Άλλη μία μέρα για το σχολείο ξεκινάει.
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
Αμάν αυτό το ριμαδιασμένο ξυπνητήρι, ώρες, ώρες μου έρχεται να το πιάσω και να το πετάξω στα σκουπίδια. :evil: :evil:
«Ξύπνα βούρλο θα αργήσεις στο σχολείο και μετά θα φωνάζει η μαμά.» Φωνάζει ο αδερφός μου από το διπλανό δωμάτιο. Τελικά άλλαξα γνώμη, στο κεφάλι του αδερφού μου θα το πετάξω. :twisted: :twisted:
«Σκάσε βόδι. Εντάξει ξύπνησα, ποοοοοοοοοοοοοο.» Α ναι, ξέχασα να σας συστηθώ.
Λοιπόν, με λένε Λυδία και έχω ένα βόδι, εεε έναν αδερφό ήθελα να πω, τον Δημήτρη είναι ένα χρόνο μικρότερός μου, εγώ είμαι 14 και εκείνος 13. Έχω καστανά προς το ξανθό μαλλιά, και καστανά μάτια. Το ίδιο και ο bro μου. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα τον εξετάσεων. Επιτέλους καλοκαίρι.
Έβαλα μία μαύρη μπλούζα με κουκούλα, ένα τζιν και τα μαύρα all star μου. Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, πείρα την τσάντα μου στο χέρι χαιρέτισα βιαστικά την μητέρα μου και πήγα να φύγω.
Μόλις έφτασα στο σχολείο κατευθύνθηκα προς την παρέα μου. Τα κορίτσια ήταν όλα εκεί και χασκογελάγανε.
«Γεια Μαρία, γεια Σοφία.»
«Γεια Λυδία, πως πάει?» Με ρώτησαν και οι δυο τους με μια φωνή και έσκασαν στα γέλια.
«Όπως πάντα.» Μουρμούρισα ενώ εκείνη την στιγμή πέρναγε από δίπλα μου ο Δημήτρης και του έβαλα τρικλοποδιά. ΔΙΣΤΥΧΩΣ την είδε.
«Το είδα.» Μου είπε και με κοίταξε άγρια.
«Ναι. Δεν είναι πολύ όμορφη αυτή η μυγούλα?» Του έκανα δήθεν ανήξερη και έδιωξα μια μύγα που πέρναγε αυτήν την στιγμή.
«Ναι κουκλάρα. Τέλος πάντων δεν ήρθα εδώ για να μου σπάσεις τα νεύρα αλλά…»
«Αλλά για να σπάσεις εσύ τα δικά μου. Ναι, ναι το ξέρω. Και ήδη το καταφέρνεις ΜΙΑ ΧΑΡΑ.»
«Θα σκάσεις καμία ώρα, προσπαθώ να μιλήσω.»
«Μίλα σου είπε κανείς να μην μιλήσεις.» Εκείνος ξεφύσησε θυμωμένος και απομακρύνθηκε. Αμέσως με τα κορίτσια ακολούθησε ένας δεύτερος γύρος από γέλια.
«Δεν νομίζεις πως του φέρεσαι λίγο απότομα?» Με ρώτησε η Μαρία καθώς προσπαθούσε να πάρει μια ανάσα.
«Μπα, δεν υπάρχει απότομο για αυτό το ζώων.»
«Έλα τώρα, ώρες, ώρες γίνεται πολύ γλυκούλης.» Συνέχισε η Σοφία.
«Ναι, μόνο που αυτές οι ώρες είναι όταν προσπαθεί να πείσει τον μπαμπά να του πάρει σουβλάκι. Πλάκα μου κάνεις? Αυτό το, το, το πλάσμα τέλος πάντων, δεν γίνεται να γίνει γλυκό.»
«Και όμως, μερικές φορές είναι τόσο γλυκός που έτσι μου ‘ρχεται να...»
«Να του ρίξεις χαστούκι για να συνέλθει. Ναι, σε καταλαβαίνω. Και εγώ συνέχεια αυτό θέλω να κάνω.» 8)
«Έλεος βρε Λυδία. Τέλος πάντων, διαβάσατε καθόλου Αρχαία ή όχι?» Είπε η Μαρία.
«Εννοείτε!!!» 8) Είπα εγώ και τις κοίταξα θριαμβευτικά.
«Δεν εννοώ μόνο το εξώφυλλο.» Μου είπε η Σοφία.
«Γιατί ποιος σου είπε ότι το εννοώ εγώ.» 8
«Καλά, αν είναι έτσι, στο τσεπάκι σου το έχεις το 20» Είπε η Σοφία.
«Χωρίς το 2»συνέχισε η Μαρία.
«Γλυκές μου, ένας εγκέφαλος σαν τον δικό μου, δεν χρειάζεται το 20 για να φανεί το πόσο πανέξυπνος είναι.» 8)
«Ψωνάρα.» Είπαν και οι 2 μαζί.
«Είμαι, είμαι που να μην ήμουν.» :P Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Κάναμε προσευχή και μετά πήγαμε στην αίθουσα στην οποία θα γράφαμε. Μόλις μου μοιράσανε την κόλα και η καθηγήτρια εξήγησε τα θέματα ξεκίνησα να γράφω.
Όταν βγήκα έξω, τα κορίτσια είχαν ήδη τελειώσει και συζητάγανε για το διαγώνισμα.
«Πανεύκολο ήταν.» Είπα.
«Ναι, εγώ πρέπει να έγραψα γύρω στο 18» Είπε η Σοφία.
«Εγώ επειδή δεν πολύ κατάλαβα για τι θέμα μίλαγε το κείμενο, έγραψα το προηγούμενο επεισόδιο της Κορίνας της αγριόγατας.» Είπε η Μαρία και χαμογέλασε ικανοποιημένη.
«Τουλάχιστον άμα δεν το είχε δει θα μάθει τι έγινε.» Είπα εγώ και αρχίσαμε να γελάμε, ενώ η Σοφία μας κοίταξε σοβαρά και σταματήσαμε και οι 2.
«Δεν είναι παιχνίδι οι εξετάσεις.»
«Μην ανησυχείς, δεν μένουμε στην τάξη, αφού σε όλα τα τρίμηνα έχουμε πάνω από 16.»
«Καλάαααααα.»
«Λοιπόν κορίτσια τι λέτε, θα πάμε για κάνα μπάνιο σήμερα?» Ρώτησα εγώ αλλά πριν προλάβουν να απαντήσουν εμφανίστηκε από το πουθενά, ο πολυαγαπημένος μου αδερφούλης σέρνοντας και 2 ΚΟΥΚΛΟΥΣ μαζί του. Πλάκα μου κάνει, που τους βρήκε? :shock: Ο ένας περνούσε τον Δημήτρη σχεδόν μισώ κεφάλι, ήταν ψηλός, είχε ξανθό μαλλί και καφέ μάτια, ενώ ο άλλος ήταν στο ίδιο ύψος με αυτόν και είχε μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια.
«Θα έρθουμε και εμείς.»
«Καλώς και το βοδάκι μας, και όχι δεν θα έρθεις.»
«Ναι θα έρθω.»
«Μιλάει κανείς?»
«Ώχου θα το κόψετε αυτό επιτέλους?» Μας ρώτησε η Μαρία.
«ΌΧΙ. :twisted: » Είπαμε και οι 2 με μια φωνή.
«Καλάααα. Αλλά σήμερα έχει πολύ καλό καιρό και θα ήταν ωραία να πάμε για μπάνιο.» Είπε ο ένας από τα δύο αγόρια, ο οποίος μπορώ να πω πως όση ώρα μίλαγε κοιτούσε πολύ επίμονα την Μαρία.
«Οκ, οκ.» Υποχώρησα εγώ.
«Δημήτρη δεν θα μας συστήσεις?» Είπε ο άλλος ο οποίος ιδέα μου είναι ή με κοιτάει κάπως? ο:
«Α ναι, λοιπόν από εδώ ο Κώστας.» Είπε και έδειξε τον μελαχρινό που κοίταγε την Σοφία. »Και ο Μιχάλης» Είπε και έδειξε τον ξανθό.
«Αυτή είναι η Μαρία, αυτή η Σοφία…» Είπε και έκλεισε το μάτι του στην Σοφία, ωχ μετά θα γίνει μια μεγάλη συζήτηση με εμάς τις δύο. « Και από εδώ η πολυαγαπημένη μου αδερφούλα η Λυδία.»
«Το ξέρω ότι με αγαπάς τόσο πολύ αδερφούλη μου αλλά δεν χρειάζεται να στάζεις μέλι όταν μιλάς για μένα.» Του είπα ειρωνικά και έκανα να φύγω. Τότε κάποιος με έπιασε από το μπράτσο και με τράβηξε προς το μέρος του.
«Μιχάλης εσύ?» Μου είπε και με κοίταξε στα μάτια.
«Είπαμε Λυδία. :evil: » Είπα και τράβηξα απότομα το χέρι μου.
«Λοιπόν τι ώρα θα πάμε?» Ρώτησε η Μαρία.
«Τι λέτε για σε καμία ώρα?» Πρότεινα εγώ.
«Οκ, λοιπόν κατά της μία τα λέμε στην θάλασσα.» Είπαν και τα άλλα δύο αγόρια και φύγανε.
«Λοιπόν κορίτσια τα λέμε. Βόδι πάμε.» Είπα και τον τράβηξα και φύγαμε.
Όταν είχαμε απομακρυνθεί αρκετά από το σχολείο με σταμάτησε.
«Θα σταματήσεις ποτέ να με λες βόδι?»
«Όχι :twisted:»
«Τουλάχιστον όχι μπροστά στην Σοφία.»
«Γιατί, σου καλάρεσε η Σοφία Δημητράκο? Να το ξεχάσεις.» Του είπα και έκανα να φύγω.
«Είπα κάτι.»
«Και εγώ σου λέω κάποιος.»
«Ωχουυυυ.» Ήταν το μόνο που είπε και έφυγε νευριασμένος.
Όταν φτάσαμε σπίτι εγώ ανέβηκα γρήγορα στο δωμάτιο μου και άνοιξα το λάπτοπ μου. Μίλησα λίγο με κάποιους φίλους μου από το ιντερνέτ και το έκλεισα. Πήγα έκανα ένα μπάνιο, έβαλα το μαγιό μου, πείρα την πετσέτα μου και το αντηλιακό μου, φόρεσα ένα τζιν σορτσάκι και το μαύρο καπέλο μου με τα γυαλιά μου και ήμουν έτοιμη να φύγουμε.
«Βόδι, είσαι έτοιμος?» Φώναξα καθώς έβγαινα από το δωμάτιο μου
«Ναι, φεύγουμε, και είπαμε μην με λες βόδι.» Είπε και άρχισε να τρέχει στις σκάλες κατεβαίνοντας κάτω.
«Έγινε, Βόδι.» Του είπα και τον ακλούθησα προσπαθώντας να πνίξω ένα γελάκι. Μόλις ανοίξαμε την πόρτα παραλίγο να πέσουμε πάνω στον Μιχάλη, ο οποίος καθόταν εκεί και μας περίμενε.
«Τι κάνεις εδώ ρε βλά.κα αφού είπαμε πως θα συναντηθούμε στην παραλία.» Του πε ο Δημήτρης και του έριξε μία φιλική σφαλιάρα στο σβέρκο.
«Α, στην παραλία είπαμε? Εγώ νόμιζα εδώ.» Είπε και πήγε να περάσει το χέρι του γύρω από τον ώμο μου. Εγώ με μία απότομη κίνηση το απόφυγα.
«Κοντά τα χέρια σου μην σου τα κόψω σύριζα :evil: »
«Εντάξει ρε Λυδία μην κάνεις έτσι, κούλαρε.» Μου είπε ο Δημήτρης και πήρε για μια στιγμή λίγο στυλ ΧΑΛΑΡΑ.
« Σόρρυ ΜΑΝ δεν θα το ξανακάνω. :evil: » Του είπα επιθετικά και προχώρησα λίγα μέτρα ποιο μπροστά.
Όταν φτάσαμε επιτέλους στην παραλία, τα κορίτσια ήταν ήδη εκεί και κάνανε ηλιοθεραπεία. Λίγο πιο πέρα καθόταν και ο Κώστας που κοιτούσε ευθεία μπροστά στην θάλασσα.
«Λυδία, έλα και εσύ εδώ.» Μου είπε η Μαρία δείχνοντας μου ένα αντηλιακό.
«Άλλη όρεξη δεν είχα. Θα ψηθώ και στον ήλιο. Άσε με ρε Μαρία.» Είπα και άπλωσα την πετσέτα μου δίπλα της και κάθισα.
«Καλά ντε, μην φωνάζεις, δεν σε είπαμε και καμπούρη.»
«Αυτό έλειπε. Σοζ βρε Μαράκι μου αλλά έχω τα νεύρα μου.» Είπα και κοίταξα προς το μέρος του Μιχάλη και του αδερφού μου που ερχόντουσαν προς το μέρος μας.
«Επ, τι κάνουν τα κορίτσια?» Είπε ο Δημήτρης και πήγε και κάθισε δίπλα στην Σοφία. Ε που αλλού θα πήγαινε.
«Σε πειράζει να…» Πήγε να μου πει ο Μιχάλης αλλά εγώ τον σταμάτησα.
«Ναι με πειράζει.»
«Να μη…»
«Όχι να μην απλώσεις την πετσέτα σου δίπλα μου.»
«Καλά, να…»
«Όχι να μην κάτσεις στην δικιά μου.»
«Με διώχνεις?»
«Όχι, καλέ, από πού σου ήρθε?»
«Α, είπα και εγώ.» Μου πε και έβαλε την πετσέτα του δίπλα μου και κάθισε.
«Είπα κάτι.» είπα ενώ έβγαζα καπνούς. Εκείνος δεν μου έδωσε σημασία και βολεύτηκε καλύτερα.
«Σοφία πάμε μέσα, τώρα.» Της είπα και την τράβηξα να μπούμε μέσα στην θάλασσα.
«Τι έγινε καλέ, γιατί τόσα νεύρα?» Με ρώτησε μόλις μπήκαμε μέσα.
«Μία λέξη θα σου πω. Μιχάλης.»
«Τι έγινε καλέ?»
«Απλώς, μου έχει κάνει τα νεύρα ντουμάνια.»
«Έλα μωρέ, και εσύ συνέχεια τον αποπαίρνεις.»
«Και καλά του κάνω.» Είπα και ξαφνικά κάποιος με πιτσίλισε με νερό, γύρισα και είδα τον αδερφό μου να χασκογελάει με την έκφραση που είχα πάρει εκείνην την στιγμή.
«Εσύ…»
«Εγώ τι εγώ?» Μου είπε και με κοίταξε κάπως.
«Εσύ φταις για όλα, άμα σε πιάσω στα χέρια μου.» Του είπα και άρχισα να τον κυνηγάω μέσα στην θάλασσα. Και επειδή όπου πάρτι και χορός η Μαρία και η Σοφία πρώτες, δεν άργησαν να μπουν και αυτές στο “παιχνίδι” σέρνοντας από πίσω τους και τα αγόρια. Ε με λίγα λόγια καταντήσαμε να έχουμε γίνει ρεζίλι σε όλη την παραλία, και να έχουμε σκάσει στα γέλια. Όταν σταματήσαμε με πλησίασε ο Δημήτρης.
«Τελικά σε τι φταίω?»
«Για τα πάντα. Για την τρύπα του όζοντος, για την καταστροφή του περιβάλλοντος, για την βλακεία των ανθρώπων,» Είπα και έριξα μια ματιά προς τα παιδιά, που χτυπιόντουσαν μεταξύ τους ή ανέβαιναν τα κορίτσια στις πλάτες των αγοριών για να κάνουν βουτιές, και συνέχισα «για όλα φταις. :twisted: »
«Ώχου…» Μου πε και απομακρύνθηκε. Όταν πια ήρθε η ώρα να φύγουμε, βγήκαμε έξω, στεγνώσαμε και πήραμε ο καθένας τον δρόμο του.
Σχεδόν κάθε μέρα πηγαίναμε για μπάνιο με τα παιδιά, και ο Μιχάλης μου κόλαγε συνέχεια σε βαθμό που να μου έχει σπάσει τα νεύρα. Μια μέρα εκεί που καθόμουν και έβλεπα τηλεόραση χτύπησε το κουδούνι.
«Ποιος είναι?» Ακούστηκε ο αδερφός μου από τον επάνω όροφο.
«Τα κορίτσια.» Φώναξα καθώς άνοιγα την πόρτα.
«Λοιπόν φιλενάδα έχουμε δουλειά.»Μου είπε η Μαρία καθώς έμπαινε φουριόζα μέσα.
«Ναι, να εκπαιδεύσουμε τον αδερφό μου, συμφωνώ.»
«Χα, χα πολύ αστείο.» Μου είπε η Σοφία.
«Τέλος πάντων, τι έγινε?»
«Λοιπόν, σήμερα το βράδυ ήμαστε καλεσμένες σε ένα πάρτι…»
«Ωραία καλά να περάσετε.»
«Όχι, δεν κατάλαβες, είσαι και εσύ καλεσμένη.» Είπε η Σοφία.
«Ιδικά εσύ.» Συμπλήρωσε η Μαρία τονίζοντας το Ιδικά.
«Όποιου και να’ ναι εγώ δεν έρχομαι. Δεν έχω όρεξη για χορούς και πανηγύρια.»
«Είναι του Μιχάλη.»
«Τώρα είναι που δεν θα έρθω με ΤΙΠΟΤΑ.» Είπα και έπεσα στον καναπέ.
«Έλα.»
«Αφού σε θέλει σαν τρελός το παιδί.» Μου είπε η Μαρία.
«Ναι, και είναι και ένας κούκλος…» Συμφώνησε η Σοφία.
«Τι για μένα λέτε πάλι?» Ρώτησε ο αδερφός μου καθώς μπήκε μέσα στο δωμάτιο.
«Ναι, ιδικά εσύ είσαι ένας κούκλος. Θεά. Όπως λέει και ο Ψινάκης.» Του είπα και εκείνος μου έβγαλε την γλώσσα.
«Λοιπόν, Λυδία θα έρθεις και θα πεις και 1 τραγούδι.»
«Μωρέ να σου πω και 2 και 3 τραγούδια, αλλά δεν έρχομαι.»
«Που να ρθει?» Ρώτησε ο Δημήτρης.
«Στο πάρτι του Μιχάλη.»
«Α, ναι. Μην χολοσκάτε, για να πάει η Λυδία στο πάρτυ του Μιχάλη θα πρέπει πρώτα να γκρεμιστεί κάποιος φούρνος στο κεφάλι της.» Είπε και έφυγε από το δωμάτιο.
«Ορίστε, μέχρι και το Βόδι με καταλαβαίνει.»
«Δεν ακούω τίποτα, θα έρθεις και με το ζόρι αν χρειαστεί. Τώρα πάμε βόλτα να σου βρούμε ρούχα.» Μου είπε η Μαρία και αρχίσανε και οι 2 να με τραβάνε για να βγούμε έξω.
Ήμασταν έξω περίπου 3 ώρες μέχρι να αποφασίσουμε τι θα πάρουμε. Έπειτα επιστρέψαμε σπίτι μου για να ετοιμαστούμε.
Εγώ πήρα να φορέσω αυτήν την μπλούζα http://www.mimidlux.gr/images/site/products/001078_0_2m.jpg με αυτό το σορτσάκι http://www.worldofstock.com/slides/PAB4285.jpg και τα μαύρα σταράκια μου. Έφτιαξα τα μαλλιά μου μπούκλες και τα έπιασα μια ψιλή κοτσίδα. Έβαλα λίγη μάσκαρα και μαύρο μολύβι, και ήμουν έτοιμη.
Η Μαρία πήρε και έβαλε αυτό το φουστάνι http://www.goodhousekeeping.com/cm/goodhousekeeping/images/xG/white-house-black-market-dress-0809-lg.jpg μαζί με κάτι μαύρα τακούνια, ίσιωσε τα μαύρα μαλλιά της και έβαλε μία μαύρη σκιά, μαύρο μολύβι και μάσκαρα. Και το αποτέλεσμα, ήταν μία κούκλα.
Και η Σοφία έβαλε αυτό http://74.124.211.50/~fashion5/wp-content/uploads/2008/04/larok-marilyn-indigo-dress.jpg τα μαλλιά της τα άφησε να πέφτουν στους ώμους της, και ίσιωσε την φράντζα της κάτι γαλάζια πέδιλα με λίγο τακούνι. Έβαλε και εκείνη λίγο μολύβι και λίγο μάσκαρα και ήταν έτοιμη. Όταν τελειώσαμε η ώρα ήταν πια 8 και έπρεπε να φύγουμε. Κατεβήκαμε κάτω και μπήκαμε όλοι μέσα στο αμάξι του πατέρα μου. Ο Δημήτρης κάθισε μπροστά στην θέση του συνοδηγού και εγώ με τα κορίτσια πίσω. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Μιχάλη κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και εγώ έμεινα να το κοιτάω με ανοιχτό το στόμα. Ήταν πολύ μεγάλο και είχε και πισίνα. Πήρα στα χέρια μου το δώρο που του είχα πάρει. Όχι τίποτα το συναρπαστικό, ήταν απλώς ένα βιβλίο γιατί ο Δημήτρης μου είχε πει ότι λάτρευε να διαβάζει βιβλία, και κατευθυνθήκαμε προς την πόρτα.
Όταν την χτυπήσαμε μας άνοιξε ο Μιχάλης, αφού φιλήθηκε σταυρωτά με τα κορίτσια και έκανε ένα περίεργο χαιρετισμό με τα χέρια με τον Δημήτρη ήρθε η σειρά μου. Εγώ του έδωσα το δώρο του, του είπα χρόνια πολλά και μπήκα μέσα στο σπίτι χωρίς πολλά πολλά. Το σπίτι ήταν τέλειο και μέσα. Μόλις μπαίναμε μέσα βρισκόμασταν μέσα σε ένα τεράστιο σαλόνι, πολύ ωραία διακοσμημένο ιδικά για σήμερα. Από ότι είδα ήμασταν οι πρώτοι. Ο Μιχάλης είχε πάρει και έναν Dj και είχε και μπαρ. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν και τα υπόλοιπα παιδιά, το πάρτι άρχισε να ανάβει. Όλοι χορεύανε στον ρυθμό της μουσικής, ακόμα και εγώ με τα κορίτσια, όταν τον είδα … να φιλιέται και να χορεύει αγκαλιά με μία κατά λαϊκών τσου.λάκι. Απομακρύνθηκα γρήγορα από την “πίστα” και κατευθύνθηκα προς το μπαρ.
«1 ουίσκι.» Είπα απλώς αν και πρέπει να το είπα κάπως… απότομα γιατί ο μπάρμαν με κοίταξε κάπως.
«Δεν είσαι λίγο μικρή για…»
«Όχι, και δώσε μου ένα.» Εκείνος μουρμούρισε απλώς ένα καλά και μου έδωσε ένα. Εγώ το ήπια μονοκοπανιά και ξανακοίταξα προς το μέρος του, ήταν ακόμα με αυτήν την σουρλουλού. Ζήτησα και άλλο ουίσκι και άλλο μέχρι που δεν ήξερα πια πόσα είχα πιει, το μόνο σίγουρο ήταν πως είχα μεθύσει. Όταν ζήτισα και άλλο κάποιος με σταμάτησε.
«Μην της δώσεις άλλο.» Ακούστηκε μια αγορίστικη φωνή. Γύρισα και είδα τον Κώστα να με κοιτάει δολοφονικά.
«Μα γιατί, θέλω να πιω κι άλλο.» Του είπα ναζιάρικα καθώς μου έφυγε ένας λόξιγκας.
«Όχι. Έχεις μεθύσει.»
«Δεν έχω μεθύσει.»
«Έλα, θα φωνάξω τον αδερφό σου να πάτε σπίτι.»
«Όχι.» Είπα και εκείνη την στιγμή από τα ηχεία ακούστηκε το waka waka (this time for Africa) της σακίρα.
«Θέλω να χορέψω.» Του είπα και σηκώθηκα όρθια παραπατώντας. Όταν τελικά έφτασα στην πίστα άρχισα να χορεύω κάπως έτσι http://www.youtube.com/watch?v=uK6ZG1zwSSg&NR=1
Σιγά σιγά η “πίστα” καθάρισε και έμειναν μόνο μερικά κορίτσια που χόρευαν μαζί μου. Όταν τελείωσε το κομμάτι προσπάθησα να πάω προς το μπαρ αλλά με έπιασε η Σοφία από το χέρι και με ανάγκασε να την κοιτάξω.
«Τι έχεις πάθει μου λες?»
«Τίποτα, χικ»
«Τι τίποτα. Πρώτα δεν θες με τίποτα να έρθεις, μετά πίνεις όλο τον Βόσπορο και στο τέλος χορεύεις σακίρα στην μέση της πίστας, αυτό εσύ το λες τίποτα?»
«Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο.» Τραγούδησα αντί να της απαντήσω.
«Λυδία, σύνελθε, τι συνέβη.»
«Αυτός, χόρευε με μία σουρλουλού χικ και φιλιόντουσαν χικ και μετά εγώ χικ πήγα στο μπαρ χικ και ήπια ουίσκι.» Είπα και χαμογέλασα.
«Τι θα κάνω εγώ με σένα μου λες? Κάτσε εδώ μην φύγεις, θα φωνάξω τον αδερφό σου.» Εγώ κάθισα οκλαδόν μέσα στην μέση της πίστας και μερικά δάκρυα έφυγαν από τα μάτια μου. Κάποια στιγμή κάποιος με σκούντηξε.
«Λυδία??» Ήταν αυτός.
«Τι θέλεις? Φύγε.» Του είπα με μία τσιριχτή φωνή.
«Σήκω επάνω» Είπε και με τράβηξε να σηκωθώ. «Τι χάλια είναι αυτά, πως έγινες έτσι?»
«Γιατί τι έχω?»
«Απολύτως τίποτα, είσαι τελείως φυσιολογική.» Μου είπε με λίγο πιο άγριο τόνο στην φωνή του.
«Το ξέρω.» Του είπα και παραλίγο να πέσω πάνω του από την ζαλάδα.
«Έλα μαζί μου.» Είπε και με τράβηξε ελαφρώς.
«Δεν πάω πουθενά, η Σοφία μου είπε να μείνω εδώ.» Του είπα χωρίς όμως να αντισταθώ.
«Δεν πειράζει, έλα.» Είπε και συνέχισε να με τραβάει.
«Που πάμε.»
«Στο δωμάτιό μου.» Είπε καθώς άνοιξε μία πόρτα. «Ξάπλωσε στο κρεβάτι.» Μου είπε και εγώ τον κοίταξα.
«Ω πονηρούλη. Θες τελίτσες?» Του είπα και του χτύπησα με το δάχτυλό μου την μύτη του.
«Ούτε που να το σκέφτεσαι. Πάω να φωνάξω τους υπόλοιπους και να σου φέρω να πιεις για να συνέλθεις.»
«Βέβαια, μόνο με την άλλη την σουρλουλού θέλεις.» Είπα εγώ και κατσούφιασα.
«Την πια?» Είπε και με κοίταξε απορημένος.
«Αυτήν την σουρλουλού χικ που φιλιόσασταν χικ.» Είπα ενώ μερικά δάκρυα έφυγαν από τα μάτια μου. Εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα στο δωμάτιο ο Δημήτρης με την Μαρία την Σοφία και το Κώστα.
«Ε Μιχάλη και εσύ το παρατράβηξες ρε.» Είπε ο Δημήτρης και ήρθε δίπλα μου και με πείρε αγκαλιά. Εγώ συνέχισα να κλαίω.
«Πάω να της φτιάξω κάνα καφέ.» Είπε η Σοφία.
«Έρχομαι μαζί σου.» Της είπε ο Κώστας. «Α, και μεγάλε, δίκιο έχει ο Δημήτρης το παρατράβηξες.» Του είπε ο Κώστας και βγήκε από το δωμάτιο.
«Τι, τι κάνεις εσύ εδώ?» Είπα στον Δημήτρη χωρίς να αποτραβηχτώ από την αγκαλιά του.
«Κοίτα, μπορεί να με λες βόδι και να μου σπας τα νεύρα, αλλά δεν παύω να με αδερφός σου.» Είπε και μου χαμογέλασε αχνά.
«Εμ, Δημήτρη έλα λίγο.» Του είπε η Μαρία κάνοντας του νόημα να φύγουν για να αφήσουν εμένα και τον Μιχάλη μόνους μας. Μόλις βγήκαν έξω ο Μιχάλης ήρθε και κάθισε δίπλα μου, πήγε να με αγκαλιάσει όπως είχε κάνει ο Δημήτρης πριν αλλά εγώ απομακρύνθηκα.
«Μην με αγγίζεις, πήγαινε στην σουρλουλού σου.»
«Λυδία μου, δεν έκανα τίποτα με την Ελένη, μόνο φεσωθήκαμε.»
«Πολύ ωραίο όνομα, να το χαίρεται. Με αφήνεις ήσυχη τώρα?»
«Όχι, ρε Λυδιάκη μου, σε παρακαλώ. Επίτηδες το έκανα.»
«Μπράβο, γιατί γίνεται να το κάνεις κατά λάθος?» Του είπα ενώ γύρισα από την άλλη μεριά και σταύρωσα τα χέρια μου.
«Εννοώ ότι το έκανα επίτηδες για να με δεις, και… και να ζηλέψεις.» Μου είπε καθώς έφερε το χέρι του μηχανικά πίσω από τα μαλλιά του.
«Δεν με ενδιαφέρει.» Του είπα και τότε εκείνος με γύρισε απότομα προς το μέρος του και με ανάγκασε να τον κοιτάξω.
«Ρε Λυδία γα.μότο μου, κατάλαβε με, σε γουστάρω τρελά τι άλλο πρέπει να κάνω για να το καταλάβεις?»
«Άσε με, με πονάς.» Του είπα αλλά εκείνος συνέχισε να μου μιλάει άγρια.
«Τι άλλο ρε πού.στη?»
«Σταμάτα Μιχάλη, με τρομάζεις.» Εκείνη την στιγμή μπήκαν μέσα γρήγορα ο Μιχάλης με τον Δημήτρη.
«Μεγάλε, άς την.» Του είπε ο Κώστας. Ο Μιχάλης γύρισε και τον κοίταξε αλλά χωρίς να με αφήσει.
«Με πονάς σου λέω.» Συνέχισα εγώ.
«Ας την τώρα ρε μα.λακα γιατί θα σου κάνω το βίο αβίωτο.» Του είπε ο Δημήτρης.
Ο Μιχάλης τότε με κοίταξε με ένα παράξενο βλέμμα και απομακρύνθηκε. Κόλλησε στον τοίχο και κοίταζε το πάτωμα.
«Πιες αυτό.» Μου είπε η Σοφία. Εγώ ίπια μια γουλιά και την έφτυσα.
«Είναι απαίσιο.» Γκρίνιαξα.
«Ήθελες τα και παθές τα. Πιες το.» Μου είπε.
«Λυδία μου, σε παρακαλώ πιες το.» Μου είπε ο Μιχάλης και εγώ το ήπια.
«Εσύ μην μιλάς, γιατί εσύ την έφερες σε αυτήν την θέση. Δεν έχει ξανά πιεί ούτε μια γουλιά στην ζωή της ρε, και εσύ την κατάντησε να πίνει ένα μπουκάλι ουίσκι και ποιος ξέρει και τι άλλο και να χορεύει waka στην μέση της πίστας.» Του είπε ο Δημήτρης και τον κοίταξε δολοφονικά. Εκείνος τότε ξανάστρεψε το βλέμμα του στο πάτωμα.
«Λοιπόν, η Λυδία θα μείνει σπίτι μου σήμερα για να μην την δουν οι γονείς σας σε τέτοια χάλια και εσύ θα τους πεις πως θέλαμε να κάτσουμε να έχουμε μια κοριτσίστικη νύχτα, μαζί μου θα μείνει και η Σοφία για να είναι πιο πιστευτώ, εντάξει?» Είπε η Μαρία στον Δημήτρη και αυτός κούνησε απλώς το κεφάλι του καταφατικά.
«Ωραία. Λοιπόν, Λυδία, φεύγουμε.» Μου είπε και με σήκωσε. Δεν ξέρω πως έφτασα στο σπίτι της Μαρίας, πως άλλαξα και πως ξάπλωσα στο κρεβάτι της, το μόνο που ξέρω είναι ότι το επόμενο πρωί ξύπνησα στο δωμάτιο της Μαρίας φορώντας κάτι πιτζάμες και έχοντας έναν αφόρητο πονοκέφαλο.
«Καλημέρα.» Μου είπε η Μαρία μόλις μπήκε μέσα στο δωμάτιο.
«Καλημέρα. Τι έγινε εχτές, και τι κάνω εδώ?»
«Δεν θυμάσαι?»
«Όχι.»
«Πφφφ, λοιπόν, άκου…» Μου είπε και μου αφηγήθηκε ότι έγιναν το προηγούμενο βράδυ.
«Με αγκάλιασε το βόδι? Πρέπει να κάνω απολύμανση γρήγορα, οινόπνευμα και μπενταντίν.» Είπα και σηκώθηκα όρθια γρήγορα παρόλο τον πονοκέφαλό μου.
«Ώχου είσαι ανυπόφορη. Σαν τον Κατακουζήνα κάνεις.»
«Ναι, αλλά εγώ δεν είμαι τόσο ξενέρα όσο αυτός, εγώ είμαι πιο αστεία.» Εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να ξεφυσήξει.
«Τι θα κάνεις με τον Μιχάλη?»
«Να πάει να γα…ργαληθεί ο Μιχάλης με αυτήν την σουρλουλού, εμ, πως την είπαμε, α ναι Ελένη.» :evil:
«Καλά. Τέλος πάντων, η ώρα είναι ήδη μία και μισή το μεσημέρι, αν πεινάς πήγαινε να φας, αλλιώς διάλεξε κάποιο από τα ρούχα μου και βάλε γιατί σε λίγο θα πάμε βόλτα με τα παιδιά. Τότε σηκώθηκα και κατευθύνθικα προς την ντουλάπα της, διάλεξα μία γκρι μπλούζα του MTv και ένα τζιν σορτσάκι και έβαλα. Έπειτα μαζί με την Μαρία και την Σοφία φύγαμε και περπατήσαμε προς το σπίτι μου, που ήταν λίγα στενά πιο κάτω, για να πάρουμε τα αγόρια. Όταν φτάσαμε δεν προλάβαμε να ανοίξουμε καλά καλά την πόρτα και είχαν βγει και οι 3 τους έξω.
«Βρε καλός τα κορίτσια μας. Αδερφούλα τι γίνεται?» Μου είπε ο Δημήτρης και έκανε να με αγκαλιάσει.
«Ε, Μαρία, να σου πω, έχεις κανένα μπεντατίν εύκαιρό? Και οινόπνευμα μου κάνει.» Είπα στην Μαρία καθώς τον απέφευγα.
«Κάτι είπαμε για αυτό.» Μου είπε η Μαρία και με κοίταξε δολοφονικά.
«Καλά καλά, δεν έχεις. Σοφία μήπως έχεις… Καλάααα.» Είπα καθώς η Μαρία με ξανακοίταξε δολοφονικά. Όταν βγήκαμε από το σπίτι μου και αρχίσαμε να προχωράμε εγώ ρώτησα.
«Ε, έχει κανείς σκοπό να μου πει που πάμε?» Αυτός που μου απάντησε ήταν ο Κώστας.
«Αυτό είναι έκπληξη, ούτε η Σοφία με την Μαρία ξέρουν.»
«Πφφφ, καλά…» Μέχρι να φτάσουμε στην… “έκπληξη” με τον Μιχάλη δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μία κουβέντα, ούτε ένα βλέμμα. Αλλά ούτε που με ένοιαζε, εγώ διασκέδαζα μια χαρά με τους υπόλοιπους, και το καλύτερο? Χωρίς να μου κολάει :twisted: .
Όταν φτάσαμε εκεί εγώ με τα κορίτσια μείναμε με ανοιχτό το στόμα :o . Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Είχαμε πάει σε ένα ας πούμε κλαμπάκι, το οποίο ήταν WoW, απερίγραπτο.
«Εγώ δεν μπαίνω έτσι ντυμένη εκεί μέσα.» Είπε η Σοφία και οπισθοχώρησε.
«Έλα βρε μωρό μου τώρα μην μας το χαλάς.» Της είπε ο Δημήτρης. Όπα, δεν μας τα παν αυτά, ήμουν έτοιμη να μιλήσω όταν με τράβηξε ο Κώστας.
«Άς τον μια φορά, μην του κάνεις χαλάστρα.»
«Πφφφφφφφφφφφ, καλάαα.» Είπα, ε στο τέλος με τα πολλά πολλά μπήκαμε μέσα και εκεί ήταν που έμεινα κάγκελο. Εκείνη η νύχτα ήταν η καλύτερη της ζωής μου, μέχρι τώρα.
Δεν ξέρω πόση ώρα ΤΟΝ κοιτούσα, αλλά πραγματικά, είχα μαγευτεί. Ένας νεαρός, γύρω στα 16, καθόταν στο μπαρ και μίλαγε με κάτι παιδιά, όμως μπορούσα να δω το πρόσωπό του. Είχε ξανθά μαλλιά και καταπράσινα μάτια. Τα ζυγωματικά του ήταν τόσο WoW. Και είχε κάτι χειλάκια, αχ αυτά τα χειλάκια, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Κάποια στιγμή γύρισε και με κοίταξε. Εγώ τράβηξα αμέσως το βλέμμα μου και ακλούθησα τους άλλους. “Όχι στο μπαρ, όχι στο μπαρ.” Σκεφτόμουνα, αλλά ποιος με άκουγε εμένα? Απολύτως κανείς. :twisted:
Καθίσαμε εκεί. Μετά από λίγο η Μαρία πήρε τον Κώστα και πήγαν να χορέψουνε, και το ίδιο έκαναν και η Σοφία με τον Δημήτρη. Έμεινα μόνη με τον Μιχάλη, έχοντας καρφώσει το βλέμμα μου σε αυτόν τον άγνωστο νεαρό. Και προς μεγάλη μου έκπληξη εκείνος το είχε καρφώσει στον Μιχάλη.
«Πάω να χορέψω.» Μου είπε ψυχρά ο Μιχάλης και απομακρύνθηκε.
«Στα τσακίδια.»
Μόλις έφυγε ο Μιχάλης ο νεαρός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου.
«Γεια σου.» Μου είπε και κάθισε δίπλα μου. Φαινόταν πως αυτήν την στιγμή έψαχνε να βρει κοπέλα και γι αυτό αποφάσισα να του μιλάω χωρίς να φαίνεται πως του δίνω σημασία.
«Γεια.»
«Τι γίνεται? Όλα καλά?»
«Μια χαρά.»
«Δεν θα ρωτήσεις αν και σε μένα είναι όλα καλά.»
«Δεν με νοιάζει.» Του απάντησα ψυχρά.
«Είσαι δύσκολη εσύ.»
«Και σε όποιον αρέσω.»
«Χμμ, να σε κεράσω ένα ποτό?»
«Κάνε ότι θέλεις.»
«Τι θα πιεις?»
«Μία βότκα πορτοκάλι πες.»
«Οκ,» Είπε και στράφηκε στον μπάρμαν.
«Ορίστε.»
«Ευχαριστώ.»
«Λοιπόν, το ονοματάκι σου?»
«Λυδία.» Του είπα, όσο και να με έκαιγε το πώς τον έλεγαν δεν υπήρχε περίπτωση να τον ρωτούσα.
«Ντέιβιντ Χάρηκα.»
«Ωραία.»
«Εσύ δεν χάρηκες?»
«Ναι, ναι πως.» Είπα και εκείνη την στιγμή ήρθε προς το μέρος μας ο Μιχάλης.
«Εσύ Λυδιάκη, δεν θα χορέψεις σήμερα?»
«Μπα, δεν έχω όρεξη, εξάλλου να σου θυμίσω ότι την τελευταία φορά που χόρεψα είχα πιει εν μπουκάλι ουίσκι και χόρευα σακίρα στην μέση της πίστας, ευχαριστώ δεν θα πάρω.» Του είπα ειρωνικά και ήπια λίγο από το ποτό μου.
«Αυτό θα θελα να το δω.» Μου είπε ο Ντέιβιντ.
«Πίστεψε με, δεν θα θελες.»
«Χα, έχεις πλάκα εσύ.»
«Μου το χουν ξαναπεί.»
«Τι έγινε Λυδιάκη, σε ενοχλεί ο τύπος?» Μου είπε ο Μιχάλης.
«Όχι ρε Μιχάλη, κάποιος άλλος μου χει σπάσει τα νεύρα αλλά ονόματα δεν λέμε, π.χ. ΜΙΧΑΛΗΣ.» Του είπα κάπως άγρια.
«Εμ, ναι καλά, ε εγώ να πηγαίνω.» Είπε και χάθηκε μέσα στον κόσμο. Ο Ντέιβιντ εν τω μεταξύ είχε λυθεί από τα γέλια.
«Τι είναι τόοοσο πολύ αστείο που έχεις πέσει κάτω από τα γέλια?»
«Ο τρόπος που του μίλησες. Χαχαχα. Λοιπόν, ξέρεις κάτι. Εγώ ήρθα προς το μέρος σου επειδή έψαχνα γκόμενα για σήμερα, αλλά εσύ είσαι πολύ καλύτερη από αυτό. Ο τρόπος σου και γενικός ο χαρακτήρας σου είναι και γα.μώ. Αν θες, έλα να κάτσεις μαζί με μένα και την παρέα μου.» Μου πε και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.
«Ευχαριστώ δεν θα πάρω.» Είπα και τότε εμφανίστηκε μια κοπέλα, αν θεωρείται κοπέλα έτσι όπως ήταν ντυμένη, που κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Φορούσε μια ριχτή μαύρη μπλούζα με νεκροκεφαλές. Ένα μακρύ τζιν, Ένα καπέλο και αθλητικά.
«Γεια.»
«Γεια.»
«Να σου πω, ο Ντέιβ μας είπε ότι έχεις πολύ φάση. Έλα κάτσε μαζί μας ρε συ. Εξάλλου, είμαι το μόνο κορίτσι στην παρέα και θα ‘ταν ωραίο να ερχόταν άλλη μία.»
«Κοίτα εγώ δεν…»
«Έλα, έτσι έκανα κι εγώ στην αρχή, αλλά αυτό ήταν που πάντα ονειρευόμουν.»
«Οκ.»
«Μαντώ.»
«Λυδία.»
«Χάρηκα.»
«Κι εγώ.» Είπαμε και φτάσαμε σε ένα μέρος στην άκρη του κλαμπ που κάθονταν 5 αγόρια, ανάμεσά τους και ο Ντέιβιντ.
«Λοιπόν, παίδες, αυτή είναι η Λυδία, Λυδία, ο Γιώργος, ο Νίκος αν και προτιμάει το Νικ, ο Πάνος, ο Μπόρις και τον Ντέιβ νομίζω τον γνώρισες.» Μου είπε καθώς μου έδειχνε ένα, ένα τα παιδιά.
«Ο Γιώργος ήταν όπως οι περισσότεροι στην Ελλάδα, καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Ο Νίκος είχε ξανθό μαλλί και καστανά μάτια, ο Πάνος, μαύρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, ενώ ο Μπόρις ήταν ξανθός με γαλανά μάτια.
«Χάρηκα.» Είπα, αν και είχα κοκκινίσει λίγο με όλο αυτό το… ξαφνικό.
«Πω ρε κοκκίνισε, Μαντώ κανόνισε την.» Είπε ο Πάνος και της έκλεισε το μάτι.
«Λοιπόν, δεν χρειάζεται να μας ντρέπεσαι. Άμα και εσύ θέλεις μπορείς να μπεις και εσύ στην παρέα μας, και φυσικά χωρίς να χάσεις και την δικιά σου παρέα, με την οποία ήρθες. Λοιπόν, τώρα αν θες κάθισε μαζί μας, και πλιζ μην κοκκινίζεις.» Μου πε και μου ‘ριξε ένα “φιλικό” μπατσάκι στην πλάτη.
«Όπα ρε, με ξέκανες.» Της είπα και της έριξα και εγώ ένα.
«Και εσύ δεν πας πίσω.» Μου πε και σκάσαμε στα γέλια.
«Λοιπόν, παιδιά. Το ξέρω πως είναι νωρίς τώρα για να φύγουμε, αλλά, λέω να την κάνουμε σιγά σιγά, για να πάμε και την Λυδία σπίτι της, και αύριο το πρωί θα μαζευτούμε πάλι για κάνα γκράφιτι, έγινε?» Είπε ο Μπόρις με μία κάπως, παράξενη προφορά, και έτσι κατάλαβα ότι ήταν ξένος.
«Εμ, εγώ δεν ξέρω να κάνω γκράφιτι, αλλά πάντα ήθελα να μάθω.» Είπα και όλοι γύρισαν και με κοίταξαν όχι, και τόσο ξαφνιασμένοι.
«Εντάξει, μην ανησυχείς. Θα σου μάθουμε εμείς.» Μου πε ο Ντέιβ και πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τον ώμο μου, και το άλλο του γύρω από της Μαντώς. Όταν βγήκαμε έξω από το “κλαμπ” τους εξήγησα που είναι το σπίτι μου, και με πήγαν έως εκεί.
«Ελάτε μέσα.»
«Όχι, άσε καλύτερα.» Είπε ο Νίκος.
«Ναι, έχουμε να κάνουμε κάτι δουλείες. Αν θέλει ας κάτσει η Μαντώ.» Είπε ο Ντέιβ και την έσπρωξε προς το μέρος μου.
«Μα…»
«Έλα, κορίτσια είστε κάτι θα βρείτε να κάνετε. Άσε που αύριο πρέπει να την πας για ψώνια, να πάρει μερικά από τα ρούχα που φοράς και εσύ. Θα της πάνε πιο πολύ πιστεύω.» Είπε ο Ντέιβ και μου ‘κλεισε το μάτι.
Όταν φύγανε και μείναμε μόνες μας, εγώ της έδωσα να φορέσει κάτι πιτζάμες μου, και ανεβήκαμε στο δωμάτιό μου. Εκεί ήρθε η ώρα τις ανάκρισης.
«Λοιπόν, πως και έγινες μέλος της ομάδας τους?»
«Ε, περίπου σαν και εσένα. Απλώς γενικώς από μικρή ήμουν λίγο έως πολύ αγοροκόριτσο και με ‘βάλανε στο κρου τους. Ε μου μάθανε να κάνω γκράφιτι βγαίναμε κάθε μέρα και δεθήκαμε.»
«Α, κατάλαβα. Και εμένα πως και με βάλανε. Θέλω να πω, ούτε πολύ αγοροκόριτσο είμαι ούτε φοράω ρούχα σαν τα δικά σου, ούτε τίποτα.»
«Μάλλον ο Ντέιβ σε θεωρεί αρκετά αστεία, και τρελή για να μπεις στην ομάδα.»
«Το τρελή είναι το μόνο σίγουρο.» Είπα και μου ξέφυγε ένα γελάκι.
«Χα, χα. Λοιπόν, αύριο θα πάμε σε ένα μαγαζί εδώ κοντά που πουλάει τέτοιου είδους ρούχα και θα διαλέξεις όποιο θές εσύ, και αν δεν σου αρέσουν δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Δεν είναι υποχρεωτικό να ντύνεσαι σαν και εμένα.» Είπε και εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα στο δωμάτιο ο αδερφός μου.
«1) Που ήσουν εσύ? Σε ψάχναμε μία ώρα. Και 2) ποια είναι αυτή?»
«Λογαριασμό θα σου δώσω? Ήμουν, με την καινούρια μου παρέα, και αυτή είναι η Μαντώ. Αφού σε διαφώτισα μπορείς τώρα να τζάσεις?»
«Ώχου, εσύ δεν τρώγεσαι…» Είπε και βγήκε έξω από το δωμάτιο κοπανώντας πίσω του την πόρτα.
«Ο αδερφός μου. Ή πιο σωστά το βόδι.» Της είπα και πήρα μία γκριμάτσα αηδίας και αγανάκτησης μαζί.
«Τελικά εκτός από τρελή, είσαι και αστεία.» Είπε και έσκασε στα γέλια.
«Λοιπόν, η ώρα κοντεύει 11, καλύτερα να πέσουμε για ύπνο. Εσύ κοιμήσου στο κρεβάτι μου, και εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ. Καλύτερα κλείδωσε την πόρτα μην έχουμε καμία άσχημη συνάντηση με το βόδι.» Της είπα καθώς έστρωνα πρόχειρα τον καναπέ που είχα στο δωμάτιο μου. Έπειτα ξάπλωσα και έκλεισα το φως.
Την επόμενη ημέρα, πριν προλάβω καλά καλά να συνειδητοποιήσω ότι ήταν ημέρα, άκουσα κάτι θορύβους, σαν να περπατούσε κάποιος στις μύτες των ποδιών του, και μετά κάποιων να ξεκλειδώνει την πόρτα. Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου και κοίταξα το ρολόι μου. Έξι η ώρα. Μα καλά, ποιος ξυπνάει τέτοια ώρα.
«Άχου, σε ξύπνησα? Συγνώμη δεν το ήθελα.» Άκουσα κάποιον να μου μιλάει και πετάχτηκα όρθια. Είδα μπροστά μου την Μαντώ με τον… Ντέιβ? Τράβηξα γρήγορα τα σκεπάσματά μου μέχρι πάνω χωρίς να σταματήσω να τους κοιτάω με γουρλωμένα μάτια. :shock: Αφού έπνιξα ένα χασμουρητό τους μίλησα.
«Τι κάνετε εσείς εδώ? Και προπάντων, τι κάνετε εσείς εδώ τέτοια ώρα?» Είπα και βολεύτηκα καλύτερα στον καναπέ.
«Καλά, εγώ κοιμήθηκα εδώ εχτές…»
«Εντάξει, το ξέρω για σένα. Αλλά από τις 6 ξυπνάς? Και αυτός τι κάνει εδώ. Δεν θυμάμαι να είχε έρθει κι αυτός εχθές, η μήπως κοιμηθήκατε αγκαλίτσα.» Είπα και τους κοίταξα πονηρά ανασηκώνοντας το ένα μου φρύδι. Τότε ο Ντέιβ άρχισε να γελάει και μόνο που δεν ξαπλώθηκε στο πάτωμα.
«Ει, ει, κύριος. Για πιο ήρεμα. Μένουν άλλα τρία άτομα σε αυτό το σπίτι.» Του είπα και αυτός άρχισε να ηρεμεί.
«Συγνώμη, αλλά πιο γελοίο πράγμα από αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να έκανα στην ζωή μου.» Είπε και η Μαντώ τον κοίταξε δολοφονικά.
«Υπονοείς κάτι μικρό?» Του είπε και του έριξε *μια σφαλιάρα στο σβέρκο.
«Όχι, όχι, ‘ντάξει μην βαράς.»Είπε και προσπάθησε να ηρεμίσει.
«Γκούχου, γκούχου. Είμαι και εγώ εδώ. Και είστε στο σπίτι μου… και ακόμα δεν μου έχετε απαντήσει.»
«Ναι, ναι. Λοιπόν. Εγώ ξυπνάω πάντα τέτοια ώρα. Με τον Μορφέα δεν ήμαστε και οι καλύτεροι φίλοι βλέπεις. Σε αντίθεση με αυτό το μου.λάρι….» Είπε και του έριξε άλλη μία στο σβέρκο.
«Είπαμε μην βαράς.»
«Ναι… συνέχα.» της είπα.
«Ε, επειδή ήθελε να έρθει κι αυτός μαζί μας στα ψώνια, με πείρε τηλέφωνο, πριν μισή ώρα….»
«Δηλαδή στις 5 και μισή? :shock: Από τι ώρα είσαι ξύπνια?»
«Εμ… από τις 5. Τέσπα. Λοιπόν, και με πείρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν μπορεί να ‘ρθει. Εγώ του είπα πως κοιμάσαι, και δεν θα ‘ταν σωστό να σε ξυπνήσω. Αλλά αυτός επέμενε, ε έτσι ήρθε, του άνοιξα την πόρτα και μόλις μπήκε μέσα ξύπνησες, αυτά.»
«Αχά. Πολύ ωραία. Τέλεια.» Είπα κοιτώντας στο κενό.
«Κοιτά μωρέ ακόμα κοιμάται.» Είπε ο Ντέιβ και έκατσε δίπλα μου. Εγώ γύρισα και τον κοίταξα. :evil: :x
«Αυτό κάνουν όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι τέτοια ώρα. :evil: :x »
«Καλά, ντε μην θυμώνεις. Και εγώ θα κοιμόμουν τώρα, αλλά…» Είπε και η Μαντώ του έριξε άλλη μία στο σβέρκο.
«Καλά ντε τον ξέκανες.» Της είπα.
«Έχω συνηθίσει.»
«Καλά, καλά. Αλλά… τι??»
«Αλλά ήθελα να έρθω μαζί σας.»
«Α, και δεν μπορούσες να περιμένεις μέχρι τις 10 το πρωί. Έπρεπε από τα χαράματα. :? »
«Εμ, όχι ακριβώς.»
«Καλά. Δεν ξέρω τι θα κάνετε. Εγώ πάντως θα ξαναπέσω για ύπνο. Μαντώ κλείδωσε την πόρτα μην έρθει το βόδι. Όποιος θέλει να κοιμηθεί κρεβάτι υπάρχει, όπως επίσης και πάτωμα. Καληνύχτα.» Είπα και ξάπλωσα με θόρυβο πάνω στον καναπέ.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος ένιωσα κάποιον να μου τραβάει τα παπλώματα και μετά να γελάει με την έκφραση μου.
«Τι είναι πάλι? :evil: :x » Είπα και είδα και τους δύο να χτυπιούνται κάτω από τα γέλια.
«Το θέλουμε το σπίτι. :evil: :x :evil: :x »
«Έχεις πολύ φάση.» Είπε ο Ντέιβ.
«Γρρρ. Κανονίστε.»
«Όπα ρε γατούλα.» Μου πε η Μαντώ και συνέχισε να γελάει.
«Αν συνεχίσετε θα σας διώξω από το σπίτι κλοτσηδόν. :evil: :x »
«Καλά καλά, ηρέμισε.» Μου πε ο Ντέιβ.
«Ωραία. Τι θα γίνει θα με αφήσετε να κοιμηθώ?»
«Άλλη όρεξη δεν είχαμε. Λοιπόν, σήκω, ντύσου, και φύγαμε.» Μου πε η Μαντώ.
«Τι? Από τώρα?»
«Ναι, από τώρα. 7μιση κοντεύει η ώρα. Λοιπόν, κουνήσου.» Μου πε και εγώ σηκώθηκα βαριεστημένα. Πείρα ένα τζιν από την ντουλάπα μου, και μία μαύρη μακό μπλούζα και πήγα στο μπάνιο για να αλλάξω. Όταν τελείωσα έριξα μπόλικο νερό στο πρόσωπό μου και βγήκα έξω.
«Οκ, έτοιμη. Πάμε.» Τους είπα και βγήκαμε ομαδικός από το δωμάτιο.
Όταν βγήκαμε από το σπίτι, στράφηκα προς τον Ντέιβ.
«Και τώρα που πάμε?»
«Εμ, δεν έχω ιδέα, αυτήν ρώτα.» Είπε και έδειξε την Μαντώ.
«Η αυτή έχει και όνομα.» Είπε και τον κοίταξε δολοφονικά.
«Να σας πω, εσείς συνέχεια τσακώνεστε?»
«Καλά, δεν το λες και συνέχεια, αλλά, ναι.» Είπε ο Ντέιβ και χαμογέλασε με ικανοποίηση.
«Τέλος πάντων, πάμε?» Ρώτησε η Μαντώ και άρχισε να προχωράει. Εγώ και ο Ντέιβ την ακολουθήσαμε ώσπου φτάσαμε μπροστά από ένα κατάστημα με ρούχα. Πρόσεξα ότι ήταν ίδια με αυτά που φόραγε. Μπήκαμε μέσα και αφότου πέρασαν περίπου δύο ώρες βγήκαμε έξω και οι 3 κρατώντας τεράστιες σακούλες. Βασικά μόνο εγώ και η Μαντώ αγοράσαμε ρούχα, ο Ντέιβ απλώς μας έλεγε πια μας πήγαιναν καλύτερα. Όταν τελειώσαμε με τα ψώνια, επιστρέψαμε σπίτι μου για να αφήσω τα καινούρια μου ρούχα. Εκεί με περίμενε μια μάνα, ΈΞΑΛΗ από τον θυμό της.
«Που ήσουν τόσες ώρες? Και ποιοι είναι αυτοί. Πέρασαν τα παιδιά να σε πάρουν και δεν ήσουν εδώ. Και μου είπαν πως εχτές έφυγες από το μαγαζί με μια περίεργη παρέα. Τι γίνεται πια? Ε, τι θα κάνω με σένα μου λες?»
«Ηρέμισε πια? Πωω, απλώς γνώρισα κάτι παιδιά εχτές με τα οποία κάνουμε πολύ καλή παρέα, και σήμερα πήγαμε να ψωνίσουμε καινούρια ρούχα γιατί ήθελα να κάνω ανανέωση.»
«Ανανέωση το ες εσύ αυτό? Εγώ το λέω αχούρι, τι είναι αυτά τα ρούχα που πήρες παιδάκι μου, μου λες?»
«Είναι το νέο μου στυλ και αν σ’ αρέσει.» Εκείνη την στιγμή με διέκοψε ο Ντέιβ.
«Κυρία μου, μας συγχωρείτε που δεν σας ειδοποιήσαμε νωρίτερα ότι θα φεύγαμε. Αλλά κοιμόσασταν και η κόρη σας δεν ήθελε να σας ξυπνήσει. Δεν θα ξανασυμβεί.» Είπε με πάρα πολύ ευγενικό τρόπο και φίλησε το χέρι της μητέρας μου. Εγώ και η Μαντώ είχαμε μείνει να τον κοιτάμε με ανοιχτό το στόμα.
«Ω, τι ευγενικός νεαρός. Καλά, αφού είναι έτσι. Εντάξει Λυδία. Πήγαινε επάνω και ετοιμάσου γιατί τα παιδιά σε περιμένουν για να πάτε βόλτα.»
«Δεν θέλω να βγω μαζί τους. Έχω κανονίσει με την καινούρια μου παρέα για σήμερα, ας πάει ο Δημήτρης. Εμείς πάμε επάνω. Μαντώ, Ντέιβ ακολουθήστε με.» Είπα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες για να πάω στο δωμάτιό μου. Όταν μπήκαμε μέσα στο δωμάτιο, κλείδωσα την πόρτα και κάθισα στο καναπέ. Ο Ντέιβ έκατσε δίπλα μου, και η Μαντώ απέναντι μας στο κρεβάτι μου.
«Από πότε εσύ είσαι τόοοοσο ευγενικός? Ούτε στην μάνα μου δεν είχες κάνει τόσο βαθιά υπόκλιση.» Του είπε η Μαντώ και προσπάθησε να πνίξει ένα γελάκι.
«Αν ήθελες, να μας συμπαθήσει η μάνα της, δεν είχα και άλλη επιλογή.» Είπε και την κοίταξε άγρια.
«Καλά καλά. Άντε, η ώρα είναι 11, πήγαινε μάζεψε τους άλλους και ελάτε να φύγουμε, μέχρι τότε εμείς θα αλλάξουμε και θα δείξω στην Λυδία μερικά μας γκράφιτι μέχρι να ‘ρθετε.» Του πε και τον χτύπησε στον ώμο. Όταν έφυγε αλλάξαμε ρούχα μου ‘δειξε και μερικές εικόνες στο κινητό της, και κατεβήκαμε κάτω ακριβώς την στιγμή που χτύπησαν το κουδούνι τα παιδιά. Χαιρέτισα την μάνα μου, το βόδι, και τον πατέρα μου, και φύγαμε. Πήγαμε σε ένα στενό που δεν είχα ξαναπάει, βγάλανε όλοι τα σπρέι τους και αφότου σκεφτήκανε το σχέδιο αρχίσανε να βάφουνε, εμένα με βοήθησε ο Ντέιβ με τον Μπόρις. Όταν τελειώσαμε μαζέψαμε και πήγαμε να φύγουμε. Εγώ όπως πήγα να φύγω, μπερδεύτηκα σε μία λακκούβα και πήγα να πέσω. Λίγο πριν γίνω ένα με το πάτωμα δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω από την μέση μου και με τράβηξαν προς το μέρος του. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα τον Ντέιβ να με κοιτάει στα μάτια, ήμασταν τόσο κοντά. Ένιωθα την καυτή του ανάσα. Τα χείλι μας σχεδόν ακουμπούσαν. Ο Ντέιβ έσκυψε πιο πολύ στο μέρος μου και τότε…
«Ντέιβ, Μαντώ, Λυδία κουνηθείτε, δεν έχουμε πολύ ώρα ακόμα. Πρέπει να φύγουμε τώρα και να πάμε στον Τηγάνι, άντε και δεν μπορώ άλλο, έχω να πάρω από εχτές.» Μας φώναξε ο Μπόρις, και εμείς απομακρυνθήκαμε γρήγορα. Εγώ έτρεξα προς το μέρος της Μαντώς και εκείνος προς τους υπόλοιπους, ευτυχώς κανείς δεν είχε αντιληφθεί τι είχε συμβεί πιο πριν, κανείς εκτός από εμάς τους δύο.
Ήταν πια 6 το απόγευμα, φτάσαμε έξω από ένα μπαρ που έμοιαζε, πολύ… κακό ας πούμε. Πήγα να μπω και εγώ μαζί με τους υπόλοιπους αλλά με έπιασε ο Ντέιβ από τους ώμους και με ανάγκασε να τον κοιτάξω.
«Υποσχέσου μου κάτι. Οτιδήποτε και να σου προσφέρουνε σε αυτό το μπαρ, είτε ποτό, είτε πορτοκαλάδα, είτε χάπι είτε οτιδήποτε, δεν θα το πάρεις, έγινα κατανοητός?» Με ρώτησε με λίγο αγριάδα στην φωνή του.
«Εεεε, ναι.»
«Ωραία. Α, και. Καλύτερα να πας σπίτι σου τώρα, δεν είναι ανάγκη να μας δεις έτσι όπως θα ήμαστε σε λίγο.» Είπε και έσφιξε τα μάτια του σαν να θυμόταν κάτι φρικτό.
«Δεν καταλαβαίνω, πως θα είστε δηλαδή και, και τι είναι αυτός ο Τηγάνις?»
«Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τώρα, θα καταλάβεις όμως γρήγορα.» Είπε και εκείνη την στιγμή από το μπαρ βγήκε ο Μπόρις. Παραπατούσε σαν να είχε μεθύσει και έλεγε ασυναρτησίες.
«Χρώματα, πολλά χρώματα, Α, και μια πεταλουδίτσα, πάμε πεταλουδίτσα να πετάξουμε μαζί. Όπα, ο Ντέιβ, πήγαινε και εσύ να πάρεις το θαυματουργό χαπάκι, γιατί μετά θα πονάει το παιδάκι.» Έλεγε και διάφορα άλλα τέτοια. Τότε κατάλαβα τι ήταν αυτός ο Τιγάνης, και τι θα πάθαιναν. Μία λέξη μόνο. Ναρκωτικά.
Κοίταξα τον Ντειβ, ο οποίος με κοίταξε με πόνο μέσα στα μάτια και μπήκε μέσα στο μπαρ. Εγώ έκατσα με τον Μπόρις, ανήμπορη να κοιτάξω αλλού εκτός από την πόρτα από την οποία είχε χαθεί πριν λίγο ο Ντέιβ.
«Έλα μαζί μου, μικρούλα.» Μου είπε ο Μπόρις και άρχισε να με τραβάει.
«Άσε με, είπα άφησε με.» Φώναζα αλλά μάταιος κόπος, δεν με άκουγε κανείς.
Ο Μπόρις με τράβηξε και με πήγε σε ένα σκοτεινό σοκάκι. Δεν υπήρχε κανείς εκεί κοντά. Με κόλλησε στον τοίχο και άρχισε να με φιλάει μανιωδώς και να με πιάνει παντού. Εγώ φώναζα και τον έσπρωχνα, αλλά δεν κατάφερνα τίποτα. Πώς να τα κατάφερνα άλλωστε, εγώ είμαι κορίτσι και 14 χρονών, ενώ εκείνος, αγόρι και 18. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Άρχισε να μου βγάζει την μπλούζα και όσο και να τον χτύπαγα δεν μπορούσα να τον σταματήσω. Ήμουν σίγουρη πως δεν θα γλίτωνα όταν…
~Ντέιβ~
Μπήκα μέσα στο αναθεματισμένο μπαρ. Στο μπαρ του υπονόμου. Έψαξα με το βλέμμα μου τους άλλους, τους βρήκα να κάθονται λίγο παραπέρα με τον Γιώργο, αυτοαποκαλούμενος Τιγάνης.
Άρχισα να κατευθύνομαι προς αυτούς, όταν άκουσα κάποιον να φωνάζει, να φωνάζει και να σου ραγίζει την καρδιά. Σταμάτησα για λίγο για να αφουγκραστώ καλύτερα.
«Η Λυδία.» Φώναξα και βγήκα τρέχοντας έξω. Πρέπει να την άκουσαν και οι άλλοι γιατί τους είδα να σηκώνονται όρθιοι και να τρέχουν προς την έξοδο. Αλλά έτσι όπως ήταν δεν θα κατάφερναν τίποτα. Μόνο εγώ δεν ήμουν μαστουρωμένος, στο τσακ δηλαδή. Άρχισα να τρέχω κατευθυνόμενος από τις κραυγές της που φώναζαν απελπισμένες βοήθεια. Ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησε. Σταμάτησα και εγώ να τρέχω μέχρι που την άκουσα ξανά να παρακαλάει να την αφήσει, όποιος και αν ήταν αυτός. Έφτασα σε ένα σκοτεινό σοκάκι, και εκεί την είδα, βασικά τους είδα. Είδα τον Μπόρις, τον κολλητό μου, να την έχει κολλήσει στον τοίχο και να προσπαθεί, να της αφαιρέσει τα ρούχα, ήδη της είχε βγάλει την μπλούζα. Έτρεξα γρήγορα προς το μέρος τους, Άρπαξα τον Μπόρις από τον ώμο και του έριξα μια μπουνιά που τον σώριασε στο πάτωμα. Εκείνη την στιγμή ήρθε τρέχοντας και η Μαντώ. Πήγε γρήγορα και αγκάλιασε την Λυδία η οποία κοιτούσε σοκαρισμένη εμένα να χτυπάω ανελέητα τον Μπόρις, μία να τον κλωτσάω στην κοιλιά, μία στο πρόσωπο. Γύρισα και την κοίταξα, δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο της. Αφέθηκα στο να την κοιτάω και δεν πρόσεξα τον Μπόρις που είχε σηκωθεί. Ούτε την πέτρα που πέταξε με προορισμό το κεφάλι μου. Το μόνο που κατάλαβα ήταν εκείνην να φωνάζει το όνομα μου, και μετά τίποτα… Σκοτάδι.
~Λυδία~
Φόρεσα γρήγορα την μπλούζα μου και έτρεξα κοντά του. Προσπάθησα να απομακρύνω τον Μπόρις που συνέχισε να τον χτυπάει αλλά εκείνος με πέταξε κάτω χωρίς να καταφέρω τίποτα. Και εκεί ήταν που ακούστηκαν σειρήνες, η σωτηρία μας. Μόλις τους άκουσε ο Μπόρις, προσπάθησε να φύγει αλλά δεν υπήρχε έξοδος. 3 άτομα μπήκαν στο στενό με μία ειδική στολή, τα 2 τρέξανε και πιάσανε τον Μπόρις και τον πήγανε στο αυτοκίνητο και το άλλο έτρεξε κοντά σε εμένα και στον Ντέιβ.
Ήταν μια κοπέλα γύρω στα 20, και από ότι φαίνεται ήξερε καλά τον Ντέιβ, Πάρα πολύ καλά.
«Τι έγινε εδώ, τι έπαθε?» Με ρώτησε αγχωμένη.
Εγώ από το σοκ των τελευταίων ωρών δεν μπορούσα να μιλήσω και προσπάθησα να της εξηγήσω με νοήματα. Όμως με πρόλαβε η Μαντώ.
«Αυτός που πιάσατε προσπαθούσε να, να βιάσει την κοπέλα από εδώ. Και την ακούσαμε με τον Ντέιβ και τρέξαμε προς τα εδώ. Εκείνος τον έπιασε και τον χτύπησε για να την αφήσει, όμως κάποια στιγμή γύρισε και κοίταξε να δει αν είναι καλά και δεν είδε την πέτρα που του πέταξε….»
«Ελάτε, θα σας πάω σε κάποιο νοσοκομείο.» Είπε και πείρε στην αγκαλιά της τον Ντέιβ. Πήγε στο δεύτερο περιπολικό και τον έβαλε στο πίσω κάθισμα, η Μαντώ έκατσε μπροστά και εγώ έκατσα πίσω κρατώντας αγκαλιά τον Ντέιβ. Αίμα έτρεχε από το κεφάλι μου, και ήμουν γδαρμένη παντού, όμως δεν έδινα σημασία, καθόμουν απλώς και τον κοιτούσα. Μόλις φτάσαμε στο νοσοκομείο, μερικοί γιατροί μας πήρανε, εκείνον τον έβαλαν στα επείγοντα γιατί είπαν πως είχε χτυπήσει πολύ άσχημα, και εμένα μου κάνανε ράμματα στο κεφάλι πα΄νω από το δεξί φρύδι. Όταν βγήκα από τον θάλαμο που με είχανε η Μαντώ έτρεξε γρήγορα και με αγκάλιασε.
«Να προσέχεις πολύ σε αυτά τα μέρη, ακόμα και οι φίλοι μπορεί να σε προδώσουν.» Μου είπε καθώς με έσφιγγε.
«Σιγά, σιγά θα με σκάσεις. Εγώ είμαι μια χαρά. Εκείνος πως είναι?» Της είπα και εκείνη έσκυψε το κεφάλι της.
«Δεν έχω ιδέα. Οι γιατροί λένε πως είναι σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Τουλάχιστον έτσι μου είπε η αδερφή του…»
«Η αδερφή του?»
«Ναι, η αστυνόμος που μας έφερε εδώ.» Είπε και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλι της. Περιμέναμε αρκετή ώρα να βγει κάποιος γιατρός έξω και να μας πει ότι μπορούμε να μπούμε, και επιτέλους αυτό έγινε.
«Μπορείτε να περάσετε μέσα, ένας ένας παρακαλώ, και να μην τον κουράσετε πολύ, γιατί μόλις συνήλκε. 1η μπήκε η αδερφή του περιμέναμε περίπου εν 15 μέχρι να βγει. Όταν βγήκε έκανε νόημα στην Μαντώ να μπει μέσα, μόλις μπήκε μέσα με έπιασε από τον ώμο και με ανάγκασε να την κοιτάξω.
«Τι δουλειά, είχατε εκεί, και καταρχάς, πια είσαι εσύ, πρώτη φορά σε βλέπω σήμερα, και τέλος γιατί συνέχει όταν μπήκα μέσα πρόφερε το όνομα Λυδία?»
«Το ξέρεις ότι ο αδερφός σου κάνει γκράφιτι, ε είχαμε πάει για γκράφιτι, όμως κάποια στιγμή εγώ απομακρύνθηκα και έγινε αυτό που έγινε, εγώ είμαι καινούριο μέλος της παρέας, και… και με λένε Λυδία.» Είπα λίγο τραυλίζοντας προς το τέλος. Είχα τρομάξει αρκετά από τον τρόπο που μου είχε μιλήσει αλλά προσπάθησα να το κρύψω, εκείνη με τράβηξε στην αγκαλιά της και μου ζήτησε συγνώμη για τον τρόπο που μου μίλησε. Μετά από λίγο βγήκε έξω φουρτουνιασμένη η Μαντώ.
«Μπες γρήγορα μέσα γιατί με έχει πρήξει, ότι και να του έλεγα, αυτός έλεγε Λυδία.
‘Είσαι καλά?’ ‘Ναι, πως είναι η Λυδία’, ‘Χτύπησες πολύ?’ ‘Όχι, πως είναι η Λυδία.’ Λοιπόν, επειδή με έπρηξε άιντε μπες μέσα πια.» Μου πε και μου έκανε νόημα να μπω μέσα. Εγώ δεν ήμουν σίγουρη για το αν ήθελα να μπω, αλλά δεν είχα και άλλη επιλογή. Έτσι σηκώθηκα αργά και κατευθύνθηκα προς την πόρτα του θαλάμου, την άνοιξα και μπήκα μέσα διστακτικά. Εκείνος καθότανε στο κρεβάτι του και με κοιτούσε αγχωμένος, το μόνο που είχε ήταν ότι το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με γάζες.
«Είσαι καλά?» Είπαμε συγχρόνως.
«Μια χαρά εσύ?» Συνεχίσαμε μαζί και σκάσαμε στα γέλια. Εγώ τότε έτρεξα κοντά του και τον αγκάλιασα με δύναμη.
«Σιγά θα με σκάσεις.» Μου είπε χωρίς να με απομακρύνει. Μείναμε αρκετή ώρα έτσι αγκαλιασμένοι μέχρι που απομακρύνθηκα για να τον κοιτάξω.
«Κλαις?» Μου είπε και με το δάχτυλό του απομάκρυνε ένα δάκρυ που έτρεχε στο μάγουλο μου.
«Όχι, εντάξει είμαι.» είπα και σκούπισα τα μάτια μου, κάθισα στην καρέκλα δίπλα του και τον κοίταξα.
«Γιατί το έκανες αυτό? Εννοώ γιατί με έσωσες?»
«Ο καθένας στην θέση μου θα το έκανε.»
«Όχι, και ξέρω πολλούς που δεν θα το έκαναν.»
«Κοίτα, Λυδία, είσαι μόλις 14 χρονών, δεν θα το άντεχα εάν άφηνα να σου συμβεί κάτι τέτοιο. Το κατάλαβες?» Μου είπε και απομάκρυνε μία τούφα από τα μαλλιά μου που έπεφτε στο πρόσωπό μου. Εγώ κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Για αρκετή ώρα ήμασταν και οι 2 πολύ αμήχανοι για να πούμε το οτιδήποτε, εγώ κοιτούσα το πάτωμα και αυτός κοιτούσε εμένα. Κάποια στιγμή έποιασε και με τα δύο του χέρια το πρόσωπό μου. Χαιδεψε το σημέιο που μου είχανε κάνει τα ράμματα και με κοίταξε με ένα πονεμένο βλέμμα.
«Συγνώμη.»
«Για πιο πράγμα?»
«Αν δεν είχα έρθει εγώ εχτές να σου προτείνω να είσαι στην παρέα μας, δεν θα είχες αυτό?» Μου είπε και άγγιξε ακριβώς το σημείο.
«Πλάκα μου κάνεις? Το ότι μου είπες να με στην παρέα σου ήταν ότι καλύτερο μου έχει συμβεί τους τελευταίους 2 μήνες. Και καταρχάς εγώ πρ΄πει να ζυτήσω συγνώμη. Αν δεν φώναζα τόσο δυνατά, ίσως να μην με είχες ακούσει και να ήσουν τώρα καλά.» Του είπα και ξανα έσκυψα το κεφάλι μου.
«Πας καλά? Ότι και να είχες κάνει, εγώ θα ήμουν εκεί να το ξέρεις.» Μου είπε και ήρθε πιο κοντά μου. Τώρα τα χείλι μας σχεδόν ακουμπούσαν.
«Γιατί ακόμα και στην άκρη του κόσμου να ήσουν εγώ θα ήμουν εκεί όποτε κινδύνευες.» Ένιωθα το σώμα του να βγάζει μία θέρμη. Εκείνη την στιγμή με πλησίασε ακόμα πιο πολύ, λίγο ακόμη και τα χείλι του θα ακουμπούσαν τα δικά μου. Και τότε μπήκε μέσα φουριόζα η αδερφή του. Απομακρυνθήκαμε για 2η φορά γρήγορα και γυρίσαμε και οι 2 να την κοιτάξουμε.
«Δεν ξέρω τι γυρεύατε εσείς σε εκείνο το μέρος, αλλά το καλό που σας θέλω να μην ξαναπάτε, ποτέ σας.» Μας είπε και έτσι φουριόζα που μπήκε το ίδιο φουριόζα βγήκε.
Εγώ τότε σηκώθηκα όρθια.
«Εμ, καλύτερα να φεύγω.» Είπα και πήγα να φύγω αλλά ένιωσα κάποιον να με τραβάει.
«Δεν έχεις να πας πουθενά.» Είπε και με τράβηξε να κάτσω πάνω στα πόδια του.
Εγώ τον κοίταξα σε αυτά τα υπέροχα πράσινα ματάκια του και δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από εκεί. Ένιωθα τόσο υπέροχα και μόνο που ήμουν εκεί μαζί του.
«Μου χρωστάς κάτι.» Είπε και έφερε το κεφάλι του πιο κοντά στο δικό μου.
«Και δεν μου αρέσει να μου χρωστάνε.» Είπε και ακούμπησε τα χείλι του στα δικά μου. Στην αρχή με φίλησε απαλά, γλυκά. Μετά όμως το φιλί το έγινε πιο απαιτητικό, με πιο πολύ πάθος. Τώρα πια τα στόματα μας, είχαν γίνει ένα και οι γλώσσες μας ακουμπούσαν η μία την άλλη. Ήταν τόσο γλυκός, και μύριζε τόσο ωραία. Κάποια στιγμή απομάκρυνε το πρόσωπο του από το δικό μου και με κοίταξε. Μου χαμογέλασε και μου χάιδεψε το μάγουλο. Ένιωθα κάθε σημείο του σώματος μου που με ακουμπούσε να καίει.
«Είσαι πολύ γλυκιά όταν κοκκινίζεις.» Είπε και εγώ κοκκίνισα ακόμα πιο πολύ.
«Ξέρεις κάτι?» Μου είπε και με πείρε στην αγκαλιά του.
«Όχι, τι?» Τον ρώτησα και τον κοίταξα στα μάτια.
«Στο μπαρ, όταν ήρθα να σου μιλήσω. Σου είχα πει ότι έψαχνα για κοπέλα για μια νύχτα. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν αυτό. Από την στιγμή που μπήκες μέσα, ένιωσα ένα ζεστό αεράκι να έρχεται προς το μέρος μου, δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από το δικό σου. Φαινόταν από μακριά ότι ήσουν διαφορετική, διαφορετική από όλες αυτές τις σουρλουλούδες. Για αυτό σε πλησίασα, και γι αυτό σου είπα να έρθεις στην ομάδα. Και πραγματικά, πρώτη φορά ξύπνησα 5 τα χαράματα για να πάρω τηλ, την άλλη την τρελή, μόνο και μόνο για να έρθω σπίτι σου, να σε δω.
Με έχεις κάνει άνω κάτω…» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και τον διέκοψα.
«Εγώ δεν ήθελα να μπω μέσα στο μπαρ, γιατί την προηγούμενη νύχτα… είχαν συμβεί πολλά άσχημα πράγματα, αλλά με το που σε είδα δεν μπορούσα να σταματήσω να σε κοιτάω. Όμως όταν με πλησίασες αποφάσισα να το παίξω σκληρή γιατί νόμιζα ότι άλλο ήθελες. Και…»
«Σςςςςς, έλα εδώ» Μου είπε και έπιασε και με τα δυο του χέρια το πρόσωπό μου.
«Δεν είμαι καλός σε αυτά, όμως, δεν ξέρω, αλλά, νιώθω πως εσύ είσαι η μία και μοναδική, είσαι εκείνη που θα έδινα ακόμα και την ζωή μου, εκείνη που αν πάθαινε κάτι θα πέθαινα, και σήμερα, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τρόμαξα, πόσο ανησύχησα, και μόνο που έπαθες αυτό…» Είπε και χάιδεψε τα ράμματα. «Νιώθω σαν να φταίω εγώ, που δεν πρόσεξα την πέτρα, και που μετά ο Μπόρις χτύπησε και εσένα.»
«Δεν φταις εσύ, αν εγώ δεν είχα…»
«Εσύ το μόνο που έχεις κάνει είναι το ότι μου έκλεψες την καρδιά, και αυτό είναι ένα σοβαρό αμάρτημα δεσποινίς μου.» Είπε και με γαργάλισε.
«Και εσύ πείρες την δικιά μου.» Του είπα και εκείνος με ξαναφίλησε.
«Ξέρω ότι είναι πολύ νωρίς, ότι δεν ξέρω/ξέρεις σχεδόν τίποτα για σένα/μένα αλλά θέλω να ήμαστε μαζί άμα βέβαια το θες και εσύ και…» δεν τον άφησα να συνεχίσει, τον άρπαξα και τον φίλησα.
«Αυτό σημαίνει ναι?» Μου είπε και με κοίταξε στα μάτια.
«Ναι, για τώρα και για πάντα.»
Ξαφνικά, άνοιξα τα μάτια μου και βρισκόμουν ξαπλωμένη σε ένα άσπρο κρεβάτι σε ένα άσπρο μελαγχολικό δωμάτιο. Μα τι είχε συμβεί? Εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα η Μαντώ.
«Λυδία μου, Λυδία μου είσαι καλά?»
«Εμ, ναι αλλά δεν ξέρω τι έγινε.» Είπα και την κοίταξα.
«Α, εμ, μόλις ο Μπόρις χτύπησε τον Ντέιβ με την πέτρα, πέταξε μία άλλη προς το μέρος σου, η οποία σε άφησε λιπόθυμη.» Άρα όλα όσα είχαν συμβεί στο νοσοκομείο, μεταξύ του Ντέιβ και εμένα, ήταν απλά ένα όνειρο.
«Ε, Λυδία, Ε, με ακούς?» Μου πε και με ταρακούνησε.
«Ε, ναι, συγνώμη κάτι σκεφτόμουν.»
«Κατάλαβα.» Μου είπε και με κοίταξε πονηρά. «Μια χαρά είναι και αυτός, το μόνο που χρειάστηκε ήταν να κάνει κάτι ράμματα, αλλά κατά τα άλλα είναι μια χαρά. Πήρε κιόλας εξιτήριο.»
«Εγώ πότε θα πάρω?»
«Έχεις ήδη, απλώς ο γιατρός μας είπε να μην σε ξυπνήσουμε, όμως τώρα που ξύπνησες, σήκω, πριν ανησυχήσει η μάνα σου.»
«Δεν της είπατε τίποτα?»
«Όχι βέβαια, θα βρίσκαμε εμείς τον μπελά μας μετά, λοιπόν, κουνήσου.»
Μου είπε και βγήκε έξω από το δωμάτιο.
Μετά από λίγο την ακολούθησα και εγώ, εκεί ήταν και τα υπόλοιπα παιδιά, μαζί με… ΤΟΝ ΜΗΧΑΛΗ :shock: :shock:
«Τι θέλει αυτός εδώ?» Ρώτησα την Μαντώ.
«Δεν ξέρω, βασικά δεν ήξερα καν ότι ήταν εδώ.» Εκείνη την στιγμή γύρισε και με κοίταξε, ήρθε προς το μέρος μου και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Είσαι καλά? Ανυσίχισα τόσο πολύ όταν το έμαθα.» Μου είπε και με έσφιξε πιο πολύ, εγώ, ενστικτοδός γύρισα και κοίταξα τον Ντέιβ, ο οποίος κοιτούσε το πάτωμα με ένα θλιμένο βλέμμα.
«Να σου πω, τι θα γίνει τώρα? Θα με σκάσεις? Και καταρχάς ποιος σου το πε, και γιατί ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ?» Του είπα και απομακρύνθηκα βίαια από την αγκαλιά του.
«Δεν είναι σημαντικά αυτά. Το σημαντικό είναι ότι είσαι καλά.» Μου είπε και με πλησίασε πιο πολύ.
«Ωραία, με είδες, είδες ότι είμαι μια χαρά, και τώρα τζάσε.» Του είπα και τον έσπρωξα.
«Έλα τώρα, αφού με θέλεις όσο και εγώ.» Είπε και κόλλησε βίαια τα χείλι του, πάνω στα δικά μου, εγώ προσπάθησα να τον σπρώξω αλλά δεν τα κατάφερνα, όσο και να προσπαθούσα, τότε κάποιος τον τράβηξε από πάνω μου, και ήταν, πάλι ο Ντέιβ.
«Δεν βλέπεις ότι δεν θέλει?» Του είπε ενώ τον κοίταγε άγρια.
«Χαλάρωσε τίγρη, δεν μου είναι σε τίποτα να σε βάλω κάτω.»
«Δεν με ενδιαφέρει, ξέρεις πριν λίγες ώρες παραλίγο να, να… να ξέρεις εσύ τι να της κάνουν, και εσύ τώρα την φιλάς χωρίς την θέληση της? Λοιπόν, το καλό που σου θέλω να φύγεις γρήγορα, αλλιώς δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει.» Είπε και τον κοίταξε δολοφονικά.
«Προτού όμως φύγεις…» Του είπα και τον πλησίασα. «Θέλω να σου δώσω αυτό…» Του είπα και τον χαστούκισα.
«Θες να σου δήξουμε που είναι η πόρτα ή μπορείς να πας και μόνος σου?» Τον ρώτησε ο Νίκος. Εκείνος ξεφύσηξε θυμωμένος και έφυγε με γρήγορα βήματα, αμέσως εγώ έτρεξα προς το μέρος του Ντέιβ.
«Ευχαριστώ, για όλα.» Του είπα και τον αγκάλιασα, εκείνος ξαφνιάστηκε λίγο, αλλά μετά ανταπέδωσε στην αγκαλιά μου.
«Δεν κάνει τίποτα.» Είπε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Εγώ απομακρύνθηκα και τους κοίταξα όλους έναν έναν.
«Λοιπόν, και τώρα που πάμε?» Ρώτησα γεμάτη περιέργεια.
«Εσύ που λες να πάμε. Σπίτι σου φυσικά, λείπεις από το πρωί και η μητέρα σου θα έχει σκάσει από την αγωνία της. Εξάλλου, πρέπει να κοιμηθείς νωρίς γιατί αύριο, έχουμε να κάνουμε πολλά.» Μου είπε και μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Φύγαμε από το νοσοκομείο, και τα παιδιά με αφήσανε ακριβώς στην πόρτα του σπιτιού μου, μπήκα μέσα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα, αλλά δυστυχώς για μένα, είχα έναν αδερφό με βιονικό αυτί.
«Που ήσουν εσύ? Η μαμά είχε κατατρομάξει. Λοιπόν, κανόνισε γιατί την επόμενη φορά θα βρω εγώ τον μπελά μου.»
«Ώχου, παράτα μας, καλοκαίρι είναι και θα γυρνάω ότι ώρα γουστάρω.»
«Ναι αλλά όχι και 11 η ώρα το βράδυ.»
«Πω, λοιπόν, επειδή είμαι κουρασμένη, άι κουρέψου και άσε με να πάω για ύπνο.» Του είπα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες για το δωμάτιό μου. Η αλήθεια ήταν ότι όντως ήμουν κουρασμένη, γι αυτό μόλις μπήκα μέσα στο δωμάτιό μου, δεν πρόλαβα να βγάλω τα ρούχα μου και έπεσα πάνω στο κρεβάτι μου πτώμα, και φυσικά κοιμήθηκα αμέσως, ελπίζοντας να μην ξυπνήσω πάλι στις 6 τα χαράματα.
Το πρωί ξύπνησα ξαφνιασμένη από κάποιο άγγιγμα, γύρισα και είδα τον Ντέιβ να κάθεται δίπλα στο κρεβάτι μου και να με χαϊδεύει.
"Σε ξύπνησα?" Με ρώτησε ψιθυριστά.
"Αχά, τι ώρα είναι?"
"Είναι 8 ακόμα, κοιμήσου."
"Τι κάνεις εδώ?"
"Όλοι εδώ είμαστε, ήρθαμε λίγο νωρίτερα γιατί μου φαίνεται πως η φίλη σου έχει βάλει κάποιον στο μάτι από εδώ." Είπε και με κοίταξε πονηρά.
"Ωχ, κατάλαβα, λυπάμαι το καημένο το Βόδι." Μουρμούρισα, και ξανακοιμήθηκα.
Όταν τελικά ξύπνησα, η ώρα ήταν 11. Σηκώθηκα αρκετά γρήγορα όρθια, πήρα τα ρούχα μου, και πήγα στο μπάνιο για να αλλάξω. Αφότου άλλαξα βγήκα πάλι έξω.
"Λοιπόν που θα πάμε σήμερα?"
"Τι λέτε για μπάνιο στην θάλασσα." Πρότεινε ο Νίκος.
"Ναι, θα περάσουμε τέλεια." Συμφώνησε ο Ντέιβ και πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο μου.
"Εσύ Μαντώ τι λες?" Είπε και πάλι ο Νίκος και την κοίταξε με μάτια που εκλιπαρούσαν.
"Μπα, μου πρότεινε ο Δημήτρης να πάμε βόλτα." Είπε και χαμογέλασε.
"Α, ε, τέλεια, καλά να περάσετε. Μόνοι σας θα ‘στε?"
"Όχι, θα ναι και κάτι άλλα παιδιά, συμπεριλαμβανόμενου και του Μιχάλη."
"Ωχ κατάλαβα καημενούλα μου." Είπα εγώ ενώ δεν είχα μιλήσει όλη αυτήν την ώρα.
"Φοράτε τα μαγιό σας?" Ρώτησε ο Ντέιβ.
"Εννοείται."
"Πάω να το βάλω κι εγώ κι έρχομαι." Είπα και πήγα να βάλω το μαγιό μου, Όταν άλλαξα βγήκα έξω, και φύγαμε όλοι μαζί, χωρίς την Μαντώ, και πήγαμε για μπάνιο.
Εκεί έγινε χαμός, καμία σχέση με την προηγούμενη φορά. Μάλιστα πέρασε και ένας που έκανε χένα, και εγώ έκανα ένα στην πλάτη δεν κατάλαβα πολύ καλά τι ήταν, αλλά έμοιαζε με αετό. Όταν επέστρεψα σπίτι μέσα μπήκαν και τα παιδιά, αυτό όμως που είδαμε, μας άφησε άφωνους. Το βόδι και η Μαντώ φιλιόντουσαν στο σαλόνι, ενστικτωδώς γύρισα και είδα τον Νίκο, τα μάτια του ήταν γεμάτα πόνο και οργή, έτρεξα αμέσως κοντά του και τον έπιασα από τον ώμο.
«Ηρέμισε.» Του ψιθύρισα στο αυτί.
«Πώς να ηρεμίσω, μου λες?» Μου ψιθύρισε άγρια.
«Άκου τι θα κάνεις, για να μην σε καταλάβει, πάρε τον Ντέιβ και βγείτε έξω χασκογελώντας, θα έρθω από το σπίτι του Ντέιβ σε λίγο, εσύ μην το κουνήσεις ρούπι από εκεί.» Του είπα και πήγα να φύγω, αλλά με έπιασε από το χέρι.
«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά, γιατί θες να μας βοηθάς, από τότε που μας γνώρισες όλο μπλέκεις σε μπελάδες, γιατί?» Με ρώτησε ψιθυριστά.
«Γιατί σας νιώθω σαν οικογένειά μου, και γιατί…» Είπα και κοίταξα προς το μέρος του Ντέιβ.
«Κατάλαβα. Και ευχαριστώ. Απλώς μην της το πεις.» Μου είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Και εσύ… μην του το πεις.» Είπα, τότε πείρε τον Ντέιβ από το χέρι και βγήκανε έξω έτσι όπως του είπα. Εγώ ανέβηκα στο δωμάτιό μου, και μετά από λίγο ήρθε και η Μαντώ.
«Τα φτιάξαμε.» Μου είπε χαμογελώντας.
«Το κατάλαβα αυτό.» Είπα σκεφτική.
«Δεν χαίρεσαι?»
«Φυσικά και χαίρομαι απλώς ήταν κάπως… ξαφνικό. Τέλος πάντων πήγαινε γιατί θέλω να κοιμηθώ.» Είπα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Πως ήταν δυνατόν να χαρώ, αφού ήξερα ότι 3 αγαπημένα μου πλάσματα θα πληγωνόντουσαν, για την ακρίβεια το ένα είχε ήδη πληγωθεί. Ο Νίκος, γιατί φαινόταν πόσο την αγαπούσε, η άλλη, ήταν η Σοφία, γιατί όσο και να μου το αρνείται, ήξερα τα συναισθήματά της, και τέλος η Μαντώ, γιατί το Βόδι, ήξερα πως δεν την ‘αγαπούσε’. Άχου τι να κάνω?????
Με αυτές τις σκέψεις με πείρε ο ύπνος. Ξύπνησα μετά από μία ώρα. Κοίταξα αλαφιασμένη το ρολόι μου και πετάχτηκα όρθια. Είχα ξεχάσει τελείως πως είχα υποσχεθεί στον Νίκο ότι θα πάω από εκεί για να μιλήσουμε. Πείρα το κινητό μου στα χέρια μου και βγήκα γρήγορα έξω από το σπίτι. Άρχισα να τρέχω προς την κατεύθυνση του σπιτιού του Ντέιβ, είχα περάσει μία φορά από έξω αλλά δεν είχα μπει ποτέ μέσα, καθώς πλησίαζα, άκουσα κάποιον να φωνάζει και πράγματα να σπάνε. Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα, μου άνοιξε ο Ντέιβ και μου έκανε νόημα να μπω γρήγορα μέσα, τότε τον κοίταξα, τα ρούχα του ήταν σκισμένα παντού και είχε ένα αρκετά μεγάλο καρούμπαλο στο κεφάλι, ήταν γεμάτος μελανιές και κοψίματα, μα καλά τι έγινε, σε πόλεμο τους έστειλα? :?
«Τι έγινε, τι έπαθες? Και γιατί ακούγονται φωνές μέχρι έξω?»
«Που να στα λέω, από τότε που φύγαμε από το σπίτι σου, δεν έχει σταματήσει να πετάει πράγματα, ότι βρίσκει μπροστά του, έχει σπάσει τα μισά βάζα του σπιτιού, και έχει σπάσει τις μισές καρέκλες, 2 3 τις έφαγα εγώ στο κεφάλι.» Είπε τρίβοντας το καρούμπαλο του.
«Ααααα, δεν θα τα πάμε καλάαααα, καθόλου καλάαα. Που είναι?»
«Εμ, στο δωμάτιό μου νομίζω.»
«Οι γονείς σου?»
«Δεν έχω γονείς, μένω με τον Νίκο σε αυτό το σπίτι, το έχουμε σκάσει από ένα ορφανοτροφείο, μεγάλη ιστορία, θα στα πω άλλη μέρα.»
«Καλά, που είναι το δωμάτιό σου.»
«Θα το βρεις, ακολούθα τις φωνές του και θα το βρεις.» Μου πε και έφυγε από την είσοδο. Το σπίτι δεν ήταν πολύ μεγάλο έτσι δεν δυσκολεύτηκα να βρω το δωμάτιο του Ντέιβ, Μόλις μπήκα μέσα έφριξα, βρήκα τον Ντέιβ να πετάει μία καρέκλα προς το μέρος μου, χωρίς να με έχει δει, εγώ επιδέξια απέφυγα την καρέκλα και τον πλησίασα, τα χέρια του ήταν ματωμένα, και ήταν χτυπημένος παντού, ενώ μια γρατζουνιά διαπέρναγε το όμορφο πρόσωπο του. Τον πλησίασα γρήγορα και πείρα από τα χέρια του το επόμενό του θύμα, την καρέκλα του γραφείου του Ντέιβ.
«Τι κάνεις εδώ?»
«Σου χα πει ότι θα έρθω, θυμάσαι? Σόρρυ που δεν ήρθα νωρίτερα, αλλά με πείρε λίγο ο ύπνος.»
«Φύγε, μπορεί να σε χτυπήσω, δεν είδες τι έπαθε ο άλλος?»
«Μωρέ ο άλλος δεν έχει τίποτα, εσύ είσαι χάλια, τσακίσου έλα μαζί μου γιατί δεν ξέρω κι εγώ τι θα γίνει.» Του είπα και τον τράβηξα από τον καρπό του, τραβώντας τον προς το μέρος όπου είχα δει πριν ένα κουτί που έμοιαζε με φαρμακείο. Έβγαλα ένα βαμβάκι, λίγο οινόπνευμα και ιώδιο. Έβαλα λίγο οινόπνευμα στο βαμβάκι και άρχισα να του καθαρίζω τις πληγές.
«Άου.» Είπε και πήγε να μου πάρει το χέρι του, αλλά δεν τον άφησα.
«Ήθελες τα και παθές τα. Λοιπόν. Τι πράγματα ήταν αυτά, δεν μπορούσες να σε λίιιγο πιο ήρεμος? Παραλίγο να γκρεμίσεις το σπίτι ρε Νίκο, κανόνισε. Είσαι τυχερός που δεν σου έχει μείνει κάνα γυαλί μέσα στο χέρι σου. Και…»
«Ώχου, σταμάτα πια, εντάξει, κατάλαβα, έκανα λάθος, δεν θα το ξανακάνω, μαμά, συγνώμη.»
«Όχι συγνώμη, θα κάτσεις και θα με βοηθήσεις να μαζέψω αυτό το χάος, εντάξει? Όμως πρώτα θα σου δέσω τις πληγές σου με γάζες.»
«Ναι σίγουρα.» Είπε και πήγε να φύγει, εγώ όμως πίεσα με το χέρι μου μία πληγή που είχε στο μπράτσο.
«Αουτς, καλά εντάξει πωωω.» Είπε και επιτέλους με άφησε να του δέσω τις πληγές. Αφότου του απολύμανα και την γρατζουνιά που είχε στο πρόσωπο του κατευθυνθήκαμε προς το σαλόνι. Εκεί βρήκαμε τον Ντέιβ να κάθετε και να βλέπει τηλεόραση.
«Ντέιβ, σήκω.» Του πε ο Νίκος.
«Ρε Λυδία, πως κατάφερες και τον ηρέμισες?»
«Μου ‘δωσε ηρεμιστικά, πως θες να με ηρέμισε ρε Ντέιβ, ξέρω γω, έχει τον τρόπο της πωωω.»
«Καλά ντε μην εκνευρίζεσαι, λέγε τι θες.»
«Σειρά σου, πήγενε,»
«Σειρά μου για τι.»
«Για να σου καθαρίσει της πληγές ρε ηλί.θιε, μέχρι και νοσοκόμα την κάναμε την κοπέλα. Άντε κουνήσου.» Είπε και τον έσπρωξε προς το μέρος μου, εγώ δεν το περίμενα αυτό, αλλά υπέθεσα ότι ο Νίκος το έκανε αυτό για να μας αφήσει και λίγο μόνους. Του έκανα νόημα να με ακολουθήσει και πήγαμε πάλι στο κουτί του φαρμακείου.
«Τι είναι αυτό?» Τσίριξα μόλις είδα το χέρι του.
«Χέρι, τι θες να ‘ναι δηλαδή?» Μου είπε απότομα και τράβηξα το χέρι του.
«Το ξέρω, αλλά είναι γεμάτο κοψίματα.»
«Α, για αυτά λες?» Είπε και πήρε το άλλο του χέρι πίσω από το κεφάλι του, καθαρά έκφραση αμηχανίες.
«Για τα τσιμπήματα δεν σχολιάζω, όταν φύγω από εδώ, δεν θα υπάρχει μέσα στο σπίτι ούτε μία σήραγγα, σας προειδοποιώ, θα σας βοηθήσω να το κόψετε, θέλετε δεν θέλετε.» Του είπα συνεχίζοντας να καθαρίζω τις πληγές του. Όταν τελείωσα, έπιασε το πρόσωπο μου και με κοίταξε στα μάτια.
«Ευχαριστώ.»
«Για τι πράγμα?» Κατάφερα να ρωτήσω.
«Που μας βοηθάς, από την αρχή, παρόλα όσα έχεις πάθει εξαιτίας μας, που σήμερα βοήθησες τον Νίκο, που νοιάζεσαι για τους άλλους, που μπήκες στην ζωή μας.» Είπε και έσκυψε, η καρδιά μου χτύπαγε σαν τρελή. Ξαφνικά, δεν ξέρω γιατί το έκανα, ίσως είμαι πολύ ηλί.θια, ναι μάλλον αυτό θα ναι, απομακρύνθηκα από κοντά του και πήγα προς το σαλόνι, αφήνοντας τον να με κοιτάει έκπληκτος.
Πήγα στο σαλόνι για να δω τα μάτια του Νίκου να καίγονται.
«Πας καλά? Πήγε να σε φιλήσει και έφυγες? Να σε σίγουρη, τώρα πάει το πουλάκι πέταξε.» Μου πε και γύρισε από την άλλη μεριά.
«Έχεις δίκιο, δεν ξέρω γιατί το ‘κανα, δεν έχω ιδέα.» Είπα κοιτάζοντας το πάτωμα.
«Λοιπόν, μπορείς να το διορθώσεις, αν είναι έξυπνος θα έρθει εδώ να σου ζητήσει συγνώμη, εσύ τότε με κάποιον τρόπο θα του πεις ότι δεν πρέπει να ζητήσει εκείνος συγνώμη αλλά εσύ, ή κάτι τέτοια και θα τον φιλήσεις, Οκ?»
«Σε ευχαριστώωω» Του πα και τον αγκάλιασα.
«Καλά, καλά, φεύγω εγώ τώρα.»
«Ήρεμα.» Του πα.
«Ναι, ναι.» Είπε και έφυγε. Εγώ κάθισα λίγη ώρα και χάζευα την τηλεόραση, και όντως, μετά από λίγο ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
«Εμ, συγνώμη για… για πριν, δεν…»
«Μην ζητάς συγνώμη, εγώ έπρεπε να σου ζητήσω, δεν, δεν ήταν σωστό…»
«Ήταν, άμα δεν νιώθεις κάτι δεν πρέπει να αφήνεις τον άλλον να…»
«Γιατί βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα?» Του είπα και τον πλησίασα πιο πολύ, εκείνος με κοίταξε στα μάτια.
«Δεν, δεν ξέρω, απλώς το κάνω.»
«Τότε μη.» Του είπα και πλησίασα ακόμα πιο πολύ, σχεδόν ένιωθα τα χείλι του πάνω στα δικά μου.
«Θα το φροντίσω.» Μου είπε και με τράβηξε κοντά του ακουμπώντας με δύναμη τα χείλι του πάνω στα δικά μου, φιλώντας με παθιασμένα, ενώ οι γλώσσες μας, κουνιόντουσαν σε έναν ξέφρενο ρυθμό μεταξύ τους. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε λίγο από κοντά μου για να με κοιτάξει.
«Δεν, δεν εκνευρίστηκες?» Με ρώτησε απορημένος.
«Όχι, και ούτε πρόκειται.» Του είπα και τον φίλησα πεταχτά στο στόμα.
«Wow, I can’t believe that.» Είπε με άπταιστη αγγλική προφορά.
«Είσαι από την Αγγλία?» Τον ρώτησα καθώς ξάπλωνα στην αγκαλιά του.
«Ναι, δεν φαίνεται από το όνομα?»
«Εμ, ναι αλλά, υπέθεσα ότι απλώς έτσι σε είχαν ονομάσει, δεν το κατάλαβα.»
«Τώρα ποιος βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα.»
«Εγώ?»
«Μ, μάλλον. Και τι θα κάνουμε για αυτό.»
«Τι?»
«Αυτό.» Μου πε και με ξαναφίλησε, ενώ με κρατούσε στην αγκαλιά του σφιχτά.
Κάποια στιγμή, μετά από λίγο ακούστηκε το κουδούνι, γύρισα και κοίταξα απορημένη τον Ντέιβ, ο οποίος μου έκανε νόημα να καθίσω εκεί που είμαι και σηκώθηκε όρθιος. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, την άνοιξε, και μέσα μπήκαν δύο άτομα. Σηκώθηκα όρθια όταν κατάλαβα ποιοι ήταν.
«Που είναι η Λυδία?» Ρώτησε αγχωμένη η μητέρα μου, ενώ ο πατέρας μου την κρατούσε από τη μέση. Ωχ αυτό μου ‘λειπε.
«Εμ, μέσα είναι, στο σαλόνι.» Είπε ο Ντέιβ εμφανώς κάπως αμήχανα. Γρήγορα ήρθαν και οι 3 τους προς το μέρος μου.
«Ανησυχήσαμε.» Μου πε η μητέρα μου και με αγκάλιασε.
«Ρε μάνα τι ανησυχήσατε? Μήπως θέλατε να σας αφήσω και σημείωμα? Σιγά τώρα.» Είπα εκνευρισμένη.
«Μίλα καλύτερα.»
«Θα μιλάω όπως θέλω, λογαριασμό θα σου δώσω?» Είπα σηκώνοντας την φωνή μου μία οκτάβα. Ο Ντέιβ ήρθε γρήγορα δίπλα μου και με αγκάλιασε από την μέση για να με ηρεμίσει.
«Άκου να σου πω εδώ νεαρή μου, σαν πολύ αέρα δεν έχεις πάρει? Όλη μέρα, για να μην πω και νύχτα, τριγυρνάς έξω από το σπίτι, απαιτώ τουλάχιστον να ξέρω που θα βρίσκεσαι, καλά που βρισκόταν σπίτι μας εκείνη η καταπληκτική κοπέλα η Μαντώ και μας είπε ότι μάλλον θα βρισκόσουν εδώ.» Είπε ο πατέρας μου.
«Δεν σε αφορά το που πηγαίνω, εντάξει?»
«Εμ, αυτό που θέλει να πει η Λυδία, είναι ότι δεν είναι ανάγκη να σας λέει κάθε φορά ότι βγαίνει βόλτα με την παρέα της γιατί κάποια στιγμή καταντά εκνευριστικό, και για σας αλλά και για εκείνην.» Προσπάθησε να τα μπαλώσει κάπως ο Ντέιβ.
«Όπως και να έχει, από εδώ και πέρα θέλω να μας ενημερώνεις, για την κάθε σου κίνηση. Και γιατί παρακαλώ έφυγες σήμερα από το σπίτι χωρίς να μας ρωτήσεις?» Συνέχισε ο πατέρας μου. Εκεί, τον χαβά του εκείνος.
«Είχαμε ένα μικρό ατύχημα με την μηχανή και ήρθε εδώ να μας περιποιηθεί.» Είπε ο Νίκος καθώς έμπενε μέσα στο σαλόνι, σώζοντας την κατάσταση. Ευτιχώς το σαλόνι ήταν το μόνο δωμάτιο στο οποίο δεν είχε ‘επιτεθεί’ ο Νίκος.
«Νοσοκομεία δεν υπάρχουν, γονείς δεν έχετε?»
«Οι, γονείς μας θα λείπουν όλο το καλοκαίρι, και σας, είπα ήταν μικροατύχημα, δεν ήταν για να τρέχουμε στα νοσοκομεία, απλώς μιλήσαμε μαζί της στο τηλέφωνο και της είπαμε ότι πέσαμε με την μηχανή και εκείνη πριν προλάβουμε να το κλείσουμε ήρθε εδώ, για αυτό δεν πρόλαβε να σας ειδοποιήσει.» Είπε τελείως πιστευτά.
Να θυμηθώ να τον ευχαριστήσω με κάποιον τρόπο.
«Λέει αλήθεια ο νεαρός Λιδία?» Είπε η μητέρα μου.
«Ναι, απλά, πλιζ, κόψτε αυτά τα νεαρή και νεαρός γιατί είναι λίγο ΣΠΑΣΤΙΚΑ.»
«Καλά καλά, εμείς τότε να πηγαίνουμε, και συγνώμη για την αναστάτωση παιδιά μου.» Είπε ο πατέρας μου και βγήκανε έξω από το σπίτι. Μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά έτρεξα και αγκάλιασα τον Νίκο.
«Που τα σκέφτηκες όλα αυτά ρε? WoW, τα έλεγες σαν να μην υπήρχε ίχνος ψέματος εκεί.» Του πα και απομακρύνθηκα από κοντά του, ήταν και ψηλός
ανάθεμα τον.
«Ε σίγα, δεν ήταν τίποτα, για ένα ευφυέστατο μυαλό σαν το δικό μου…»
«Ψωνάρα.» Του πα και του έριξα μία σφαλιάρα στο σβέρκο σαν αυτές που έριχνε η Μαντώ στον Ντέιβ.
«Ωχ, όχι και εσύ, αρκετές σφαλιάρες τρώω από την άλλην, χόρτασα.»
«Χαχα, πολύ αστείο, λοιπόν, αφήστε τώρα τις βλακείες και βοηθήστε με να καθαρίσω αυτό το χάλι.» Είπα και αρχίσαμε να μαζεύουμε όλοι μαζί το σπίτι.
Όταν συμμαζέψαμε αυτό το αχούρι, εγώ χαιρέτισα τα παιδιά, και αφότου βρήκα όλες τις κρυμμένες σύριγγες και τις πέταξα, γύρισα σπίτι μου. Εκεί δεν πρόλαβα καλά, καλά να μπω μέσα και άκουσα το σταθερό να χτυπάει. Έτρεξα γρήγορα και το σήκωσα, ήταν η ξαδέρφη μου.
«Έλα ρε, τι κάνεις?»
«Καλά, είμαι μια χαρά.»
«Λοιπόν, αύριο θα έρθεις σπίτι μου και δεν ακούω τίποτα, το έχω κανονίσει ήδη με τους γονείς σου. Τέλος, θα πάρεις το τρένο μόνη σου και θα έρθεις να μείνεις για κάνα δυο βδομάδες. Εντάξει?»
«Εμ, μπορώ να πω και όχι? Έτσι όπως τα κατάφερες… Τέσπα, τότε καλύτερα να κλείσω για να πακετάρω τα πράγματα.» Της είπα και πριν προλάβει να μου απαντήσει το έκλεισα. Η μέρα πέρασε γρήγορα, και το βράδυ ήρθε όλη η παρέα σπίτι μου. Η Μαντώ ήταν θλιμμένη, πάει χώρισε κιόλας με το βόδι, καλύτερα για κείνην όμως. Ο Νίκος, έκανε σαν τρελός από την χαρά του, ο Ντέιβ και εγώ ήμασταν συνέχεια αγκαλιά, και ο Πάνος, καθόταν απλά και κρατούσε τα φανάρια, τον λυπάμαι τον καημένο. Να θυμηθώ να του βρω κοπέλα.
«Παιδιά, αύριο φεύγω. Θα πάω στην ξαδέρφη μου για 2 βδομάδες.» Είπα κοιτώντας κυρίως τον Ντέιβ.
«Και που μένη η ξαδέρφη σου?»
«Εμ, όχι πολύ μακριά, το τρένο θα πάρω, για 2-3 ώρες διαδρομή.» Είπα και χαμογέλασα.
«Καλά, πρόσεχε όμως εκεί μωρό μου, εντάξει?» Μου είπε ο Ντέιβ και με φίλησε.
«Καλύτερα, θα πας εκεί να ξεχαστείς και λίγο από όλα αυτά τα συμβάν.» Είπε ο Πάνος κοιτώντας με νόημα τον Νίκο. Εγώ δεν μίλησα. Συνεχίσαμε να συζητάμε για διάφορες βλακείες και μετά έφυγαν. Μόλις τους αποχαιρέτισα ανέβηκα στο δωμάτιό μου, και ξάπλωσα να κοιμηθώ ενώ σκεφτόμουν τους φίλους μου. Που να ήξερα όμως πως ήταν η τελευταία φορά που τους έβλεπα…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου