Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Κεφάλαιο 6ο

6Ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Όταν ξύπνησε το πρωί δεν άνοιξε τα μάτια της. Ήξερε πως όταν το έκανε θα έπρεπε να επανέλθει στην πραγματικότητα και αμέσως στην μνήμη της ήρθε η χτεσινή βραδιά. Ξαφνικά άκουσε δύο άτομα να μιλάνε.
«Είναι πολύ χάλια ε?» Άκουσε την πλέον γνωστή φωνή του Κέβιν να λέει. Μόνο που δεν μίλαγε όπως συνήθως με έναν χαρούμενο τόνο αλλά με ένα λυπημένο.
«Ναι, χτες έκλαιγε σχεδόν όλη την νύχτα. Ξύπνησα κατά της 03:00 για να πιω λίγο νερό και ακόμα έκλεγε.»
«Άμα τους πιάσω στα χέρια μου. Της υποσχέθηκα χτες πως δεν θα έλεγα τίποτα στην Μαρία, αλλά αυτό ίσχυε για χτες. Άμα την δω μπροστά μου σήμερα.» Δεν υπήρχε αμφιβολία μιλούσανε για κείνην.
«Μα αλήθεια πως κατάφερε να ξανά περπατήσει?»
«Άσε που να στα λέω. Πρόσεξα με το τηλεσκόπιο μου και με τον αστρολογικό μου χάρτη πως οι πλανήτες του γαλαξιακού μας συστήματος βρίσκονταν σε μία τέλεια ευθεία και πως το φεγγάρι ήταν πιο φωτεινό από συνήθως και αυτό σήμαινε πως αν πηγαίναμε κάποιον τραυματία ή άρρωστο στο σημείο με το περισσότερο φως του φεγγαριού θα γινόταν καλά αλλά συγχρόνως θα έπαιρνε και την δύναμη του φεγγαριού. Κατάλαβες?»
«Μήπως μπορείς να τα πεις λίγο ποιο εύκολα?» Τον ρώτησε η Σοφία που δεν φημιζόταν για την εξυπνάδα της.
«Το φεγγάρι ήταν πολύ φωτεινό και έτσι η Εύα έγινε καλά και θα έχει κάποιες δυνάμεις από το φεγγάρι. Τώρα κατάλαβες?» Της είπε με ένα ειρωνικό ύφος.
«Κάτι κατάλαβα. Τι ώρα είναι?» Είπε.
«06:00 έχουμε ακόμα αρκετή ώρα μέχρι α αρχίσει το μάθημα.»
«Γιατί τι ώρα αρχίζει εδώ το μάθημα?»
«Στις 09:15 και τελειώνουμε την ώρα του μεσημεριανού δηλαδή στις 14:00.»
«Τι μόνο πέντε ώρες μάθημα? Γουστάρω.»
«Ναι όμως έχουμε πέντε μαθήματα την ημέρα κανονικά απλώς κάνουμε λιγότερη ώρα στο κάθε ένα και κάνουμε μόνο τα βασικά. Και το απόγευμα γύρω στις 16:00 μέχρι τις 20:00 έχουμε τα του μυαλού, χε.» Εκείνη την στιγμή η Εύα αποφάσισε πως μάταια προσπαθούσε να ξανακοιμηθεί. Είχε κοιμηθεί μόνο δύο ώρες αλλά παρόλα αυτά δεν ένιωθε κουρασμένη. Αυτό που δεν καταλάβαινε όμως ήταν το τι ήθελε ο Κέβιν στο δωμάτιο τους. Μόλις ανακάθισε στο κρεβάτι της ένιωσε να ζαλίζεται. Δεν έδωσε σημασία όμως και σηκώθηκε. Ο Κέβιν και η Σοφία κάθονταν στο γραφείο της Σοφίας και πίνανε σοκολάτα τρώγοντας κέικ. Μόλις πήραν είδηση πως ξύπνησε πήγαν και οι δύο και στάθηκαν δίπλα της. Εκείνη δεν τους έδωσε σημασία και πήγε και κάθισε στο γραφείο της. Πόσο θα ήθελε μία ζεστή σοκολάτα. Σκέφτηκε και χωρίς να καταλάβει το πώς στο γραφείο της βρέθηκε μία κούπα με ζεστή σοκολάτα.
«Πως έγινε αυτό?» Φώναξε σχεδόν τρομαγμένη και ξαφνιασμένη.
«Τι έγινε?» Την ρώτησε ο Κέβιν και πήγε και πήγε και κάθισε αμέσως δίπλα της.
«Να σκέφτηκα πόσο πολύ θα ήθελα μία κούπα ζεστή σοκολάτα και εμφανίστηκε μπροστά μου.»
«Α μάλλον φταίει το ότι δεν έχεις μάθει ακόμα να ελέγχεις τις φεγγαροδυνάμεις σου.» Είπε ο Κέβιν με ένα πλατύ χαμόγελο.
«Τις ποιες?»
«Να εχτές που έγινες καλά με το φως του φεγγαριού απόκτησες κάποιες δυνάμεις από αυτό.»
«Και εσύ πως το ξέρεις αυτό?»
«Γιατί, όταν πήγαινα πρώτη γυμνασίου και είχα σπάσει το χέρι μου μία καθηγήτρια μου με είχε πάει στο σημείο όπου πήγαμε και εσένα την νύχτα που ήταν έτσι φωτεινό το φεγγάρι. Και έτσι έχω και εγώ μερικές δυνάμεις. Αν θες μπορώ να σε βοηθήσω να μάθεις να τις ελέγχεις.» Της είπε ο Κέβιν φέρνοντας αμήχανα το χέρι του πίσω από το κεφάλι του.
«Αλήθεια? Μπορείς να με βοηθήσεις? Ευχαριστώ πολύ Κέβιν.»
«Δεν κάνει τίποτα.»
«Αλήθεια αφού η ώρα είναι ακόμα 06:00 γιατί είσαι εδώ?»
«Ο Κέβιν ανησυχούσε πολύ για σένα γιατί εχτές δεν ήσουν καθόλου καλά όπως μου είπε. Και μόλις πήρε είδηση ότι είχα ξυπνήσει ήρθε και μου ζήτησε να καθίσει και αυτός εδώ για να δει πως είσαι.» Της απάντησε η Σοφία.
«Α, εντάξει είμαι μια χαρά.»
«Άλλα μου είπε πάντως η Σοφία. Μου είπες πως εχτές δεν έκλισες μάτι σχεδόν όλη νύχτα γιατί έκλαιγες για αυτόν τον…
Άμα τους δω μπροστά μου σήμερα να είσαι σίγουρη πως δεν θα ζουν για πολύ ακόμα.» Είπε ο Κέβιν δείχνοντας την γροθιά του.
«Σε παρακαλώ μην κάνεις τίποτα. Πρώτων γιατί ο Γιώργος είναι πολύ καλός στο καράτε και θα χτυπήσεις άσχημα και δεύτερον η Μαρία είναι αδερφή σου.»
«Να μου λείπουν τέτοιες αδερφές.» Είπε κάπως πιο ήρεμα τώρα. Αφού ήπιαν την σοκολάτα τους και έφαγαν το κέικ τους η Εύα πήρε τα ρούχα της και πήγε να ντυθεί στο μπάνιο. Όταν ντύθηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη είδε πως φορούσε ένα κολιέ που της είχε κάνει δώρο ο Γιώργος. Το τράβηξε από τον λαιμό της άγρια με αποτέλεσμα να σπάσει και η χάντρες να πεταχτούν σε όλο το μπάνιο κάνοντας αρκετό θόρυβο έπειτα κάθισε στην άκρη της μπανιέρας και άρχισε να κλαίει φέρνοντας στην μνήμη της την εικόνα του Γιώργου να φιλιέται με την Μαρία.
«Εύα είσαι καλά?» Άκουσε την φωνή του Κέβιν να την ρωτάει απέξω από το μπάνιο.
«Καλά είμαι. Φύγε.» Του είπε μέσα από τους λυγμούς της.
«Δεν είσαι καθόλου καλά. Δεν με ενδιαφέρει τι λες μπαίνω μέσα.» Της είπε και άνοιξε την πόρτα. Την βρήκε να κλαίει με λυγμούς κρατώντας με τα χέρια της το πρόσωπό της. Έτρεξε αμέσως κοντά της και τράβηξε τα χέρια της από το πρόσωπό της. Ήτανε σίγουρος για πιο λόγο έκλαιγε οπότε ήταν ανώφελο να ρωτήσει. Την ανάγκασε να τον κοιτάξει.
«Σταμάτα να σκέφτεσαι αυτό το θέμα πια. Σε παρακαλώ. Πληγώνομαι όταν σε βλέπω να κλαις.» Εκείνη του έγνεψε θετικά αλλά συνέχισε να κλαίει. Την έσφιξε στην αγκαλιά του και της σιγοψιθύρισε χαϊδεύοντας της τα μαλλιά.
«Προσπάθησε να ηρεμίσεις σε παρακαλώ.» Ακούμπησε το μάγουλό του στα μαλλιά της και περίμενε μέχρι να της περάσει η κρίση.
«Συγνώμη.» Του είπε ενώ καθόταν πιο κοντά του χωρίς όμως να έχει σταματήσει τελείως να κλαίει.
«Για πιο πράγμα?»
«Συγνώμη που αναγκάστηκες να με δεις έτσι. Και εχτές αλλά και σήμερα. Πραγματικά συγνώμη.»
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγνώμη και να ξέρεις πως όποτε χρειαστείς κάποιον να μιλήσεις εδώ είμαι εγώ.» Της είπε και την έσφιξε πιο πολύ στην αγκαλιά του. Όταν πια σταμάτησε να κλαίει τον ρώτησε.
«Η Σοφία που είναι?»
«Πήγε να δει τον Γιάννη.» Της είπε με ένα ύφος όλο υπονοούμενα.
«Το ήξερα πως της αρέσει.» Του είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του Κέβιν έπλυνε το πρόσωπο της και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Εκεί κάθισε στο κρεβάτι της και κοίταξε το τηλέφωνο. Δέκα μηνύματα έδειχνε η οθόνη του κινητού της. Άνοιξε το πρώτο και άρχισε να το διαβάζει.
“Εύα μου συγνώμη, ήταν ένα λάθος δεν ξέρω πως έγινε. Εύα σε αγαπάω.” Το διέγραψε και διάβασε το δεύτερο προσπαθώντας να κρατήσει τα δάκρυά της. “Εύα ανησυχώ γιατί δεν απαντάς στα τηλεφωνήματα μου. Συγνώμη. Σε αγαπώ.”
“Ρε Ευάκι ο Γιώργος είναι χάλια, δεν ήθελε να το κάνει αυτό.” Αυτό ήταν από τον Γιάννη. Δεν μπορούσε να διαβάσει κανένα άλλο τα διέγραψε όλα και άρχισε πάλι να κλαίει. Ο Κέβιν ήρθε αμέσως δίπλα της και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Τι έγινε πάλι?» Την ρώτησε λυπημένα.
«Είδα τα μηνύματα στο κινητό μου. Σε όλα μου έλεγε πως με αγαπάει και πως έκανε λάθος. Αν ήταν όμως έτσι γιατί δεν έτρεξε να με σταματήσει όταν άρχισα να τρέχω προς την έξοδο της τραπεζαρίας, γιατί δεν ήρθε εδώ. Αποκλείετε να με αγαπάει. Όλα ήταν ένα ψέμα.» Είπε και συνέχισε να κλαίει.
«Ησύχασε.»
«Τι ώρα είναι?» Τον ρώτησε.
«07:00. Δεν πιστεύω Να πας να κάνεις καμιά βλακεία.»
«Όχι θα πάω να του εξηγήσω πως δεν θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου και πως χωρίζουμε για πάντα.» Είπε και σηκώθηκε όρθια. Σκούπισε τα δάκρυά της και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Μπορείς να έρθεις μαζί μου? Ξέρω σε έχω ταλαιπωρήσει πολύ τις τελευταίες δύο μέρες αλλά σε παρακαλώ έλα.» Τον ρώτησε.
«Δεν με έχεις ταλαιπωρήσει καθόλου τι είναι αυτά που λες. Και φυσικά θα έρθω μαζί σου άμα το θέλεις.»
«Σε παρακαλώ.» Του είπε και τον τράβηξε από το χέρι. Βγήκανε έξω από το δωμάτιο και πήγανε και χτύπησαν την πόρτα του δωματίου του Γιώργου. Άνοιξε ο Γιάννης. «Γιώργο κοίτα πια ήρθε». Είπε στον Γιώργο και άφησε να περάσει η Εύα και ο Κέβιν. Η Εύα πήγε και κάθισε ακριβώς μπροστά στον Γιώργο ο οποίος την κοίταζε σαν χάνος.
«Για το άμα δεν το έχεις καταλάβει χωρίζουμε. Δεν θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου, το κατάλαβες?» Του είπε σχεδόν φωνάζοντας. Έπειτα γύρισε και βγήκε σχεδόν τρέχοντας από την πόρτα.
«Μην τολμήσεις να ξαναπλησιάσεις την Εύα γιατί θα έχεις να κάνεις μαζί μου, κατάλαβες μικρέ?» Του είπε δείχνοντας του τη γροθιά του. Του άρεσε που τον είπε μικρό παρόλο που τον περνούσε μόνο ένα χρόνο του φάνηκε πως έτσι έδωσε περισσότερη έμφαση στην απειλή του. Έπειτα βγήκε και αυτός από το δωμάτιο και έτρεξε να προλάβει την Εύα που εκείνη την στιγμή έμπαινε μέσα στο δωμάτιό της. Μόλις μπήκανε μέσα αυτή ξέσπασε πάλι σε λυγμούς. Κάθισε στο κρεβάτι της και έβαλε στο πρόσωπό της ένα μαξιλάρι.
«Έκανα το σωστό έτσι?» Τον ρώτησε.
«Σίγουρα.» Της είπε και την αγκάλιασε γύρω από τους ώμους. Έπειτα έβγαλε το μαξιλάρι από το πρόσωπό της και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. Η Εύα τον κοίταξε και χάθηκε μέσα στο καφέ τον ματιών του. Αποτράβηξε το βλέμμα της και κοίταξε το πάτωμα. Έπειτα στο μυαλό της ήρθε η εικόνα του Γιώργου σαστισμένος όπως ήτανε πριν από λίγο και άρχε πάλι να κλαίει βουβά. Ήξερε πως προκαλούσε πόνο στον Κέβιν όταν την έβλεπε έτσι αλλά τον είχε ανάγκη. Σαν να το κατάλαβε αυτό ο Κέβιν την έσφιξε πιο κοντά του και της φίλησε τα μαλλιά. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε.
«Κέβιν» Ήταν το μόνο που κατάφερε να πει.
«Ηρέμισε, μην κλαις.» Της είπε και της σκούπισε όσα δάκρια είχαν μείνει στα μάτια της. Έπειτα πήρε μία τούφα τον μαλλιών της και την πέρασε πίσω από το αυτί της.
«Πρέπει να σταματήσω να τον σκέφτομαι, το ήξερα πως δεν θα κρατήσει πολύ, ξέρεις το να είμαι ευτυχισμένη, το περίμενα πως κάτι θα συνέβαινε και θα…» Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει την πρόταση της γιατί ο Κέβιν έσκυψε και την φίλησε. Στην αρχή είχε μείνει ακίνητη αλλά μετά ανταποκρίθηκε στο φιλί του. Εκείνος ήταν αυτός που σταμάτησε το φιλί για να αναπνεύσει και να την σφίξει πιο κοντά του πριν του τραβήξει και πάλι το πρόσωπό του και τον ξαναφιλήσει. Το σώμα της αντιδρούσε μόνο του. Σήκωσε τα χέρια της και τα πέρασε πίσω από τον λαιμό του. Ποτέ της δεν είχε ξαναφιληθεί με κανέναν έτσι. Ούτε καν με τον Γιώργο.
«Δεν καταλαβαίνω.» Ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει πριν τα χείλη του ξαναβρούν τα δικά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου