Όταν κατέβηκα κάτω οι γονείς μου ήταν ήδη στο σαλόνι κι περίμεναν να έρθει η Ρασέλ. Εγώ βγήκα έξω στην βεραντούλα κι κάθισα πάνω σε μία πολυθρόνα που είχαμε. Δεν είχαν περάσει πάνω από πέντε λεπτά από την ώρα που κατέβηκα κάτω κι είδα ένα μαύρο αυτοκίνητο να στρίβει στην γωνία. Αμέσως σηκώθηκα όρθια κι περίμενα. Όταν το αμάξι πάρκαρε είδα να βγαίνει από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ο κύριος Αγγελόπουλος κι να ανοίγει την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου για να βγει η Ρασέλ. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Αυτό το χαρωπό παιδάκι που ήξερα με τα πολύχρωμα ρουχαλάκια του τώρα φορούσε ένα μαύρο φορεματάκι κι περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι. Βγήκα αμέσως έξω από το σπίτι κι εκείνη ήρθε τρέχοντας κι έπεσε την αγκαλιά μου κλαίγοντας. Είχε στενοχωρηθεί πολύ με το θάνατο των γονιών της. Και στο κάτω κάτω λογικό είναι. Τότε ήρθαν κι οι γονείς μου κι ευχαρίστησαν τον κύριο Αγγελόπουλο που είχε φέρει την μικρή. Εγώ μπήκα μέσα κρατώντας ακόμα στα χέρια μου την μικρή Ρασέλ. Όταν μου είπε.
«Αχ θεία όλα έγιναν τόσο βιαστικά την μια στιγμή ο μπαμπάς γύρισε να δει τι έκανα γιατί πόναγε το πόδι μου επειδή είχα χτυπήσει πιο πριν κι μετά. Α θεία.»
«Ηρέμισε» Της είπα κι την έσφιξα πιο πολύ στην αγκαλιά. Οι γονείς μου είχαν πάρει τα ρούχα της μικρής. Ο κύριος Αγγελόπουλος της είχε ζητήσει να διαλέξει ότι ήθελε για να πάρει μαζί της κι εκείνη διάλεξε σχεδόν όλα της τα ρούχα δύο αρκουδάκια κι μερικές φωτογραφίες με τους γονείς της. Όταν έφυγε ο κύριος Αγγελόπουλος κι ηρέμισα την Ρασέλ της μίλησα για το που θα μέναμε.
«Γλυκιά μου πρέπει να σου εμπιστευτώ ένα μεγάλο μυστικό. Είσαι πολύ μεγάλη για να μην το πεις σε κανέναν έτσι?»
«Ούτε στον παππού και στην γιαγιά?»
«Στον παππού και στην γιαγιά μπορείς να το πεις. Λοιπόν η θεία σου δεν είναι αυτό που νομίζεις ότι είναι.» Άρχισα κι έπειτα της είπα τα πάντα για του λύκους για τους βρικόλακες αν κι παρέλειψα τα πράγματα που δεν θα ήταν καλό για εκείνη να τα μάθει κι της είπα για το που θα πάμε αύριο. Τότε εκείνη μου είπε.
«Θεία πρέπει να σου πω κι εγώ κάτι. Μου είχε πει ο Μπαμπάς ότι στον μόνο που θα το έλεγα είσαι εσύ.»
«Τι είναι γλυκιά μου?» Την ρώτησα κι την έβαλα κι καθίσαμε στον καναπέ του σαλονιού.
«Ο Μπαμπάς ήταν μάγος. Κι εγώ μου είπε ότι είμαι μάγισσα. Αλλά θα πρέπει να εξασκηθώ μόνη μου. Μου είχε δώσει κι ένα γράμμα που ήταν για να το διαβάσω άμα πάθει κάτι εκείνος κι δεν μπορούσα να μάθω αυτά που ήθελε να μου πει.»
«Κι που είναι αυτό το γράμμα.» Την ρώτησα με μάτια ορθάνοικτα από την έκπληξη.
«Εδώ το έχω στην τσέπη μου.» Μου είπε κι μου το έδωσε. Άρχισα να το διαβάζω δυνατά.
Γλυκιά μου Ρασέλ. Αυτό το γράμμα είναι για το άμα πάθω κάτι. Το ξέρω πως σου το έχω ξαναπεί αλλά είμαι μάγος κι είσαι κι εσύ μάγισσα. Θέλω να ξέρεις ότι αυτά που βλέπεις στην τηλεόραση όπως ο Harry Potter δεν είναι αληθινά. Δεν υπάρχουν μαγικά ραβδάκια ή ξόρκια και κατάρες. Όλα γίνονται με την σκέψη. Άμα θέλεις να γίνει κάτι το σκέφτεσαι κι γίνετε. Για παράδειγμα δοκίμασε να ανασηκώσεις κάτι που βρίσκετε κοντά σου. Πρόσεχε μην είναι εύθραυστο κι σπάσει. Επίσης θέλω να ξέρεις πως στον μόνο που θα το πεις είναι η θεία Μάντι. Είναι κι εκείνη ξεχωριστή κι κάποια μέρα θα το μάθει κι αυτή αλλά κι εσύ η ίδια. Κάτι άλλο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προβλέπουμε το μέλλον κι να μεταφερόμαστε στο παρελθόν. Γενικός να μεταφερόμαστε στο χρόνο. Για αυτό κι εγώ ξέρω πως η θεία σου είναι ξεχωριστή κι πως αυτήν την στιγμή διαβάζει αυτό το γράμμα. Επίσης ξέρω πως θα βρείτε πολλές δυσκολίες αλλά κι ότι εκεί που θα πάτε θα είναι γύρω σου άνθρωποι που θα σε λατρεύουν. Για να μεταφερθείς στο παρελθόν ή στο μέλλον πρέπει να εξασκηθείς πολύ στην αρχή με διαστήματα μόνο μίας ώρας. Για να το καταφέρεις πρέπει να καθίσεις κι να στεφτείς που θες να μεταφερθείς. Ακριβής τοποθεσία χρόνο ημέρα κι ώρα, αλλιώς μπορεί να χαθείς μέσα στον χρόνο και θα είναι δύσκολο να επιστρέψεις στο παρόν. Επίσης όταν μεταφέρεσαι στο παρελθόν κι στο μέλλον δεν φαίνεσαι. Δηλαδή οι άνθρωποι γύρω σου δεν σε βλέπουν. Άμα κρατάς κάποιον όταν μεταφέρεσαι στο χρόνο αυτός θα έρθει μαζί σου. Αυτά ήθελα να σου πω γλυκιά μου κι να ξέρεις ότι σε αγαπώ φιλιά πολλά.
Με πολύ αγάπη
Ο μπαμπάς σου.
Όταν τελείωσα είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα. Οι γονείς μου δεν ήταν μπροστά. Έπειτα πείρα την Ρασέλ αγκαλιά κι ανέβηκα στο δωμάτιο μου της έδωσα το γλειφιτζούρι κι της είπα να καθίσει λίγο στο κρεβάτι μου γιατί έπρεπε να κάνω κάτι τηλεφωνήματα. Τότε μου είπε.
«Θα το πεις στους φίλους σου.»
«Γλυκιά μου το μυστικό σου είναι ασφαλές με τα παιδιά δεν θα το πουν σε κανένα.»
«Μα ο μπαμπάς...»
«Ο μπαμπάς σου θα ήθελε να το ξέρουν τα παιδιά για να μπορούμε να σε προστατέψουμε μην ανησυχείς. Έλα εδώ.» Της είπα κι την πείρα αγκαλιά. Έπειτα την άφησα πάνω το κρεβάτι μου κι πήγα λίγο πιο πέρα να πάρω τον Άγγελο.
«Ναι?»
«Έλα η Μάντι είμαι πάλι.»
«Μάντι τι έγινε. Είναι όλα καλά. Έπαθες τίποτα? Η μικρή?»
«Μια χαρά είμαστε όλοι απλώς η Ρασέλ…»
«Τι έπαθε η μικρή?»
«Τίποτα δεν έπαθε απλώς είναι λίγο ξεχωριστή. Να ο πατέρας της ήταν μάγος κι εκείνη είναι μάγισσα. Της είχε αφήσει ένα γράμμα που της τα εξηγούσε όλα. Θα τα πούμε αύριο το πρωί απλός ήθελα να στο πω να το ξέρεις. Α πες το κι στα παιδιά αλλά δεν πρέπει να το μάθει κανείς άλλος αλλιώς κινδυνεύει. Κατάλαβες?»
«Ναι κατάλαβα. Να της δώσεις πολλά φιλιά από εμάς.»
«Εντάξει για, α κι να προσέχετε κι οι δύο σας σήμερα με τους γονείς σας εντάξει? Μου το υπόσχεσαι?»
«Στο υπόσχομαι.»
«Κι αν δεις ότι ο Ντέιβ πονάει στο λαιμό η γενικός έχει εκφράσεις δυσκολίας να τον πάρεις κι να φύγετε αμέσως. Εντάξει?»
«Εντάξει.»
«Μου το υπόσχεσαι δηλαδή να μείνω ήσυχη δεν θα κάνετε καμιά βλακεία?»
«Δεν φημιζόμαστε εμείς για τις βλακείες μας άλλος ή μάλλον άλλη φημίζετε. Άντε για, και πρόσεχε την μπέμπα.»
«Οκ γεια.» Έκλισα το τηλέφωνο κι στράφηκα προς την Ρασέλ. Τη βρήκα να κάθετε στο κρεβάτι μου με το άλμπουμ τον φωτογραφιών μου κι το είχε ανοιχτό σε μία φωτογραφία όπου ήμασταν στα βαφτίσια της εγώ η μαμά κι ο μπαμπάς της. Εγώ ήμουν 10 χρονών τότε κι κρατούσα την Ρασέλ πριν μπούμε στην εκκλησία. Πήγα κάθισα δίπλα της κι την κοίταξα στα μάτια. Τότε εκείνη ήρθε κι έπεσε στην αγκαλιά μου.
«Δεν θα μου περάσει ποτέ αυτός ο πόνος ε?» Μου είπε. Τότε εγώ σηκώθηκα όρθια .
«Αλήθεια? Αν δεν σε κάνω εγώ να σου περάσει να μου τρυπήσεις την μύτη κι να με γεμίσεις σκουλαρίκια.»Της είπα κι την γαργάλισα στης μασχάλες. Εκείνη άρχισε να γελάει.
«Τώρα θα δεις.» μου είπε κι προσπαθούσε να μου τραβήξει τα μαλλιά. Εγώ σηκώθηκα όρθια κι της είπα.
«Έλα. Ώρα να βγάλουμε αυτό το μαύρο φορεματάκι κι να βάλουμε κάτι πιο χαρούμενο.» Την πείρα από το χέρι κι πήγα κι άνοιξα το βαλιτσάκι της. Αφού έψαξα λίγο βρήκα ένα άσπρο φορεματάκι σκέτη γλύκα. «Αυτό θα βάλεις.»
«Μα το απόγευμα είναι η κηδεία» Μου είπε κι έσκυψε πάλι το κεφάλι.
«Τα μικρά παιδάκια δε πρέπει να πηγαίνουν μέσα στην μαυρίλα. Οπότε εσύ θα βάλεις αυτό.» Της είπα ενώ την βοηθούσα να βγάλει το μαύρο φόρεμα κι να βάλει το άσπρο. Όταν ντύθηκε η ώρα ήταν για το μεσημεριανό. Η μαμά είχε φτιάξει μακαρόνια. Είχα μέρες να φάω κι πείναγα ‘σαν λύκος’. Κατεβήκαμε γρήγορα της σκάλες ενώ προσπαθούσε να με πιάσει. Τα είχα καταφέρει της είχα φτιάξει την διάθεση. Όταν φάγαμε φύγαμε κι πήγαμε όλοι μαζί οικογενειακός στην κηδεία. Εκεί όλοι κλάψαμε ακόμα κι εγώ. Η Ρασέλ δεν το περίμενε ότι θα έβαζα τα κλάματα. Όταν επιστρέψαμε ήταν οχτώ η ώρα κι επειδή αύριο θα φεύγαμε νωρίς για να μην μας δει κανείς πέσαμε κι οι δύο για ύπνο χαιρετίσαμε τους γονείς μου κι βάλαμε της πιζάμες μας. Βοήθησα την Ρασέλ να βάλει την δικιά της κι μετά ξαπλώσαμε κι οι δύο στο κρεβάτι μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου