Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στην καλύβα, σε ένα στρωμένο ωραίο κρεβάτι. Στην αρχή δεν κατάλαβα που ήμουν και το πώς είχα βρεθεί εκεί αλλά έπειτα θυμήθηκα ότι πριν λιποθυμήσω από το χτύπημα στο κεφάλι με έπιασε ο Ντέιβ κι αυτός μάλλον με έφερε εδώ.
Όπως πήγα να σηκωθώ με πόνεσε το κεφάλι μου κι τότε συνειδητοποίησα ότι το κεφάλι μου, το είχαν τυλίξει με επίδεσμο. Ο Ντέιβ κι ο Άγγελος καθόντουσαν λίγο πιο κει κι μόλις είδαν ότι ξύπνησα βγήκαν έξω κι φώναξαν τους άλλους, έπειτα ήρθαν όλοι μέσα να δουν πως είμαι. Πρώτος μου μίλησε ο Άγγελος.
«Μάντι είσαι καλά. Μα γιατί το έκανες αυτό? Ανησυχήσαμε.»Εγώ τον κοίταξα μουτρωμένη κι στράφηκα στην Βαλεντίνα.
«Γιατί τους το είπες? Γιατί με σώσατε?»Τότε αυτός που μίλησε ήταν ο Ντέιβ.
«Μάντι είσαι τρελή? Μα άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Έκανες όλα αυτά τα πράγματα μόνο κι μόνο για να με σώσεις κι μετά να πας κι να πέσεις από το γκρεμό? Μα δηλαδή. Δηλαδή έλεος.» Είπε κι ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. «Μας κατατρόμαξες.»
«Μα πως καταλάβατε που βρισκόμουν?»
«Ά εύκολα» Είπε η Βαλεντίνε. «Είδα που σκεφτόσουν ότι ήθελες να πας κι τους το είπα κι επειδή ο Ντέιβ τρέχει πιο γρήγορα από όλους μας ήρθε εκείνος να σε σταματήσει κι από ότι μας περίγραψε έφτασε στο τσακ. Αλλά πες μου κάτι πως χτύπησες το κεφάλι σου?»
«Όπως έπεφτα έπεσα πάνω σε ένα κλαδί κι χτύπησα.» Τότε δεν άντεξα ανακάθισα στο κρεβάτι κι άρχισα να κλαίω. Αμέσως η Μαρίνα ήρθε κάθισε δίπλα μου κι με αγκάλιασε από τους ώμους κι μου σιγοτραγουδούσε για να ηρεμίσω. Όταν μου πέρασε η κρίση τους εξήγησα γιατί έφτασα σε αυτό το σημείο κι τους υποσχέθηκα ότι δεν θα ξαναέκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Επίσης τους είπα ότι θα ερχόμουν να μείνω μόνιμα στην καλύβα κι ότι θα έλεγα σήμερα κιόλας στους γονείς μου για το τι είμαι παραλείποντας τις περιττές λεπτομέρειες. Στο τέλος κάναμε ένα συμβούλιο κι αποφασίσαμε ότι θα μετακομίζαμε όλοι στην καλύβα αλλά θα την μεγαλώναμε κι θα την βάφαμε λίγο. Θα την κάναμε σαν κανονικό σπιτάκι. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα χρήματα αλλά κάπου θα τα βρίσκαμε το πολύ πολύ να παίρναμε τίποτε από τους γονείς μας κι να πουλάγαμε πράγματα που δεν χρειαζόμασταν πια. Το άλλο καλό που έγινε είναι ότι κατάφερα τον Άγγελο να πάει να δει τους γονείς του να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί όμως δεν θα τους έλεγε τίποτα για τον Ντέιβ. Όμως μέχρι να πήγαινε δεν θα σταμάταγα να του το λέω κι ας θύμωνε στο τέλος. Όταν η ώρα πήγε 7:00 έφυγα κι πήγα σπίτι. Μπήκα από την πόρτα γιατί σκέφτηκα ότι δεν χρειάζεται να τους κρύβομε πια. Μόλις μπήκα μέσα είδα τους γονείς μου να τρέχουν πάνω κάτω κι να παίρνουν τηλέφωνα. Τότε κατάλαβα. Είχαν πάρει είδηση ότι έλειπα. Τους συγκέντρωσα κι τους 2 στο σαλόνι και τους τα είπα όλα. Παραλείποντας τον Ντέιβ την μάχη κι τον γκρεμό. Όταν με ρώτησαν πως χτύπησα στο κεφάλι τους είπα ψέματα ότι απλώς τσακώθηκα με άλλον ένα από την αγέλη κι τίποτε άλλο. Δεν ήταν ανάγκη να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες. Τους είπα ότι για ένα διάστημα θα μετακομίζαμε όλη η αγέλη στην καλύβα κι πως ήρθα να πάρω τα πράγματα μου. Η μητέρα μου είχε μείνει άφωνη, αλλά δεν έκανε τίποτε για να με μεταπείσει. Είχα κι άλλες υποχρεώσεις πια. Πήγα πάνω μάζεψα τα πράγματα μου κι την ώρα που πήγα να φύγω χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα κι παραλίγο να μου πέσει το τηλέφωνο από τα χέρια. Η μεγαλύτερη μου αδερφή η Ντέμη σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα μαζί με το άντρα της κι η κόρη της που ήταν μόλις 6 χρονών είχε μείνει ορφανή. Αυτό το κοριτσάκι ήταν ότι αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο κι εγώ αλλά κι η αδερφή μου. Τότε η φωνή από το τηλέφωνο θέλησε να μιλήσει στους γονείς μου γιατί ήμασταν οι πιο κοντινοί συγγενείς κι αν συμφωνούσαν θα γινόντουσαν εκείνοι κηδεμόνες της. Κατέβηκα κάτω κι πριν τους δώσω το τηλέφωνο τους εξήγησα περί τίνος πρόκριτε. Η μητέρα μου είχε βάλει τα κλάματα κι ο πατέρας μου έτρεμε. Έπειτα τους είπα ότι την μικρή θα την φρόντιζα εγώ κι δεν θα χρειαζόταν να κουράζονται απλώς μόνο να δεχτούν. Πήραν το τηλέφωνο κι μίλησε η μητέρα μου μαζί του. Όταν έκλισαν το τηλέφωνο τους ρώτησα τι θα γινόταν τελικά κ εκείνοι μου απάντησαν ότι θα ερχόταν την επόμενη μέρα κάποιος ειδικός να ελέγξει αν η οικογένεια μας είναι εντάξει κι αν συμφωνούσε τότε την επόμενη μέρα θα μας έφερναν την μικρή Ρασέλ. Όταν ηρέμισαν κάπως με ρώτησαν τι θα κάναμε με την μικρή. Αφού εγώ θα πήγαινα στην καλύβα κι εκείνοι δούλευαν τι θα κάναμε. Εγώ τους εξήγησα ότι είχα σκοπό να την πάρω μαζί μου. Θα είχε της ίδιες ανέσεις που θα είχε κι εδώ γιατί όταν θα μετακομίζαμε εκεί θα το είχαμε κάνει κανονικό σπιτάκι. Μέχρι να ήταν κατάλληλο για εκείνη να μείνει εκεί θα έμενα κι εγώ εδώ μαζί της κι θα την πρόσεχα. Θα έλειπα από την καλύβα για καμιά βδομάδα. Εξάλλου μου χρειαζόταν κι εμένα. Έπειτα έφυγα να πάω να πω τα νέα στα παιδιά της αγέλης. Φοβόμουν πως θα έπαιρναν την απόφασή μου έτσι όταν έφτασα πήγα πρώτα να μιλήσω στην Μαρίνα κι στον Παύλο που ήμουν σίγουρη ότι θα με βοηθούσαν.
Προετοιμασίες!!
Μόλις τους είπα για το ατύχημα της αδερφής μου κι για την Ρασέλ έβαλα τα κλάματα. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως η Ντέμη είχε πεθάνει. Κι για αυτό θα έπαιρνα εγώ να μεγαλώσω την Ρασέλ από μικρές λέγαμε πως αν πάθαινε κάτι μία από εμάς κι είχε παιδιά την κηδεμονία θα την έπαιρνε η άλλη αδερφή κι άμα γινόταν αυτό που έγινε κι τώρα δηλαδή το ότι είμαι ανήλικη κι πάλι όταν θα ενηλικιωνόμουν θα έμεναν με εμένα. Κι τώρα όλα έγιναν έτσι όπως φοβόμασταν ότι μπορεί κάποτε να γίνουν. Για αυτό κι η μικρή θα έμενε μαζί μου πάσης θυσία. Θα την φρόντιζα κι θα την πρόσεχα εγώ κι είμαι σίγουρη ότι θα της άρεσε η ζωή μαζί μας. Θα είχε κι πολλούς θείους. Ευτυχώς δεν είχε αρχίσει ακόμα το σχολείο. Θα πήγαινε πρώτη του χρόνου έτσι θα είχε λίγο χρόνο να προσαρμοστεί. Όταν τα δίδυμα άκουσαν αυτά που τους είπα έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Έπειτα δέχτηκαν να πάμε όλοι μαζί να το πούμε στους άλλους αν και κάτι μέσα μου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Ζήτησα από όλους να καθίσουν κάτω έξω από την καλύβα εκτός από τον Παύλο κι την Μαρίνα που έμειναν μαζί μου. Κι άρχισα.
«Σας ζήτησα να έρθετε όλοι εδώ γιατί πήρα μία μεγάλη απόφαση που θα αλλάξει πολύ την ζωή μας κι θα ήθελα να μου πείτε αν συμφωνείτε. Η μεγαλύτερη μου αδερφή κι ο άντρας της πέθαναν σε ατύχημα κι η κόρη τους έμεινε ορφανή, κι επειδή δεν μπορώ να αναλάβω εγώ την κηδεμονία επειδή είμαι ανήλικη θα την αναλάβουν οι γονείς μου όμως θα μείνει εδώ μαζί μας.» Τότε μου μίλησε ο Άγγελος. «Όταν λες εδώ εννοείς εδώ στην καλύβα.»
«Ναι, εδώ εννοώ κι μέχρι να έρθουμε να μείνουμε εδώ εγώ κι η Ρασέλ την Καλύβα θα την έχουμε κάνει σαν κανονικό σπίτι για αυτό αν συμφωνείτε καλύτερα να αρχίσουμε αμέσως.» Μόλις το είπα σιγοψιθύρισαν λίγο μεταξύ τους κι στο τέλος ο Ντέιβ μου είπε.
«Ναι δεχόμαστε θα ήταν ωραία να ερχόταν ένα μικρό εδώ να μείνει μαζί μας.» Έτσι σηκωθήκαμε γρήγορα κι ο Άγγελος κι εγώ φύγαμε να πάρουμε τα υλικά για το φτιάξιμο της καλύβας. Μπογιές ξύλα κι ότι άλλο θα χρειαζόμασταν. Το μόνο πράγμα που με ανησυχούσε ήταν αν ο Ντέιβ θα άντεχε την μυρωδιά της. Σε περίπτωση που δεν μπορούσε θα έμενα στο σπίτι μαζί της. Αλλά πίστευα σε αυτόν. Το ήξερα ότι μπορούσε να τα καταφέρει. Το συζήτησα κι με τον Άγγελο κι συμφωνούσε κι αυτός. Ο Ντέιβ της δύο μέρες που ήταν βρικόλακας είχε αποδείξει ότι δεν είχε πρόβλημα με το αίμα κι αυτό ήταν κάτι πολύ καλό. Αυτό το είχαμε καταλάβει διότι όταν ερχόταν να με σώσει πέρασε δίπλα από πολλούς ανθρώπους κι δεν τον πείραξε καθόλου. Δεν ένιωσε ούτε καν κάψιμο στο λαιμό του. Όταν πήραμε όλα τα υλικά επιστρέψαμε στην καλύβα όπου τα παιδιά είχαν αφαιρέσει τους 2 τείχους κι την σκεπή της καλύβας για να μπορέσουμε να την μεγαλώσουμε. Πήραμε τα ξύλα κι τα σφυριά κι αρχίσαμε δουλειά. Ήμασταν 6 άτομα κι όμως προχωράγαμε πολύ γρήγορα γιατί ήμασταν πιο δυνατοί κι πιο ευκίνητοι. Ούτε σκάλα χρειαστήκαμε ούτε τίποτε. Δουλέψαμε όλη την ημέρα κι όλη την νύχτα και κατά της 10:00 το πρωί της άλλης μέρας τελειώσαμε το χτίσιμο. Τώρα το μόνο που μας έμενε να κάνουμε ήταν να την βάψουμε κι θα ήταν τέλεια. Την είχαμε κάνει διώροφη κι ήταν πολύ ωραίο το σπιτάκι μας. Στο βάψιμο εγώ θα έλειπα έπρεπε να πάω σπίτι πριν έρθει ο ειδικός για να δει αν είναι εντάξει η οικογένεια μου για να προσέχει την μικρή, κι για λίγες μέρες θα έμενα σπίτι κι δεν θα ερχόμουν καθόλου για να προσέχω τη μικρή Ρασέλ. Αποχαιρέτισα τα παιδιά κι έφυγα. Όσο να ναι θα μου έλειπαν αυτές της λίγες μέρες είχαμε περάσει τόσα μαζί πέντε μέρες τώρα. Θα πήγαινα να μείνω εκεί την Παρασκευή δηλαδή σε δύο μέρες αλλά και πάλι θα μου έλειπαν. Ειδικά ο Άγγελος κι οι απαιτήσεις του κι που ήταν τόσο προστατευτικός ή ο Ντέιβ που τόσες μέρες τον έβλεπα καθηλωμένο σε ένα κρεβάτι να υποφέρει κι τώρα πια ήταν τόσο θλιμμένος. Όταν έφτασα σπίτι πήγα κι κάθισα μαζί με τους γονείς μου περιμένοντας τον ειδικό. Μετά από δέκα λεπτά –που εμένα μου φάνηκαν αιώνες- ήρθε. Τον υποδέχτηκα εγώ. Όταν μπήκε μέσα του προσέφερα λίγο καφέ κι έπειτα κάθισα μαζί με τους γονείς μου. Ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Λίγο κοντός με καστανά μαλλιά κι ε λίγη φαλάκρα. Είχε κι ένα μουστάκι που μετά από κάθε μας απάντηση στις ερωτήσεις του το έτριβε κι καθόταν σκεφτικός. Φορούσε ένα μαύρο κοστούμι με μαύρη γραβάτα. Κι όση ώρα μας έκανε ερωτήσεις καθόταν σταυροπόδι με ένα σημειωματάριο στα πόδια του. Όταν τελείωσε κι πήγε να φύγει δεν κρατήθηκα κι τον ρώτησε αν αποφάσισε αν θα πάρουμε την Ρασέλ σπίτι. Εκείνος μου χαμογέλασε κι μου είπε ότι εκείνος δεν έχει καμία αντίρρηση κι ότι είμαστε κατάλληλη οικογένεια για εκείνη κι ότι θα μας έπαιρνε τηλέφωνο σήμερα ο βράδυ κι θα μας έλεγε τι θα γινόταν τελικά. Εγώ είχα χαρεί τόσο πολύ που ήθελα να τρέξω να πάω στην καλύβα να το πω σε όλους αλλά αποφάσισα ότι θα ήταν σοφό να πήγαινα την Παρασκευή κι απλώς να επικοινωνούσα μαζί τους σήμερα το βράδυ αφότου μας τηλεφωνούσε ο κύριος Αγγελόπουλος όπως μας συστήθηκε. Το βράδυ ενώ θα ήταν μια καλή ευκαιρία για εμένα να πέσω νωρίς για ύπνο δεν το έκανα. Περίμενα να μας πάρει τηλέφωνο ο κύριος Αγγελόπουλος. Κατά της 22:00 χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε ο πατέρας μου κι αφότου τo έκλεισε μας είπε ότι τα καταφέραμε. Η μικρή Ρασέλ θα ερχόταν εδώ αύριο το πρωί στις 10:00. Η μητέρα μου τότε με έπιασε κ μου μίλησε.
«Είσαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. Να εννοώ, ξέρω πόσο αγαπούσες την αδερφή σου αλλά δεν είναι λίγο μεγάλη ευθύνη να προσέχεις ένα μικρό παιδί?»Κι τότε δεν άντεξα κι της είπα μέσα από τους λυγμούς μου. «Μα δεν καταλαβαίνεις πόσο αγαπάω την Ρασέλ κι είμαι πολύ πιο ικανή από ότι νομίζεις διότι εγώ την δεύτερη μέρα που ήμουν λυκάνθρωπος αναγκάστηκα να πολεμήσω με μία βρικόλακα για αυτό μην μου λες αν είμαι σίγουρη ή όχι. Μπορώ να την προστατέψω καλύτερα από τον καθένα.» Τότε η μητέρα μου έμεινε άφωνη. Δεν της είχα πει για την μάχη μου με την Άλκη κι τρόμαξε. Αμέσως όμως ηρέμισε γιατί συνειδητοποίησε ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα. Δεν σταμάτησε όμως να πιστεύει ότι θα είναι πολύ επικίνδυνο κι για μένα αλλά κι για την Ρασέλ. Στο τέλος με έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα προσέχω κι τότε ηρέμισε. Έπειτα πήγα να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου κι έβαλα ξυπνητήρι για της 8:00 για να προετοιμάσω το δωμάτιο κι για την Ρασέλ μου γιατί από δω κι πέρα θα είναι η Ρασέλ μου κι θα την προσέχω σαν τα μάτια μου. Όταν ξύπνησα σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να ετοιμάζω το δωμάτιο. Τις λίγες μέρες που θα μέναμε εδώ θα κοιμόταν μαζί μου στο κρεβάτι μου. Σηκώθηκα όρθια πλύθηκα έκανα κι ένα ντους που είχα μέρες να κάνω κι ήμουν έτοιμη να υποδεχτώ την μικρή μου πριγκίπισσα. Ξαφνικά θυμικά ότι είχα ξέχασει να πάρω τηλέφωνο τον Άγγελο να του πω να ξέρει αν θα ετοιμάσει ένα δωμάτιο ξεχωριστό για εμένα κι την Ρασέλ. Πείρα το κινητό μου στα χέρια μου σχημάτισα τον αριθμό του κινητού του κι άρχισα να ελπίζω να μην είναι μεταμορφωμένος. Ευτυχώς στον τρίτο χτύπο απάντησε ο Άγγελος.
«Ναι?»
«Άγγελε η Μάντι είμαι. Πείρα για να σου πω ότι σε μία ώρα θα έρθει εδώ η Ρασέλ. Κι θα έρθουμε εκεί την Παρασκευή.»
«Δηλαδή αύριο. Εντάξει θα σας έχουμε έτοιμο ένα διαφορετικό δωμάτιο. Εγώ σήμερα θα πάω μαζί με τον Ντέιβ να πούμε στους γονείς μας τι συμβαίνει. Θα πούμε ότι κι ο Ντέιβ είναι λύκος κι αν μας ζητήσουν να μεταμορφωθεί κι αυτός –πράγμα που δεν νομίζω- θα τους πούμε ότι έχει χτυπήσει στο πόδι του κι δεν μπορεί να μεταμορφωθεί μέχρι να του περάσει η πληγή. Άντε σας περιμένουμε. Γεια!!»
«Περίμενε.» του είπα πριν κλίσει το τηλέφωνο. «Μπορείς να μου δώσεις τον Ντέιβ?»
«Ναι ασφαλώς.»μου είπε κι άκουσα να τον φωνάζει από την άλλη γραμμή.
«Ναι?» άκουσα τον Ντέιβ να λέει από την άλλη γραμμή.
«Έλα Ντέιβ. Είσαι σίγουρος γι αυτό που θα κάνετε σήμερα?»
«Ναι. Κι εξάλλου είναι ο μόνος τρόπος για να δω αν θα μπορέσω να με κοντά στην Ρασέλ χωρίς να της κάνω κακό.»
«Καλά άντε γεια. Α και να πεις στα παιδιά ότι σας ευχαριστώ πολύ για όσα κάνετε για μένα.»
«Μάντι, μην μας ευχαριστείς. Το κάνουμε επειδή θέλουμε. Γεια σου. Κι έχεις χαιρετίσματα από τους υπόλοιπους.»
«Επίσης να τους πεις.» Του είπα κι έκλεισα το τηλέφωνο. Τότε συνειδητοποίησα ότι είχα δακρύσει. Παρόλο που ήταν μόνο μία μέρα που έλειπα μου λίπανε είδη. Κοίταξα το ρολόι μου κι είδα ότι ήταν δέκα παρά πέντε. Από στιγμή σε στιγμή θα ερχότανε η Ρασέλ. Πείρα το κινητό μου κι ένα γλειφιτζούρι που είχα πάρει για εκείνην κι κατέβηκα γρήγορα κάτω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου