί.
«Είσαι ζωντανή.» Είπε και σήκωσε το χέρι της και το έφερε στα χείλι του.
«Σε παρακαλώ, μην κλαις. Σε παρακαλώ.» Του είπε και τον χάιδεψε στο μάγουλο με το άλλο της χέρι, κάνοντας ένα μορφασμό πόνου.
Αυτός δεν είπε τίποτα απλώς κούνησε το κεφάλι του καταφατικά χωρίς όμως να σταματήσει να κλαίει. Μόνο που τώρα έκλαιγε από χαρά.
«Τα εννοούσες αυτά που είπες πριν?» Τον ρώτησε ενώ τον κοιτούσε στα μάτια, περιμένοντας με αγωνία την απάντηση του.
«Με… με άκουγες?» Την ρώτησε με τρεμάμενη ντροπή και ενώ γινόταν κόκκινος σαν παντζάρι.
«Σχεδόν όλη την ώρα σας άκουγα αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ με τίποτα.» Του είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Ναι, Αμαλία, τα εννοούσα, και αυτά τα πράγματα νιώθω για σένα από τότε που ήρθα εδώ πέρα. Σε αγαπάω, και θα σε αγαπάω για πάντα, ακόμα και αν εσύ δεν με θες, θα είμαι πάντα δίπλα σου, να το ξέρεις.» Της είπε και έσκυψε το κεφάλι του.
«Πέτρο.» Του είπε και εκείνος σήκωσε και πάλι το κεφάλι του για να την κοιτάξει.
«Ξέρεις πως κατάφερα και άνοιξα τα μάτια μου? Γιατί δεν πέθανα και προσπάθησα να μείνω ζωντανή? Γιατί πάλευα με αυτά τα τέρατα?» Του είπε ενώ καυτά δάκρυα ήταν έτοιμα να χυθούν από τα μάτια της δεν τα άφησε όμως και συνέχισε.
«Το έκανα για αυτούς που αγαπάω, για την Ιωάννα, την Νατάσα, τον Νίκο, τον Ηλία, τις δίδυμες, τον Τύμο, τον Άκη. Το έκανα γιατί δεν ήθελα να τους χάσω, αλλά πάνω από όλα δεν ήθελα να χάσω εσένα, όταν σε άκουσα να τα λες όλα αυτά, πήρα δύναμη και τα κατάφερα να συνέρθω.» Του είπε και του χαμογέλασε. Εκείνος τότε έσκυψε και την φίλησε απαλά στα χείλι, έπειτα σηκώθηκε όρθιος και την χάιδεψε στο μάγουλο.
«Παω να πω στα παιδιά τα νέα, εσύ κοιμήσου και ξεκουράσου.» Της είπε και της χαμογέλασε γλυκά.
«Μην φύγεις.»
«Θα ξανάρθω.» Της είπε και βγήκε έξω. Μόλις βγήκε έξω άρχισε σχεδόν να φωνάζει.
«Είναι ζωντανή, η Αμαλία είναι ζωντανή.» Τότε σχεδόν όλοι πήγανε να μπούνε μέσα.
«Δεν θα μπει κανείς μέσα. Πρέπει να ξεκουραστεί, όπως πρέπει και εμείς άλλωστε.» Είπε ο Πέτρος και όλοι σταμάτησαν να κάνουν ότι έκαναν για να τον ακούσουν.
«Λοιπόν παιδιά όπως είδατε έχουμε αρκετά δωμάτια, διαλέξτε ένα δωμάτιο ο καθένας, κάποιος θα κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με την Αμαλία. Λοιπόν, πηγαίνετε να βρείτε δωμάτια και αύριο θα ξαναμιλήσουμε.» Είπε η Κόνι και τους άφησε για να πάει να ετοιμάσει τα δωμάτια.
«Πες μου Τώρα τι έγινε, εσύ λάμπεις από χαρά.» Είπε η Νατάσσα στον Πέτρο και τον τράβηξε πιο πέρα.
«Μίλησα με την Αμαλία»
«Και…»
«Και, ενώ νόμιζα πως δεν με άκουγε, της τα είπα όλα, ότι ένιωθα για εκείνην.»
«Αχου τέλεια.» Είπε σχεδόν χοροπηδώντας από την χαρά της η Νατάσσα.
«Πέτρο.» Φώναξε η Κόνι καθώς έβγαινε από το δωμάτιο που βρισκότανε η Αμαλία.
«Ναι?»
«Λέει πως θέλει να σου μιλήσει. Μόνο κάνε μου μία χάρη, μην της φέρεις αντίρρηση και μην την αναστατώσεις.» Του είπε και άλλαξε κατεύθυνση. Τότε ο Πέτρος κατευθύνθηκε μέσα στο δωμάτιο όπου βρήκε την Αμαλία να κάθεται στο κρεβάτι.
«Αμαλία, με ζήτησες?» Είπε και έτρεξε κοντά της.
«Ναι. Είχα σκοπώ να σου πω αυτά που θα σου πω όταν θα ήμασταν όλοι μαζί, αλλά αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα… Πέτρο θέλω να μιλήσουμε.» Του είπε και έκανε χώρο για να κάτσει δίπλα της στο κρεβάτι.
«Να πούμε τι?»
«Τα πάντα, καταρχάς πρέπει να σου εξηγήσω κάποια πράγματα.» Είπε και έκανε μία μικρή παύση για να πάριε μία ανάσα.
«Η μητέρα μου…» Σταμάτησε για να σκεφτεί πως ακριβώς να συνεχίσει.
«Ναι?»
«Η μητέρα μου δεν ήταν σαν όλες τις άλλες. Η μητέρα μου ήταν η βασίλισσα του Λόκο Βέρντε και όλου του Βέιρ.» Είπε και περίμενε να δει την αντίδρασή του, με έκπληξη συνειδητοποίησε πως την κοίταζε χωρίς καμία έκφραση, έτσι συνέχισε.
«Μόλις γεννήθηκε η Ιωάννα, όταν εγώ ήμουν περίπου 4, ο Τέρι, ο βοηθός της μητέρας μας, μας πήγε κρυφά στον πύργο που λειτουργούσε σαν ορφανοτροφείο, το μόνο που είχαμε ήταν από ένα γράμμα η κάθε μια μας τα οποία μας έδωσε η κ. Έλλη όταν έγινα εγώ 12. Σε αυτά τα γράμματα ο Τέρι μας εξηγούσε τα πάντα, μας εξηγούσε πως μας άφησε εκεί γιατί οι γονείς μας κινδύνευαν, και όντως την επόμενη μέρα τους είχαν δολοφονήσει. Από τότε απαγορευόταν να ονομάσει ο οποιοσδήποτε τις κόρες του με το όνομα Αμαλία, ή Ιωάννα, ως ένδειξη λύπης για τις χαμένες πριγκίπισσες. Αυτοί που μας κυνηγάνε, μας κυνηγάνε γιατί ξέρουν πια είμαι εγώ και η Ιωάννα, γιατί θέλουν να μας σκοτώσουν.» Είπε και σταμάτησε για να τον παρατηρήσει. Όση ώρα μίλαγε, ο Πέτρος της κρατούσε σφιχτά τα χέρια και ήτανε φανερά αγχωμένος. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.
«Θα γίνει μεγάλη μάχη Πέτρο, στην οποία δεν ξέρω ποιοι θα είναι οι χαμένοι, αλλά εμείς έχουμε περισσότερες πιθανότητες.»
«Μην ανησυχείς, θα τα καταφέρουμε, μαζί, θα σε βοηθήσω, θα…» Δεν τον άφησε να ολοκληρώσει.
«Όχι, το ξέρεις πως σε αγαπώ και θα σε αγαπώ, όμως αυτό είναι το χειρότερο. Θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν ότι αγαπάμε πιο πολύ εγώ και η Ιωάννα, δηλαδή θα προσπαθήσουν να σκοτώσουν εσένα την Ναταλία τον Ηλία και τον Νίκο. Τα μικρά θα τα φυγαδεύσουμε στην γη. Λογικά θα πάει μαζί τους και ο Άκης. Βασικά θα τον παρακαλέσω να πάει γιατί είναι πού έξυπνος και θα μπορέσει να τα προστατεύεσαι. Θα χωριστούνε με τον Νίκο αλλά όταν τελειώσουν όλα αυτά θα ξανασμίξουμε όλοι μαζί.» Του είπε και του χαμογέλασε αχνά.
«Μα, εγώ και εσύ…»
«Όχι Πέτρο, δεν πρέπει, κινδυνεύεις, δεν θα το αντέξω αν πάθεις κάτι και φταίω εγώ. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Συγνώμη.» Του είπε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της.
«Δεν πρέπει να μου ζητάς συγνώμη. Εγώ πρέπει, εγώ που τόσο καιρό δεν σου είχα πει τίποτα για το τι νιώθω, ίσως τώρα να ήταν διαφορετικά.»
«Ίσως.» Ψιθύρισε ενώ άλλο ένα δάκρυ έφυγε από τα μάτια της. Τότε ο Πέτρος έσκυψε και την φίλησε απαλά στα χείλη της. Το αποχαιρετιστήριο φιλί θα μπορούσε να πει κανείς.
«Σε παρακαλώ, πες στην Ιωάννα, να τα εξηγήσει σε όλους τους άλλους, και αν γίνεται να έρθει να κοιμηθεί εδώ. Καληνύχτα Πέτρο.» Του είπε και τον χαιρέτισε καθώς εκείνος έβγαινε από το δωμάτιο για να πει στην Ιωάννα τι να κάνει. Ήταν κρίμα δυο παιδιά που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ να μην μπορούσαν να είναι μαζί.

Όταν βγήκε ο Πέτρος έξω βρόντηξε με δύναμη την πόρτα πίσω του από την στεναχώρια του. Έξω τον περίμενε η αδερφή του.
«Ωχ, τι έγινε?» Του είπε και έτρεξε αμέσως κοντά του.
«Παράτα με και εσύ.» Της είπε και έφυγε.
«Καλά ντε, μην φωνάζεις. Δεν σε είπαμε και καμπούρη.»
«Χέσε μας Νατάσσα. Τέσπα. Που είναι η Ιωάννα?» Την ρώτησε ακόμα φανερά θυμωμένος.
«Τι με θες?» Ακούστηκε η Ιωάννα να ρωτάει καθώς έβγαινε από ένα δωμάτιο.
«Η Αδερφή σου είπε να τους μαζέψεις όλους και να τους τα πεις, και να κοιμιθείς ΕΣΥ μαζί της στο δωμάτιο.»
«Εμ, ναι καλά.» Είπε και κατευθύνθηκε στην Νατάσσα.
«Τι έχει αυτός.»
«Δεν ξέρω. Πιο πριν πέταγε από την χαρά του γιατί είπε πως νιώθει στην αδερφή σου και τώρα, μετά την συζήτηση τους, έχει ΤΑ νεύρα.» Είπε κουνώντας το κεφάλι της.
«Πέτρο.»
«Ιωάννα παράτα με. Είμαι χάλια γι αυτό στρίβε.»
«Να σου πω, επειδή η αδερφή μου είναι μαλακισμέ.νη δεν θα την πληρώσω εγώ. Οκ? Δεν ξέρω τι σου πε, αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι σε αγαπάει περισσότερο και από τον εαυτό της, και αν περνούσε από το χέρι της θα έκανε το παν για να είστε μαζί.» Του είπε και πήγε και τον αγκάλιασε από τους ώμους.
«Τότε γιατί δεν το κάνει?»
«Γιατί, Γιατί δεν μπορεί, γιατί φοβάται για σένα, για μένα, για όλους μας.» Είπε και αναστέναξε.
«Ιωάννα, εμένα μου τα εξήγησε όλα, για το πιες είστε, για όλα. Πες τα και στους υπόλοιπους εκτός από τα μικρά. Εγώ θα πάω να πίσω τον Άκη να πάει μαζί τους. Είναι μυαλωμένο παιδί και ελπίζω να συμφωνήσει.» Είπε και έφυγε κατευθυνόμενος για το δωμάτιο στο οποίο είχε πάει να ξαπλώσει ο Άκης.
Συγχρόνως όμως, στο δωμάτιο της η Αμαλία, έκλαιγε με λυγμούς.
«Μα, γιατί? Γιατί να μην είμαι φυσιολογική, γιατί να μην μπορώ να κάνω για μια φορά αυτό που θέλω?» Φώναξε και συνέχισε να κλαίει. Δεν την ένοιαζε αν θα την άκουγε κανείς, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ηρεμίσει και να σταματήσει να νιώθει κενή. Έμεινε εκεί να κλαίει βουβά μόνη της παριστάνοντας ότι κοιμάται, ακόμα και όταν ήρθε η αδερφή της συνέχισε να κλαίει προσπαθώντας να το κρύψει, η ώρα ήταν 6 τα ξημερώματα όταν πια κατάφερε να κοιμηθεί. Αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να ηρεμίσει γιατί και τα όνειρά της ήταν σκοτεινά όπως η πραγματικότητα. Όταν ξύπνησε το πρωί κατά τις 11 η ώρα σηκώθηκε γρήγορα και βγήκε έξω από το δωμάτιο. Πλέον όλες τις οι πληγές είχαν κλίσει ως δια μαγείας. Αλλά ούτως ή άλως ποτέ δεν κρατούσαν περισσότερο από μία νύχτα, ούτε οι δικές της ούτε της Ιωάννας.
«Παιδιά ετοιμαστείτε σε 10 λεπτά φεύγουμε.» Φώναξε η Αμαλία καθώς έβγαινε έξω από το δωμάτιο. Όλοι την κοιτάζανε έκπληκτοι που είχε αναρρώσει έτσι γρήγορα.
«Υποτίθεται ότι σας τα είπε εχτές η Ιωάννα.» Μουρμούρισε απλώς και πήγε να ετοιμάσει τα πράγματά της.
«Είναι κάτι που ξέχασα.» Της απάντησε λυπημένα η Ιωάννα και πήγε να ειδοποιήσει τα μικρά ότι σε λίγο θα έφευγαν.
«Να σου πω, εμάς μας ξεχάσατε? Δεν υπάρχει περίπτωση να κάτσουμε με σταυρωμένα τα χέρια.» Είπε ο Κώστας.
«Ναι, καταρχάς ξέρουμε μαγικά.» Είπε ο Λεωνίδας.
«Κατά δεύτερων, ξέρουμε που είναι και πως είναι η πύλη που ψάχνετε.» Συνέχισε ο Άγγελος.
«Και κατά τρίτον ο πατέρας μας και η μητέρα μας πέθαναν πολεμώντας στο πλάι των γονιών σας, οπότε θα σε βοηθήσουμε θες δεν θες.» Της είπε ποιο αποφασιστικά από όλους η Κόνι.
«Εξάλλου ξέρω και αρκετά ιατρικά που θα σας χρησιμεύσουν.» Συνέχισε και της έκλεισε το μάτι.
«Καλά, αφού έτσι επιθυμείτε. Όμως είπατε ότι ξέρεται που είναι η πύλη. Ποιος σας είπε πως ψάχνουμε για αυτήν.»
«Κοίτα, τα μικρά δεν μπορούν να πολεμήσουν, και το πιο λογικό είναι να θέλετε να τα στείλετε μακριά από εδώ. Άσε που επειδή φοβόμασταν μην έρθει κανένας εχθρός την έχουμε μετακινήσει.» Είπε ο Άγγελος με στυλ.
«Τι κάνατε λέει?» Είπε η Αμαλία και η φωνή της ανέβηκε μία οκτάβα.
«Μην ανησυχείς. Αυτό είναι καλύτερο για εσάς, γιατί την έχουμε φέρει εδώ.» Της απάντησε προσπαθώντας να την καθησυχάσει ο Λεωνίδας.
«Σκεφτήκατε ότι ίσως έχανε τις δυνάμεις της?» Τους ρώτησε ειρωνικά.
«Eμ, ναι, το σκεφτήκαμε στην αρχή.» Είπε κάπως αμήχανα ο Άγγελος.
«Αλλά τελικά δεν είχε κάποιο πρόβλημα, συγκεκριμένα την έχω χρησιμοποιήσει χίλιες φορές.» Πετάχτηκε ο Κώστας.
«Που νομίζεται ότι έμαθα όλα αυτά τα γιατρικά?» Ρώτησε με νόημα η Κόνι.
«Καλά, καλά. Τα μικρά πρέπει να φύγουν πριν μπλεχτούνε πουθενά αλλού. Αλλά είναι επικίνδυνα να πάνε μόνα τους εκεί.»
«Μην ανησυχείς θα πάω εγώ μαζί τους.» Είπε ο Κώστας.
«Κι εγώ» Είπε με θάρρος ο Άγγελος.
«Είστε σίγουροι? Θέλω να πω, δεν μας ξέρεται ούτε 1 μέρα και θα χωριστείτε από τα αδέρφια σας για να σώσετε μερικά από τα μέλη μας?»
«Κοίτα, δεν είστε και όποιοι, όποιοι ούτε μας κάνει επίσκεψη η πριγκίπισσα κάθε μέρα. Και εξάλλου θέλουμε να βοηθήσουμε. Επίσης εκεί έχουμε γνωστούς οι οποίοι θα μας βοηθήσουν. Το μόνο κακό, είναι το θέμα της γλώσσας, αλλά επειδή είναι αρκετά μικρά θα το διορθώσουμε, θα πούμε ότι ήμαστε μετανάστες και πως δεν ξέρουν την γλώσσα. Μην ανησυχείς κάτι θα κάνουμε, βέβαια στην γη υπάρχουν αντιπρόσωποι του Ίγκαρ και…» Άρχισε να λέει ο Άγγελος.
«Του ποιου?» Διέκοψε τον μονόλογο του η Ιωάννα.
«Σόρρυ, αλλά ποιος νομίζεις πως δολοφόνησε τους γονείς σου και σας κυνηγάει αυτήν την στιγμή?» Την ρώτησε απορημένος ο Κώστας.
«Όποιος και να ναι αυτός δεν θα ζήσει για πολύ ακόμα, όχι όσο ζω εγώ.» Είπε ο Πέτρος ενώ έβγαζε από την θήκη του το σπαθί του.
«Πρώτον πότε ήρθες εσύ εδώ, και δεύτερον βάλε αυτό το πράγμα στην θέση του τώρα. Όταν θα έρθει η στιγμή να πολεμήσουμε βγάλε το πάλι.» Είπε ο Λεωνίδας.
Εκείνην την στιγμή ήρθαν τα μικρά κρατώντας από μία τσαντούλα το κάθε ένα με ρούχα που θα φορούσαν στην γη. Έπειτα μαζί με τον Άκη πήγανε και καθίσανε δίπλα στον Κώστα και τον Άγγελο. Αφού τους εξήγησαν τι θα γίνει (χωρίς περεταίρω λεπτομέρειες) η Κόνι είπε:
«Λυπών, η πύλη είναι η ίδια η πόρτα μας, Αλλά…»
«Πάντα υπάρχει ένα αλλά.» Μουρμούρισε ο Νίκος που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του την Ιωάννα.
«Αλλά για να μεταφερθείτε πρέπει όπως θα κρατάτε το πόμολο να σκέφτεστε ένα συγκεκριμένο μέρος, έγινα κατανοητή?» Κανείς δεν μίλησε, απλώς κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους.
«Ωραία, τότε καλύτερα να πηγαίνετε.» Είπε και τους έδειξε προς την πόρτα. Αφού αποχαιρετίστηκαν μεταξύ τους και οι δίδυμες σταμάτησαν να κλαίνε κατευθυνθήκανε ομαδικός στην πόρτα. Ο Άγγελος έπιασε το πόμολο και όλοι κρατήθηκαν από αυτόν, και τότε τα 4 αγόρια και τα 2 κορίτσια εξαφανίστηκαν.






































Στην Γη.
Μόλις φτάσανε εκεί βρεθήκανε και οι 6 πεσμένοι σε έναν αγρό.
«Που βρισκόμαστε?» Ρώτησε με απορία ο Άκης.
«Υποτίθεται στην Αγγλία αλλά αυτό δεν μου θυμίζει και πολύ Λονδίνο.» Είπε ο Κώστας και κοίταξε θυμωμένος τον Άγγελο.
«Ε, εγώ σκέφτηκα την άκρη του Λονδίνου, τώρα άμα δεν ήμαστε εκεί συμένει πως έχει πάθει πρόβλημα η πύλη.» Απάντησε απολογιτικά.
«Κοιτάξτε.» Φώναξε ο Τίμο και τότε είδανε ένα τρακτεράκι να σταματάει μπροστά τους.
«Ποιοι είστε παιδιά και τι δουλεία έχετε εδώ?» Τους ρώτησε ο οδηγός με αγγλική προφορά. Τα παιδιά τον κοίταζαν απορημένα γιατί δεν καταλάβαιναν γρι εκτός από τον Άγγελο και τον Κώστα.
«Ε, εγώ κα τα αδέρφια μου ήμαστε μετανάστες από την χώρα μας που έχει πόλεμο, οι γονείς μας έχουν σκοτωθεί και είμαστε μόνοι μας, και όπως περπατούσαμε εδώ και 7 μέρες εχτές την νύχτα σταματήσαμε να ξαποστάσουμε για λίγο εδώ.» Είπε ο Κώστας σκαρίζοντας μια πρόχειρη ιστορία και σώζοντας την κατάσταση.
«Ω καημένα μου. Ελάτε, θα σας φιλοξενήσουμε αν δεν έχετε και σεις πρόβλημα στο φτωχικό μας σπιτικό εγώ και η γυναίκα μου. Δεν έχουμε παιδιά αλλά πάντα θέλαμε, και τώρα βρίσκω μέσα στην μέση του χωραφιού μου, 6. Ελάτε.» Τους είπε και τους έκανε νόημα να ανέβουν στην καρότσα του φορτηγού του.
«Ευχαρίστως να έρθουμε καλέ μου άνθρωπε αλλά δεν ξέρουμε που βρισκόμαστε και τα αδέρφια μου εκτός από τον δίδυμο αδερφό μου και εμένα δεν έχουν ιδέα από αγγλικά.» Είπε ο Άγγελος αυτήν την φορά, κάνοντας έναν μορφασμό όπως έλεγε τον δίδυμο αδερφό μου γιατί σκέφτηκε τον Λεωνίδα που είχαν αφήσει πίσω τους.
«Ω, μα φυσικά. Βρισκόσαστε στην Νοτιοδυτική Οξφόρδη. Εγώ ονομάζομαι Μάικ και η γυναίκα μου Ματίλντα. Ελάτε όμως γιατί θα πρέπει να είστε κουρασμένα και πεινασμένα από ένα τέτοιο μακρινό ταξίδι και άμα θέλετε στο σπίτι την ώρα του φαγητού μου λέτε για την ψώρα σας. Αν πάλι όχι δεν θα σας πιέσω γιατί καταλαβαίνω πως νιώθετε. Όσο για τα αδέρφια σου μην ανησυχείς καθόλου νεαρέ μου. Από αύριο θα κανονίσω εγώ ο ίδιος να πηγαίνετε όλοι σε κανονικό σχολείο και έτσι θα μπορέσουνε να μάθουν την γλώσσα.»
«Σας ευχαριστούμε πολύ κύριε.» Είπε ο Άγγελος και στράφηκε στα μικρότερα παιδιά για να τους εξηγήσει τι θα γίνει μιλώντας στην δικιά τους γλώσσα.
«Και τι, αυτός και η γυναίκα του θα γίνουν γονείς μας?» Ρωτήσανε ταυτόχρονα οι δίδυμες.
«Δεν έχω ιδέα κορίτσια, προς το παρών όμως είμαστε ασφαλής.» Τους είπε ο Κώστας.
«Σίγουρα δεν είναι απεσταλμένος του Ίγκαρ?» Ρώτησε ο Άκης σκεφτικά.
«Ναι. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούνε να μιλήσουνε γλυκά γιατί μόλις το κάνουνε πεθαίνουν ακαριαία.» Του απάντησε ο Άγγελος.
«Καλά, τότε τι περιμένουμε?» Είπε ανυπομονώντας ο Τίμο.
«Το τρένο. Τι θες να περιμένουμε μικρό? Λοιπόν, άντε ανεβείτε στην καρότσα.» Απάντησε απότομα ο Κώστας, έπειτα στράφηκε στον κ. Μάικ.
«Τα αδέρφια μου και εγώ συμφωνούμε να έρθουμε μαζί σας, όμως πως ξέρουμε ότι μπορούμε να σας εμπιστευτούμε?»
«Άμα θέλετε μόλις κοιμηθείτε μπορούμε να πάμε μαζί για να κάνουμε τα χαρτιά για την υιοθεσία σας.» Τους είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του.
«Με δουλεύεται τώρα έτσι? Μου λέτε πως θα μας υιοθετήσετε ενώ μας ξέρεται μόνο 5 λεπτά?»
«Κοίτα μικρέ μου. Είμαι γέρος άνθρωπος και εγώ και η γυναίκα μου. Παιδιά δεν έχουμε μήτε συγγενείς. Και εσείς για μένα είστε σαν να κέρδισα το χρισό λαχείο.»
«Εμ. Τι να πω. Καλά. Αλλά θα πρέπει να ξεκουραστούμε θα πάμε μαζί σας για τα χαρτιά. Υπό έναν όρο.»
«Ότι θες παλικάρι μου.»
«Θα κρατήσουμε τα ονόματα μας και δεν θα μας αναγκάσετε ποτέ να μιλήσουμε για το παρελθόν μας.»
«Πες πως έγινε κιόλας. Άντε θα ανεβείτε ποτέ ή θα ξενυχτήσουμε εδώ?» Τους είπε και έκατσε στην θέση του οδηγού ενώ τα αγόρια βοηθούσαν τα μικρότερα παιδιά να ανεβούν στην καρότσα. Μόλις φτάσανε στο σπίτι του Μάικ τα παιδιά μείνανε με ανοιχτό το στόμα. Τι φτωχικό σπιτικό και κουραφέξαλα τους έλεγε ο άλλος. Αυτό ήταν κανονική βίλλα.

_______________ _Στο Βέιρ_____________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου