Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

1ο καιφάλεο ΑΠΡΟΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ

Ήταν μια μέρα του Δεκεμβρίου σαν όλες τις άλλες. Σε λίγο καιρό έκλειναν τα σχολεία για τα Χριστούγεννα κι υπήρχε μία ένταση ανάμεσα μας. Ξύπνησα όπως πάντα στις 6:30 για να πάω στο σχολείο. Πλύθηκα έφαγα πρωινό πήρα την τσάντα μου και την κιθάρα μου και πήγα στην στάση να πάρω το σχολικό. Μπήκα μέσα κάθισα στην μπροστινή θέση δίπλα στην Βαλεντίνα και ξεκινήσαμε για το σχολείο. Σήμερα από το πρωί με πόναγαν όλοι μου οι μυς αλλά μπορούσα να το αντέξω. Την πρώτη ώρα είχαμε αρχαία με τον κύριο Λούκα.
Μπήκα στην τάξη κάθισα στην θέση μου και περίμενα να αρχίσει το μάθημα. Μπήκε ο καθηγητής στην τάξη κι άρχισε να μας λέει για την Α’ κλίση των ουσιαστικών. Κάποια στιγμή ο κύριος Λούκας μου ζήτησε να πω πως τονίζετε η λέξη νήσος έπρεπε να συγκεντρωθώ για να απαντήσω έτσι ώστε να μην φωνάξω .Ο πόνος άρχισε να γίνετε αφόρητος. Δάγκωνα τα χείλη μου για να μην μου ξεφύγει καμία κραυγή. Όταν επιτέλους χτύπησε το κουδούνι ήρθε η Μαρίνα και μου ζήτησε να κατεβούμε στο προαύλιο . Εγώ δέχτηκα και σιγά, σιγά κατέβηκα τις σκάλες που οδηγούσαν στην μπροστινή αυλή χωρίς παράπονα.
Την επόμενη ώρα είχαμε γυμναστική. Αναρωτιόμουν τι θα έλεγα στον κύριο για να μην κάνω. Αποφάσισα να μην του πω τίποτα κι ότι θα περνούσε ο πόνος. Στο τέλος μας έβαλε να κάνουμε αγώνες. Εγώ ήμουν σίγουρη ότι θα έβγαινα τελευταία όπως έβγαινα πάντα ειδικά τώρα που πονούσα κιόλας. Όταν ξεκίνησε το τρέξιμο, χωρίς να καταλάβω το πώς, τους πέρασα όλους κι μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Με πιάνει η Μαρίνα κι μου λέει:
- Μάντι πως έτρεξες τόσο γρήγορα?
-Τι να σου πω δεν ξέρω. Τέλος πάντων άντε πάμε.
Έπειτα σχολάσαμε και γύρισα σπίτι. Η ημέρα πέρασε άνετα κι χωρίς πολύ πόνο. Την επόμενη μέρα ήταν Σάββατο οπότε δεν είχα σχολείο. Το βράδυ πάνω που πήγα να κοιμηθώ να σου ένας άλλος πόνος αυτήν την φορά στο στομάχι και στο κεφάλι. Με πολύ κόπο κατάφερα να αποκοιμηθώ.
Το πρωί που ξύπνησα είχα μία τρομερά μεγάλη όρεξη να τρέξω, κι δεν πόναγα καθόλου σήμερα, έτσι πήγα κι ζήτησα από τον πατέρα μου τον Γιώργο να με αφήσει να πάω μια βόλτα μόνη μου, εξάλλου ήμουν 17 ετών. Βγήκα κι άρχισα να πηγαίνω βόλτα προς το δάσος. Ξαφνικά με έπιασε μια λαχτάρα να τρέξω κι έτσι άρχισα να τρέχω. Όπως έτρεχα έγινε κάτι πολύ παράξενο. Έτρεχα για πολύ ώρα ώσπου κάποια στιγμή το σώμα μου άρχισε να αλλάζει κι από ανθρώπινο άρχισε να γίνετε λυκίσιο. Σταμάτησα να τρέχω για να με περιεργαστώ. Είχα γίνει μια λύκαινα. Μια λύκαινα στο χρώμα του χιονιού. Ήμουν αρκετά μεγάλο μέγεθος για λύκος αλλά δεν ξεπερνούσε το πραγματικό. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Νόμιζα πως είχα τρελαθεί ή ότι είχα αποκοιμηθεί κάτω από κάποιο δέντρο. Ξάφνου άκουσα ένα λυκίσιο ουρλιαχτό να σκίζει την σιωπή του δάσους. Κάποιος με καλούσε. Αλλά ποιος? Άρχισα να τρέχω ακολουθώντας αυτό το ουρλιαχτό ώσπου έφτασα σε ένα μεγάλο καταπράσινο λιβάδι. Εκεί μ περίμενε ένας λύκος. Το χρώμα της γούνας του ήταν καστανό ανοιχτό προς μελί. Μόλις με είδε δεν πρόλαβα να πάρω μια ανάσα κι έτρεξε μέσα στο δάσος κι επέστρεψε με την ανθρώπινη μορφή του. Ήταν ένα αγόρι γύρω στα 18 με καστανοκόκκινα μακριά μαλλιά ως τους ώμους και πράσινα μάτια. Ήταν πανέμορφος.
«Καλώς ήρθες.» Μου είπε. «Πως είσαι? Δεν περιμένω να μου απαντήσεις γιατί είναι λίγο δύσκολο στην μορφή που βρίσκεσαι, θα ήταν πιο εύκολο αν γινόσουν πάλι άνθρωπος. Για να μπορέσω να σου εξηγήσω.» Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν ξέρω να αλλάζω μορφή. Ευτυχώς το κατάλαβε. «Αν θες μπορώ να σου πω πως.» του έκανα ένα νεύμα με το κεφάλι μου ότι θέλω.
«Πρόσεξε με καλά συγκέντρωσε όλη σου την σκέψη στην ανθρώπινη μορφή σου και θα γίνεις ξανά άνθρωπος. Να σκέφτεσαι μόνο αυτό. Σου έχω αφήσει ρούχα μέσα στο δάσος για να φορέσεις.»Του έγνεψα ευχαριστώ κι πήγα στο δάσος για να αλλάξω. Συγκεντρώθηκα στην ανθρώπινη μορφή μου κι άλλαξα, έτσι απλά. Φόρεσα τα ρούχα που μου είχε αφήσει το αγόρι και επέστρεψα στο λιβάδι. «Τώρα Μάντι άκουσε με καλά.» Μου είπε. «Ονομάζομαι Άγγελος Ακτόρ. Πρέπει να επιστρέψεις σπίτι σου πριν αρχίσουν οι γονείς σου να σε ψάχνουν. Πρόσεχε μην πεις τίποτε σε κανέναν. Το βράδυ κατά τις 24:00 έλα εδώ, θα σε περιμένουμε. Βγες στο μπαλκόνι σου και πήδηξε κάτω. Μόλις κατέβεις έλα τρέχοντας εδώ πριν σε δει κανείς.»
«Τι, τι λες; Πως ξέρεις το όνομα μου; Γιατί γίνομαι λύκος; Ποιοι θα με περιμένετε;»
«Έλα το βράδυ και θα στα εξηγήσουμε όλα. Μην ανησυχείς.»
«Καλά θα έρθω . Αλλά αν θελήσω θα φύγω.»
« Δεν σε εμποδίζει κανείς από το να φύγεις.»
«Ναι, ναι» Του είπα κι έφυγα να πάω στο σπίτι. Τώρα είχα να αντιμετωπίσω τις ερωτήσεις της μητέρας μου που έπεφταν βροχή.
«Που ήσουν; Είσαι καλά; Έχεις τίποτα;»
« Είμαι μια χαρά μαμά. Απλά συνάντησα κάποιους φίλους κι άργησα να γυρίσω.»
«Άλλη φορά να παίρνεις το κινητό σου μαζί.»
«Εντάξει μαμά. Τώρα θέλω να πάω για ύπνο. Ευχαριστώ.»
Είπα κι ανέβηκα τις σκάλες για να φτάσω στον 3ο όροφο όπου και είναι το δωμάτιο μου. Για την ακρίβεια ευτυχώς που δεν είχα πάρει το κινητό μου μαζί γιατί αλλιώς με την μεταμόρφωση μου θα είχε σπάσει. Έκανα τα μαθήματα μου για την Δευτέρα, άλλαξα και περίμενα να πάει η ώρα 24:00. Σκεφτόμουν τι μου είχε πει ο Άγγελος. Πως θα πήγαινα εκεί. Τι θα με περίμενε. Θα μου έλεγαν όλη την αλήθεια; Κάποια στιγμή σκέφτηκα να μην πάω αλλά αυτό ήταν μόνο μια στιγμιαία σκέψη. Τελικά η ώρα πήγε 24:00 και βγήκα στο μπαλκόνι μου, πήδηξα κάτω και ξεκίνησα για το λιβάδι όπου θα συναντούσα τον Άγγελο. Άρχισα να τρέχω ώσπου τελικά έφτασα στον προορισμό μου. Στο λιβάδι με περίμεναν 3 λύκοι. Αναγνώρισα εύκολα τον Άγγελο βρισκόταν ανάμεσα από τους άλλους 2 λύκους. Αριστερά του βρισκόταν ένας γκρίζος λύκος κι δεξιά του ένας κατάμαυρος. Μόλις με είδαν πήγαν στο δάσος, άλλαξαν μορφή κι ήρθαν. Ο μαύρος λύκος ήταν ο φίλος μου ο Παύλος και ο γκρίζος ήταν η δίδυμη αδερφή του η Μαρίνα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μα γιατί δεν μου είχαν πει τίποτα;
Κάποια στιγμή ο Άγγελος με πλησίασε ενώ η Μαρίνα κι ο Παύλος έμειναν πίσω.
«Για σου Μάντι» Με χαιρέτισε ο Άγγελος. «Χαίρομαι που ήρθες, μη θυμώσεις με τα παιδιά δεν σου το είπαν γιατί δεν μπορούσαν. Όμως όταν είδαν την έκφραση σου εχτές στο σχολείο μόνο εκείνοι κατάλαβαν τι είχες. Έπρεπε όμως να συμπεριφερθούν σαν να μην κατάλαβαν, για αυτό κι η Μαρίνα σου ζήτησε να κατέβετε στο προαύλιο. Όταν σχολάσατε με ειδοποίησαν κι έτσι σε περίμενα μέχρι που σήμερα εμφανίστηκες.»
«Καλά! Θα μου πεις τώρα τι συμβαίνει; Γιατί γινόμαστε λύκοι; Τι έχουμε πάθει;»
«Λοιπόν έχουμε επιλεχθεί για να προστατεύουμε αυτό το μέρος κι γι αυτό γινόμαστε λύκοι. Είμαστε κάτι σαν προστάτες. Βέβαια δεν είναι πολύ ασφαλές για εσάς. Για να μεταμορφωθείς σε λύκο χρειάζεται μόνο να το σκεφτείς. Από εδώ και στο εξής θα είσαι μέλος της αγέλης μας και θα πρέπει να το κρατήσεις κρυφό. Δε πρέπει κανείς ούτε οι γονείς σου να μάθουν τίποτα.»
«Γιατί για σένα είναι ασφαλές; Γιατί παλιά δεν γινόμασταν λύκοι ενώ τώρα γινόμαστε; Και θα έρθουν κι άλλοι ή θα μείνουμε μόνο 4; »
Τώρα ήταν ο Παύλος αυτός που απάντησε στην ερώτηση μου.
«Παλιότερα δεν μεταμορφωνόμασταν γιατί δεν υπήρχε λόγος, τώρα όμως υπάρχει. Μην με ρωτήσεις ποιος είναι γιατί δεν τον γνωρίζω. Κι αυτό που ρώτησες για το αν θα μείνουμε μόνο 4. Όχι θα έρθουν κι άλλοι μερικούς μπορεί και να τους ξέρεις.»
«Τώρα πρέπει να κάνουμε περιπολία στο δάσος Μαρίνα, Μάντι εσείς πηγαίνετε ανατολικά. Εγώ κι ο Παύλος θα πάμε δυτικά. Αν προσέξετε τίποτα παράξενο βάλτε μια φωνή.»είπε ο Άγγελος.
Πήγαμε όλοι στο δάσος κι αλλάξαμε μορφή ο Παύλος κι ο Άγγελος έφυγαν λίγο πριν φύγουμε. Τότε η Μαρίνα μου μίλησε μέσα στο κεφάλι μου. Τι ήταν πάλι κι αυτό.
«Κάτι που ξέχασε να σου πει ο Άγγελος είναι ότι μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας όταν είμαστε λύκοι δηλαδή εσύ π.χ. να ακούς μόνο αυτό που θέλω να σου πω.»
«Αυτό γίνετε κι με πολλά άτομα. Δηλαδή αν μιλάω με εσένα μπορεί να το ακούσει κι ο Παύλος;»
«Όχι μόνο ο Άγγελος μπορεί επειδή είναι ο αρχηγός. Άντε πάμε τώρα.» Είπε κι αρχίσαμε την περιπολία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου