8ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Σήμερα δεν κάνανε και πολύ μάθημα, απλώς πήραν τα βιβλία τους και γνωρίστηκαν με τους καθηγητές τους. Όταν τελείωσαν το ‘μάθημα’ πήγαν στην τραπεζαρία να φάνε, εκεί η Εύα και ο Κέβιν κάθισαν στο ίδιο τραπέζι με την Λίλιαν και τον Χάρη.
«Τι γίνετε παιδιά? Πως πήγε η πρώτη μέρα στο σχολείο?» Ρώτησε η Εύα μόλις είδε τα δύο αδέρφια.
«Μα εσύ περπατάς, πως έγινε αυτό?» Την ρώτησε ο Χάρης έκπληκτος.
«Χάρη!!» Του είπε με κάπως αυστηρό τόνο ο Κέβιν.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν αφήνετε ούτε εσύ, ούτε η αδερφή σου, τα παιδιά να εκφραστούν ελεύθερα? Όλα τα χρωστάω στον αδερφό σου, χάρης σε εκείνον περπατάω.»
«Αλήθεια Κέβιν?» Τον ρώτησε η Λίλιαν.
«Καλά μην υπερβάλουμε κιόλας, ο καθένας θα το έκανε.»
«Όχι και ο καθένας.» Του είπε η Εύα πειραγμένη. «Εσύ κατάλαβες τι έγινε με τους πλανήτες πριν ακόμα και από τον διευθυντή.» Ο Κέβιν κοκκίνισε ολόκληρος και γύρισε το κεφάλι του για να μην τον δει η Εύα, έτσι είδε την Μαρία να πλησιάζει το τραπέζι τους με σκυφτό κεφάλι.
«Έρχεται η Μαρία.» Είπε ο Κέβιν στην Εύα δείχνοντας προς το μέρος της Μαρίας. «Τι θα κάνεις?»
«Δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη να της μιλήσω ακόμα.»
«Καλύτερα να μιλήσετε να τα βγάλεις από μέσα σου.»
«Καλά αλλά καλύτερα να μην είναι ο Χάρης και η Λίλιαν εδώ, δεν θέλω να με δουν να τσακώνομαι μαζί της.»
«Χάρη, Λίλιαν, μου φαίνεται πως σας φωνάζουν κάποια παιδιά από το απέναντι τραπέζι.» Είπε ο Κέβιν και ο Χάρης με την Λίλιαν πήγαν και κάθισαν με εκείνα τα παιδιά. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ήρθε και έκατσε μαζί τους η Μαρία.
«Γεια παιδιά.» Τους είπε αλλά η Εύα δεν είπε τίποτα, το μόνο που έκανε ήταν να σφίξει το χέρι του Κέβιν που καθόταν δίπλα της. Τον κοίταξε με ένα βλέμμα σαν να του ζητούσε βοήθεια, και ευτυχώς εκείνος το κατάλαβε.
«Τι θέλεις Μαρία?» Την ρώτησε ο Κέβιν.
«Θέλω να μιλήσω στην Εύα, μπορείς να φύγεις λίγο?»
Ο Κέβιν κοίταξε την Εύα αλλά εκείνη κοιτούσε το πάτωμα.
«Θα φύγω μόνο αν το θέλει η Εύα.»
«Σε παρακαλώ, μείνε.» Του ψιθύρισε, αρκετά δυνατά όμως για να το ακούσει η Μαρία
«Τι θέλεις να μου πεις Μαρία.»
«Δεν έγινε τίποτα με τον Γιώργο, δεν, δεν ξέρεις πόσο απαίσια νιώθει. Σου αρέσει να τον βλέπεις να υποφέρει?»
«Τι εννοείς δεν έγινε τίποτα? Ήρθα κάτω γρήγορα να σας δείξω ότι μπορώ και περπατάω, και σας είδα να φιλιέστε, και αυτό σημαίνει τίποτα?»Είπε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Παλιότερα δεν έκλαιγε σχεδόν ποτέ τώρα όμως κλαίει συνέχεια.
«Νομίζεις πως αυτός νοιάστηκε όταν για δύο συνεχόμενες μέρες δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει?» Της είπε ο Κέβιν.
«Καλά τότε καλύτερα να φύγω.» Είπε και έφυγε τρέχοντας για το τραπέζι που κάθονταν οι υπόλοιποι.
«Ηρέμισε τώρα, σε παρακαλώ.»
«Λες να έρθει μετά από το δωμάτιο?»
«Ποιος να έρθει, η Μαρία?»
«Όχι, ο Γιώργος.»
«Δεν ξέρω.»
«Σε παρακαλώ, μείνε μην φύγεις, και θα πάμε μαζί το απόγευμα πάλι για μάθημα, σε παρακαλώ.»
«Αφού έτσι θέλεις.» Της είπε και της φίλησε το χέρι.
«Λοιπόν, πάμε να βάλουμε κάτι σε έναν δίσκο να φάμε?»
«Πάμε.» Είπε και σηκωθήκανε και οι δύο, πήρανε ένα δίσκο και βάλανε πάνω διάφορα φαγητά από αυτά που είχε, έπειτα πήγανε και καθίσανε στο τραπέζι τους. Εκεί χωρίς να το περιμένουν καθόταν ο Γιάννης και τους περίμενε.
«Εύα.» Είπε μόλις καθίσανε στο τραπέζι τους.
«Τι είναι Γιάννη?»
«Ο Γιώργος δεν αντέχει άλλο, νιώθει απαίσια.»
«Ας το σκεφτόταν όταν φιλιόταν με την Μαρία.» Του απάντησε ψυχρά και σταμάτησε άλλο να μιλάει. Όταν πια τελειώσανε το φαγητό τους. Φύγανε ο καθένας για το δωμάτιό του. Βασικά ο Κέβιν πήγε μαζί με την Εύα στο δωμάτιό της αλλά μετά από λίγο έφυγε να πάει να ξαπλώσει μέχρι τις 16:00 που άρχιζαν τα μαθήματα. Η Σοφία είχε πάει και καθόταν με τον Γιάννη και γενικός όλη η παρέα είχε χωριστεί και αυτό δεν άρεσε στην Εύα. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα, σκέφτηκε πως θα ήταν η Σοφία. Πήγε, άνοιξε και είδε μπροστά της τον Γιώργο. Πραγματικά βρισκόταν σε μία απαίσια κατάσταση.
«Τι θέλεις εδώ?»
«Χαίρομαι που είσαι μόνη σου.»
«Πες μου τι θέλεις.»
«Δεν θα μου πεις να περάσω?» Της είπε απολογητικά. Εκείνη του έκανε χώρο και τον άφησε να περάσει.
«Τώρα πες μου, τι θέλεις?»
«Αυτό.» Της είπε και γύρισε και την φίλησε. Ήταν ένα φιλί άγριο. Εκείνη προσπαθούσε με όλη της την δύναμη να τον διώξει από πάνω της αλλά δεν τα κατάφερνε.
«Άφησε με.» Κατάφερε κάποια στιγμή να πει και τον έδιωξε μακριά της.
«Τι έγινε?» Την ρώτησε.
«Με φίλησες.»
«Ναι, γιατί είσαι έτσι αναστατωμένη?»
«Γιώργο, δεν σε θέλω άλλο, δεν σε εμπιστεύομαι, δεν ξέρω αν θα μου προκαλέσεις και άλλο πόνο.»
«Δεν το ήθελα αυτό που έγινε με την Μαρία. Δεν ξέρω γιατί το έκανα.» Είπε και κάθισε σκυφτός σε μία καρέκλα που βρισκόταν εκεί. Εκείνη την στιγμή η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο Κέβιν.
«Τι έγινε εδώ, άκουσα φωνές και ήρθα να δω αν έπαθες τίποτα, αλλά η πόρτα ήταν λίγο ανοιχτή και μπήκα. Τι συμβαίνει?»
«Τίποτα Κέβιν.» Του είπε η Εύα και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.
«Κέβιν, δεν αντέχω άλλο, δεν ξέρω τι να κάνω, δεν…» Είπε αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της και την φίλησε.
«Δεν θέλω να τα σκέφτεσαι αυτά, θα σε βοηθήσω, θα το περάσουμε μαζί.»
Ο Γιώργος που τους έβλεπε τόσην ώρα βγήκε όσο πιο γρήγορα έξω από το δωμάτιο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω του.
«Περίμενε έρχομαι.» Είπε η Εύα στον Κέβιν και έτρεξε έξω για να προλάβει τον Γιώργο. Τον έφτασε λίγα λεπτά πριν προλάβει να ανοίξει την πόρτα του.
«Ώστε είσαι με αυτόν τώρα?»
«Δεν ξέρεις πόσο με έχει βοηθήσει. Γιώργο σε αγαπάω, αλλά…» Τότε ο Γιώργος την ξαναφίλησε, αλλά πιο τρυφερά, εκείνη τότε ανταποκρίθηκε και μετά στάθηκε να τον κοιτάει.
«Αλλά τι?»
«Αλλά έχω σταματήσει να σε εμπιστεύομαι. Φοβάμαι ότι θα με πονέσεις πάλι. Δεν ξέρω, τι θα κάνω. Θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ.» Του είπε και έφυγε τρέχοντας για το δωμάτιό της. Μόλις μπήκε μέσα την πλησίασε ο Κέβιν.
«Πρέπει να είσαι μαζί του.»
«Γιατί το λες αυτό δεν καταλαβαίνω.»
«Σας είδα, είχα βγει έξω από το δωμάτιο και σας είδα. Ξέρω ότι τον αγαπάς πάρα πολύ, πρέπει να πας μαζί του, εξάλλου εμείς θα παραμείνουμε φίλοι, έτσι δεν είναι?» Του έγνεψε ναι, χωρίς να πει τίποτα άλλο.
«Πήγαινε πες του το, ξέρω τι σου λέω, θα είσαι πιο ευτυχισμένη με αυτόν.»
«Κέβιν, δεν καταλαβαίνω, γιατί…»
«Γιατί δεν παλεύω για σένα? Γιατί δεν σου λέω να μείνεις μαζί μου και σου λέω να είσαι μαζί του?»
«Ναι.»
«Γιατί ξέρω πως δεν θα είσαι χαρούμενη με εμένα, μόνο άμα είσαι με εκείνον. Φαινότανε και το πρωί αυτό, Ξέρω πως τον αγαπάς πάρα πολύ γι αυτό σε παρακαλώ, δεν θέλω να σε βλέπω λυπημένη. Πραγματικά δεν ήθελε να κάνει κάτι με την Μαρία. Η Μαρία τον τράβηξε και τον φίλησε, γιατί της αρέσει. Αλλά η μόνη κοπέλα που έχει σημασία για εκείνον είσαι εσύ, πρέπει να επιστρέψεις σε εκείνον. Ακολούθα αυτό που λέει η καρδιά σου.» Τις είπε και της χαμογέλασε.
«Αλλά θα μείνουμε φίλοι, έτσι δεν είναι?»
«Κολλητοί, άντε πήγαινε να τον βρεις.»
«Σε ευχαριστώ Κέβιν και συγνώμη.» Είπε και έφυγε τρέχοντας και πήγε στο δωμάτιο του Γιώργου, της άνοιξε ο Γιάννης.
«Γιάννη, Σοφία, μπορείτε να μας αφήσετε λίγο μόνους?» Τους είπε η Εύα και βγήκαν έξω.
«Γιώργο σε αγαπάω, και δεν μπορώ να είμαι χωρίς εσένα. Αλλά δεν θα αντέξω αν το ξανακάνεις αυτό. Παρόλα αυτά σε εμπιστεύομαι, σε παρακαλώ μην…» Δεν πρόλαβε να του πει τίποτα άλλο και βρέθηκε στην αγκαλιά του να της φιλάει τα μαλλιά.
«Δεν θα σε πληγώσω ποτέ ξανά, να είσαι σίγουρη για αυτό.» Της είπε και της σκούπισε τα δάκρια που κυλούσαν από τα μάτια της.
«Είμαι σίγουρη, ή τουλάχιστον έτσι νομίζω, απλώς μακριά από κορίτσια, εξαιρείτε η Σοφία που είναι πιασμένη.»
«Γιατί είναι με κανέναν?»
«Όχι αλλά κάτι πάει να γίνει με κάποιον.»
«Ποιον?»
«Γιατί ρωτάς?»
«Έτσι, ποιον?»
«Τον Γιάννη.»
«Τι? Της αρέσει ο Γιάννης. Αυτό πρέπει να το πω στον Γιάννη αμέσως.»
«Γιατί?»
«Γιατί και εκείνου του αρέσει η Σοφία.» Της απάντησε και την φίλησε τρυφερά στο χέρι της.
«Χαίρομαι.» Του είπε και τον κοίταξε στα μάτια.
«Πως μπόρεσες και περπατάς?» Την ρώτησε και εκείνη του εξήγησε για τους πλανήτες και το φεγγάρι και για της δυνάμεις που είχε τώρα πια αποκτήσει.
«…Κατάλαβες?»
«Ναι, και χαίρομαι πάρα πολύ για σένα.»
«Σε αγαπάω.»
«Και εγώ.» Της είπε και την φίλησε. Έπειτα πήγαν και οι δύο στο δωμάτιό της να μαζέψουν τα πράγματά της για το απογευματινό μάθημα. Παρόλο που η Εύα και ο Γιώργος ήταν σε διαφορετική τάξη ετοιμάσανε μαζί τα πράγματά τους και φύγανε μαζί μέχρι που χωρίστηκαν στις αίθουσες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου