Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

5ο κεφάλαιο Ο Ντέιβ και το καινούριο μέλος.

Όταν έφτασα άφησα στο δάσος μία μπλούζα κι ένα τζιν για να αλλάξει η κοπέλα που θα ερχόταν. Στην αρχή δεν μπορούσα να καταλάβω πως το ξέραμε ότι θα ερχόταν αλλά τελικά κατάλαβα ήταν κάτι σαν έκτη αίσθηση μία από τις ανομαλότητες μας. Κάποια στιγμή άκουσα βήματα κι κατάλαβα πως ήταν αυτή ευθύς άρχισα να φωνάζω. Μέχρι που με άκουσε κι είδα έναν σοκολατί λύκο να με πλησιάζει. Μόλις με είδε σταμάτησε. Εγώ πήγα κι άλλαξα μορφή κι ήρθα γρήγορα εκεί. Να της εξηγήσω πώς να άλλαξει μορφή.«Καλός ήρθες.»Είπα. «Στην μορφή που είσαι θα ναι λίγο δύσκολο να επικοινωνήσουμε. Αν είναι πήγαινε στο δάσος να αλλάξεις μορφή. Σου έχω αφήσει ρούχα.» Με κοίταξε με ένα αθώο βλέμμα σαν να μου λέει πως θα το κάνω αυτό. «Για να αλλάξεις μορφή πρέπει να σκέφτεσαι μόνο την ανθρώπινη μορφή σου.» Μου έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι της κι πήγε στο δάσος να αλλάξει μορφή. Όταν βγήκε έμεινα άναυδη. Η κοπέλα δεν ήταν άλλη από την Βαλεντίνα. Όταν πλησίασε έτρεξα γρήγορα κοντά της.
«Μάντι . τι μου συμβαίνει. Μάλλον διόρθωση. Τι ΜΑΣ συμβαίνει?»
«Να. Εμ. Να. Έχουμε επιλεχθεί για να προστατεύουμε τους ανθρώπους.»
«Να τους προστατεύουμε από τι?»
«Από τους βρικόλακες κι γενικός όσους θέλουν να τους κάνουν κακό.»
«Μα δεν καταλαβαίνω γιατί όχι πιο πριν γιατί τώρα?»
«Δεν ξέρω. Τα υπόλοιπα θα σου τα εξηγήσουν τα υπόλοιπα μέλη της αγέλης . εγώ πρέπει να φύγω. Ακολούθα με. Θα σε πάω στους υπόλοιπους.» ‘Όταν φτάσαμε την παρέδωσα στον Παύλο κι την Μαρίνα κι εγώ με τον Άγγελο μπήκαμε μέσα στην καλύβα. Εγώ κάθισα δίπλα στον Ντείβ κι του τραγούδαγα ψιθυριστά χαδεύοντας του τα μαλλιά, όπως θα έκανε μια μάνα για να νανουρίσει το παιδί της, ενώ ο Άγγελος καθόταν όρθιος κι κοίταζε τον Ντέιβ. Ήταν πολύ αναστατωμένος. Μάλλον φοβόταν μην κάνει κακό στον Ντέιβ ή μήπως έκανε ο Ντέιβ στον Άγγελο κακό. Ναι αυτό πρέπει να ήταν . Θύμωσα με την στάση του κι σηκώθηκα όρθια.
«Αν φοβάσαι μην σου κάνει κακό ο Ντέιβ να βγεις έξω. Δηλαδή δεν έχεις καθόλου πίστη στον αδερφό σου πια?» Είχα θυμώσει τόσο πολύ που φοβόμουν μην αλλάξω μορφή κι πληγώσω τον Άγγελο. Αλλά τι έγινε καθόλου δεν νοιαζόταν για τον αδερφό του δεν του είχε απομείνει καθόλου πίστη πια?
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις. Δεν φοβάμαι μην κάνει κακό σε εμένα. Αλλά…»
«Αλλά τι?»
«Αλλά φοβάμαι μην κάνει κακό σε εσένα. Δεν θα άντεχα άμα έβλεπα τον ίδιο μου τον αδερφό να σου κάνει κακό κι δεν ξέρω πως θα αντιδρούσα.»
«Πόπο τώρα σε έπιασαν κι τα παλικαρίσια ε?»
«Καλύτερα να σταματήσει η συζήτηση εδώ δεν βλέπω να βγάζουμε καμία άκρη.»
«Ναι μάλιστα. ΑΡΧΗΓΕ» Μόλις τελειώσαμε , μετά από λίγο ο Ντέιβ άρχισε να συνέρχεται. Η μεταμόρφωση του είχε ολοκληρωθεί. Έτρεξα αμέσως δίπλα του ενώ ο Άγγελος ήρθε από πίσω μου.
«Μάντι, Άγγελε. Τι μου συμβαίνει? τι κάνετε εδώ? που είμαι? Γνωρίζεστε? Γιατί πονάω τόσο πολύ στο λαιμό μου κι γενικός γιατί πόναγα τόσο καιρό?»
«Ηρέμισε Ντέιβ. Θα στα εξηγήσουμε όλα. Σιγά σιγά. Καταρχάς πονάς κι νιώθεις ένα κάψιμο στο λαιμό κι πόναγες αυτές τις 3 μέρες διότι είσαι βρικόλακας.» Του είπε ο Άγγελος.
«Τι, τι είμαι? Κι πως. Δηλαδή.»
«Πως το ξέρουμε εμείς?» Του είπα κι γύρισα να ζήτησω με το βλέμμα μου βοήθεια από τον Άγγελο. Σαν να του έλεγα να του το πω ή όχι. Τελικά κατάλαβε γιατί γύρισα κι μου έγνεψε με το κεφάλι του ναι. Όλη αυτή η βουβή συζήτηση δεν κράτησε παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα αλλά του Ντέιβ αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα του φάνηκαν αιώνες ώσπου να γυρίσω να του απαντήσω.
«Το ξέρουμε διότι είμαστε λυκάνθρωποι. Σε βρήκα μέσα στο δάσος μόλις σε είχαν δαγκώσει. Κανονικά θα έπρεπε να σε σκοτώσουμε πριν τελειώσει η μεταμόρφωση σου αλλά εγώ δεν το επέτρεψα. Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Όμως τώρα πρέπει να πας να κυνηγήσεις γιατί αλλιώς θα σε πονάει πολύ ο λαιμός σου κι θα υποφέρεις.»
«Μα τι λες είσαι τρελή. Δεν πάω πουθενά. Δεν πρόκειται να σκοτώσω κανέναν.»
«Αν το έκανες θα είχες να τα βάλεις μαζί μου.» Του είπε ο Άγγελος δείχνοντας του την γροθιά του.
«Αυτό που εννοούσε ο Άγγελος» Είπα κι γύρισα κι τον κοίταξα θυμωμένη προτού γυρίσω κι τελειώσω την πρόταση μου. «Είναι ότι δεν θα σε αφήσουμε να σκοτώσεις ανθρώπους αλλά θα σε πάμε στο δάσος κι θα τραφείς με ζώα.» Λέγοντας τις τελευταίες τέσσερις λέξεις ανατρίχιασα κι η φωνή μου κόμπιασε λίγο.

Έπειτα του έκανα νεύμα να με ακολουθήσει ενώ κοίταξα τον Άγγελο αυστηρά κι το έγνεψα να έρθει κι αυτός μαζί. Άλλο που δεν ήθελε αυτός να ελέγχει τον μικρό του αδερφό μην κάνει καμία βλακεία. Μόλις βγήκαμε έξω από την καλύβα εγώ κι ο Άγγελος αλλάξαμε μορφή. Ο Ντέιβ δεν μας είχε ξαναδεί να αλλάζουμε μορφή κι είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Έπειτα ο Άγγελος έτρεξε προς το δάσος. Εγώ έκανα ένα νόημα στον Ντέιβ ότι πρέπει να τον ακολουθήσουμε κι έτσι κι έγινε. Φτάσαμε στο δάσος. Εγώ κάθισα κάτω από ένα δέντρο κι λιαζόμουν στον ήλιο ενώ τα αγόρια πήγαν να κυνηγήσουν. Δεν μου αρέσει να κυνηγάω τα ζώα, μου φέρνει αναγούλα κι μόνο στην σκέψη ότι θα δάγκωνα ένα κακόμοιρο ελάφι. Κάποια στιγμή άκουσα φωνές. Ανοισίχισα. Μήπως τσακώνονται. Άμα τσακώνονται ο Άγγελος μπορεί να πληγωθεί ή ακόμα και να.. όχι δεν θα πάθει τίποτα πρέπει να πάω εκεί αμέσως. Σκέφτηκα κι πήγα γρήγορα εκεί από όπου άκουσα φωνές. Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό. Ο Ντέιβ είχε πιάσει μία αντιλόπη κι ενώ εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει εκείνος της έπινε το αίμα. Αμέσως έφυγα μακριά. Άρχισα να τρέχω. Ήθελα να φύγω να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα. Δεν ανήκω εδώ. Ένα απλό κορίτσι μέχρι πριν λίγες μέρες κι τώρα, τώρα τι? Είμαι μία λυκάνθρωπος. Μόλις μεταμορφώθηκα είδα τον καλύτερο μου φίλο να υποφέρει ώσπου να γίνει ένας βρικόλακας. Έχει αλλάξει τόσο πολύ από την τελευταία μέρα που τον είδα στο σχολείο. Τώρα πια τα μάτια του δεν έχουν αυτό το όμορφο καστανό χρώμα τους αλλά ένα κατακόκκινο σαν την φωτιά. Σαν την φλόγα του θανάτου. Δεν έχει πια το μαύρισμα που είχε αλλά είναι χλομός. Μπορώ να πω όμως ότι έχει ομορφύνει αρκετά. Όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι πριν από λίγο παραλίγο να μην τον αναγνωρίσω. Αφότου τον βρήκα όμως κι τον μετέφερα στην καλύβα ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Έπρεπε να τα βάλω με μία βρικόλακα την Άλκη για να τον προστατεύσω κι να μην πάει κι του κάνει κακό ή έστω να τον πάρει μακριά. Δεν μπορούσα ούτε να τον φανταστώ ότι θα τον έπαιρνε ενώ εκείνος θα ήταν ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Την σκότωσα μαζί με τους άλλους. Είδα μπροστά στα μάτια μου ένα ζωντανό πλάσμα να πεθαίνει. Αλλά κι πάλι ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Έπρεπε να τον προσέχω. Κι εκτός από αυτό πρέπει να λέω ψέματα. Πολλά ψέματα σε όλους. Στους γονείς μου στις φίλες μου ακόμα κι στους γονείς του Ντέιβ, αυτούς ειδικά τους λυπάμαι χάσανε κι τα 2 τους παιδιά σε διάστημα ολίγον ημερών δεν έχουν ιδέα για το που βρίσκονται. Νομίζουν ότι έχουν πεθάνει, κι κάθε μέρα ελπίζουν πως θα τους ξαναδούν. Αυτό όμως θα αργήσει να γίνει. Δεν ξέρω κιόλας αν θα γίνει. Ο Άγγελος μέχρι να είναι σίγουρος ότι μπορεί να τους πει την αλήθεια δεν θα πάει να τους βρει. Ενώ ο Ντέιβ, ο Ντέιβ θα περάσει ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να δει ξανά άνθρωπο. Κανονικό άνθρωπο. Όχι λύκους κι βλακείες. Όση ώρα τα σκεφτόμουν αυτά δεν κοίταζα τι συνέβαινε γύρω μου. Απλώς έτρεχα. Έτρεχα να ξεφύγω από τον ίδιο μου τον εαυτό. Ο Άγγελος προσπάθησε να μου μιλήσει αλλά εγώ σαν να έκανα ένα κλικ σε κάποιον υπολογιστή τον έκανα να σωπάσει. Το τελευταίο που ήθελα τώρα είναι να δει τι σχεδιάζω να κάνω τι πρόκειται να κάνω για να ξεφύγω από όλα αυτά. Μόνο ένα πράγμα μπορεί να με σώσει από όλα αυτά. Μόνο ένα πράγμα μου μένει να κάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου