Ο Ντέιβ και ο Άγγελος.
Η ώρα είχε πάει 06:00 κι έφυγα. Πήγα στο σπίτι , σκαρφάλωσα με δυσκολία στο μπαλκόνι και μπήκα μέσα από το παράθυρο. Ντύθηκα, έβαλα μια ζακέτα για να μην δουν οι γονείς μου τον επίδεσμο και κατέβηκα κάτω. Τότε με είδε ο πατέρας μου.
«Μάντι γλυκιά μου τι έχεις?»
«Δεν αισθάνομαι πολύ καλά.»
«Τότε καλύτερα να μην πας σχολείο να μείνεις εδώ σήμερα.»
«Εντάξει.»
«Όμως δεν θα σηκωθείς καθόλου από το κρεβάτι. Άντε πήγαινε να ξαπλώσεις.»
«Εντάξει μπαμπά.» Είπα κι πήγα επάνω. Είχα συμφωνήσει με τον Άγγελο πως αν ήθελα μπορούσα να κοιμόμουν λίγο. Στην αρχή σκέφτηκα να κοιμηθώ αλλά τελικά αποφάσισα πως άμα ήθελα να κοιμηθώ θα κοιμόμουν εκεί στην μορφή του λύκου. Οπότε βγήκα στο μπαλκόνι μου και πήδηξα στο έδαφος. Έπειτα άρχισα να τρέχω ώσπου έφτασα στο λιβάδι. Μόλις με είδε ο Άγγελος ήρθε δίπλα μου.
«Πως είσαι? Είσαι καλύτερα? Πονάει πολύ το χέρι σου?»
«Είμαι μια χαρά. Εσύ?» Του είπα κι του έδειξα το πληγωμένο του πόδι που από ότι παρατήρησα δεν τον πόναγε κι πολύ γιατί περπατούσε κι έτρεχε άνετα.
«Α σχεδόν έκλεισε η πληγή.»
«Ωραία. Εμ. Πρέπει να σου ζητήσω μία χάρη.»
«Τι καλέ? Πες μου.»
«Να το πω στους γονείς μου. Όχι όλες τις λεπτομέρειες αλλά μόνο ότι γίνομαι λύκος. Δεν μπορώ να τους γεμίζω στο ψέμα.»
«Όχι αυτό με τίποτα. Δεν πρέπει. Με τίποτα»
«Μα…»
«Δεν έχει μα δεν μπορείς. Όχι.»
«Μα δεν καταλαβαίνεις. Εσένα οι δικοί σου νομίζουν ότι έχεις χαθεί ή ότι έχεις πεθάνει. Δεν με ενδιαφέρει εγώ θα τους το πω.» Έκανε σαν να μην με άκουσε κι μου είπε.
«Σήμερα περιμένουμε άλλη μια κοπέλα να έρθει και θα πας εσύ να την καλωσορίσεις.»
«Μμμ. Ωραία επιλογή έκανες να με δει η κοπέλα κι να τρομάξει ακόμα δεν θα έρθει.» Του πα κι του έδειξα το σπασμένο χέρι μου που το χα με επίδεσμο ακόμα.
«Θα έρθει κατά τις 21:00 το μέρος όπου με συνάντησες. Όταν την ακούσεις από μακριά να τρέχει θα αρχίσεις να φωνάζεις για να ακολουθήσει την φωνή σου και να σε βρει. Θα την περιμένεις στην λυκίσια σου μορφή κι έπειτα θα αλλάξεις. Αμέσως μετά φέρε την εδώ για να της εξηγήσω εγώ τα υπόλοιπα. Μιας και θα έχεις έναν νεογέννητο βρικόλακα για να φροντίσεις.»
«Ό,τι πεις ‘‘Αρχηγέ’’» Έκανε ένα μορφασμό στο άκουσμα αυτής της λέξης. Δεν του άρεσε να τον λέμε έτσι.
«Καλά καλά κάνε ότι θες πες το και στην μισή χώρα αλλά έτσι και βρεθούμε σε μπελάδες ...»
« Ξέρω ξέρω εγώ θα τρέχω για να μας βγάλω από την δύσκολη θέση και αν χρειαστεί θα φύγω από την αγέλη. Ευχαριστώ πολύ.» Του είπα και πήγα να τον αγκαλιάσω από την χαρά μου αλλά τελικά αποφάσισα να μην το κάνω διότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ χαζό κι παιδιάστικο εκ μέρους μου κι θα μπορούσε να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Ο Ντέιβ ήταν ακόμα ξαπλωμένος αλλά προσπαθούσε να μου πει κάτι. Πήγα κοντά του κι του έπιασα το χέρι. Ήταν πολύ κρύος, παγωμένος μπορώ να πω. Ειδικά για εμένα που ήμουν γύρω στους 40οC.
«Μάντι?»
«Εδώ είμαι. Ηρέμισε σε λίγες ώρες θα περάσει ο πόνος. Μην ανησυχείς.» Κάθισα μαζί του και του τραγούδησα για να του απαλύνω τον πόνο. Όταν η ώρα πήγε 15:00 έφυγα για το σπίτι μου. Δεν θα τους το έλεγα ακόμα. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για αυτό. Όταν έφτασα σπίτι πήρε τηλέφωνο η Μαρίνα.
«Ναι? Έλα Μαρίνα τι έγινε στο σχολείο?»
«Δεν θα το πιστέψεις. Έκλεισε το σχολείο.»
«Γιατί?»
«Λόγω του νέου Ιού και θα ανοίξει μετά τα Χριστούγενα»
«Κρίμα. Πάντως έχει και την καλή του πλευρά θα μπορούμε να συναντιόμαστε κι να κάνουμε της περιπολίες πιο εύκολα..»
«Καλά άντε για θα τα πούμε εκεί.»
«Έγινε.» Της είπα και πήγα να πω στους γονείς μου για το σχολείο. Έπειτα ζήτησα από τον πατέρα μου να με αφήσει να πάω μια βόλτα κι ευτυχώς με άφησε. Όταν έφτασα ήταν 19:00 είχα καθυστερήσει να ξεκινήσω από το σπίτι. Το χέρι μου το είχα ξεδέσει λόγω των γονιών μου αλλά ούτως ή άλλως δεν με πονούσε. Όταν μπήκα στην καλύβα έμεινα άφωνη. Δίπλα στον Ντέιβ καθόταν ο Άγγελος και τον κοίταζε με ένα πονεμένο βλέμμα κρατώντας του το χέρι. Μου φάνηκε πως είχε δακρύσει. Μπορεί όμως να ήταν η φαντασία μου. Ο Ντέιβ είχε έναν αδερφό αλλά δεν τον είχα δει ποτέ. Λες να ήταν ο Άγγελος? Μπα. Αποκλείεται. Αφού ήθελε να τον σκοτώσει. Αλλά ποιος ξέρει όλα μπορούν να γίνουν. Εδώ είδα τον κολλητό μου να γίνετε βρικόλακας μπροστά στα μάτια μου. Εγώ είχα γίνει λυκάνθρωπος κι είχα πολεμήσει με βρικόλακες. Οπότε αυτό μπροστά σε όλα αυτά που έχουν συμβεί δεν είναι τίποτα κι άνετα θα μπορούσε να είναι αλήθεια. Μόλις με είδε βγήκε έξω γρήγορα. Εγώ τον ακολούθησα και στάθηκα μπροστά του και του μίλησα στα ίσια.
«Είσαι ο αδερφός του Ντέιβ.» Δεν μου απάντησε. Αυτό τι σήμαινε. Ναι?
«Άγγελε σε είδα πως τον κοίταζες μέσα στην καλύβα κι πως δάκρυσες κιόλας. Αν δεν είσαι αδερφός του τότε γιατί έκανες έτσι?
«Εντάξει. Ναι είμαι αδερφός του. Και λείπαμε που τον βλέπω έτσι.»
«Τότε γιατί ήθελες να τον σκοτώσεις. Θα μπορούσες να το κάνεις αυτό.?»
«Δεν ξέρω αν θα μπορούσα. Ήταν το σωστό. Ευτυχώς όμως που ήσουν εσύ εκεί. Δεν θα το άντεχα στην συνείδηση μου αν το έκανα.»
«Και γιατί τόσο θέατρο . Γιατί δεν το είπες από την αρχή.»
«Γιατί δεν ήθελα ούτε εγώ να το πιστέψω ότι αυτό το παιδί που πόναγε ήταν ο αδερφός μου . Ο μικρός μου αδερφός. Εγώ είμαι 18 χρονών κι αυτός μόλις 17. Και κοίτα τι του έκαναν. Πήγαινε τώρα γιατί τελικά η κοπέλα θα έρθει πριν της 21:00.»
«Μα είναι ακόμα 20:00. Εντάξει πάω.» Του είπα κι έφυγα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου