5Ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Εκεί που μαζεύανε τα πράγματά τους ακούστηκε από τα μεγάφωνα μία ανακοίνωση η οποία έλεγε.
«Σήμερα το βράδυ στης 19:00 το βράδυ μέχρι της 21:00 θα γίνει ο ετήσιος χορός της αρχής της σχολικής χρονιάς. Θα γίνει στην τραπεζαρία γι αυτό κορίτσια και αγόρια βάλτε τα καλά σας.»
Η Εύα μόλις το άκουσε έμεινε ακίνητη και κοίταζε λυπημένη τα πόδια της. Η Σοφία που κατάλαβε τι είχε της μίλησε.
«Μην ανησυχείς μπορείς να έρθεις και εσύ με το καροτσάκι, και εξάλλου θα γίνουν και άλλοι χοροί όταν θα είσαι πια καλά.»
«Όχι εγώ δεν θα έρθω, πηγαίνετε εσείς.»
«Έλα τώρα βρε Εύα, χωρίς εσένα δεν θα έχει πλάκα.» Της είπε η Μαρία.
«Δεν θα έρθω, πηγαίνετε εσείς. Αν δεν σας πειράζει εγώ θα πάω να δω τι κάνει ο Γιώργος. Τα λέμε σε λίγο.» Είπε η Εύα και κατεύθυνε την καρέκλα της προς την πόρτα. Όταν βγήκε στον διάδρομο πήγε μπροστά από την πόρτα του δωματίου του Γιώργου και την χτύπησε ρυθμικά. Της άνοιξε ο ίδιος και μόλις την είδε στην πόρτα την σήκωσε αγκαλιά και την έβαλε μέσα στο δωμάτιο αφήνοντας το καροτσάκι στην άκρη του δωματίου. Αφότου την φίλησε την έβαλε να καθίσει στο κρεβάτι του. Ο Γιάννης πολύ διακριτικά χωρίς να τον πάρει είδηση κανείς βγήκε από το δωμάτιο και τους άφησε μόνους. Κοιταχθήκανε για αρκετή ώρα στα μάτια ώσπου ο Γιώργος έσπασε την σιωπή.
«Θα μείνω εδώ μαζί σου» Της είπε.
«Τι εννοείς?»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω μόνη σου πάνω ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα διασκεδάζουνε κάτω. Θα μείνω μαζί σου.»
«Όχι, θα πας μαζί με τους άλλους. Αρκετά έχεις χάσει χάρη σε εμένα. Ούτως ή άλλως εγώ θα κοιμάμαι, οπότε δεν έχει κανένα νόημα να μείνεις μαζί μου.»
«Μα θέλω να…»
«Σε παρακαλώ, μην με κάνεις να νιώθω πως σου στερώ και την διασκέδαση σου. Σε παρακαλώ. Εξάλλου εγώ δεν ήρθα εδώ για να μιλήσουμε για αυτό το θέμα.»
«Συγνώμη γλυκιά μου.» Της είπε και κάθισε δίπλα της.
«Τι ώρα είναι?» Τον ρώτησε.
«18:30 Σε λίγο οι άλλοι θα αρχίσουν να μαζεύονται στην τραπεζαρία.»
«Πάλι τα ίδια? Θα πας και εσύ τελεία και παύλα. Σε παρακαλώ τώρα θα ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου να ξαπλώσω.»
Έτσι εκείνος την πήρε αγκαλιά και την έβαλε στο καροτσάκι της, έπειτα την πήγε έως το δωμάτιο της όπου βρίσκονταν τα κορίτσια και βάφονταν.
«Σίγουρα δεν θέλεις να…»
«Σίγουρα.» Του είπε και τον φίλησε. Έπειτα τους αποχαιρέτισε όλους και τους ευχήθηκε να περάσουν καλά και αφότου έφυγαν και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους η Εύα ξάπλωσε να κοιμηθεί καταπίνοντας έναν μεγάλο κόμπο που ένιωθε στον λαιμό της.
Ξαφνικά εκεί που κοιμόταν ένιωσε κάποιον να την σκουντάει.
«Δεσποινίς Παπακώστα ξυπνήστε σας παρακαλώ.» Άκουσε την γνώριμη φωνή του πλέον διευθυντή της. Όμως αμέσως μετά άκουσε μία φωνή που δεν περίμενε να ακούσει. Ήταν ο Κέβιν.
«Εύα ξύπνα, βρήκαμε τρόπο να ξανά περπατήσεις.» Μόλις το άκουσε αυτό η Εύα ανακάθισε στο κρεβάτι της.
«Τι εννοείς?»
«Θα στα πω όλα στον δρόμο τώρα έλα να σε βάλω στο καροτσάκι σου.» Της είπε και την σήκωσε αγκαλιά έπειτα την έβαλε στο καροτσάκι και βγήκανε και οι τρεις έξω από το δωμάτιο.
«Άκου σήμερα είδα στον αστρολογικό μου χάρτη πως οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος βρίσκονται σε μία τέλεια ευθεία και πως το φεγγάρι είναι περισσότερο φωτεινό από ποτέ. Αυτό σημαίνει πως άμα πάμε κάποιον τραυματία ή άρρωστο στο σημείο που ακτινοβολεί το φεγγάρι πιο πολύ αυτό το άτομο θα γίνει καλά αρκεί κάποιος να πει τα απαιτούμενα λόγια για να καλέσει την δύναμη του φεγγαριού και αυτό το σημείο βρίσκετε στο σχολείο μας.»
Είπε ο Κέβιν και πριν προλάβει η Εύα να πάρει ανάσα μίλησε ο διευθυντής.
«Φτάσαμε.» Τους είπε και άνοιξε μία πόρτα. Μπήκανε σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε πολύ με εκείνο που είχε μείνει η Εύα στο νοσοκομείο. Βάλανε την Εύα να ξαπλώσει πάνω σε ένα κρεβάτι και ενώσανε και οι τρεις τα χέρια. Έπειτα άρχισαν να μουρμουρίζουν κάτι σε μία άγνωστη γλώσσα για την Εύα μέχρι που ένιωσε πολύ πόνο στα πόδια της. Όμως αντί να στεναχωρηθεί και να γκρινιάξει που την πόναγαν τα πόδια της, της ερχόταν να φωνάξει από την χαρά της διότι είχε πολύ καιρό να νιώσει κάτι στα πόδια της. Ώσπου κάποια στιγμή δεν καταλάβαινε τι γινόταν γύρω της.
Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια της και είδε αμέσως τον Κέβιν και τον διευθυντή να έρχονται και να κάθονται δίπλα της.
«Πως νιώθεις?» Την ρώτησε ο Κέβιν.
«Καλά.»
«Προσπάθησε να κουνήσεις τα πόδια σου.» Εκείνη τότε σήκωσε ψηλά το δεξί της πόδι και μετά το αριστερό. Έπειτα προτού προλάβουν να της πουν το οτιδήποτε άλλο σηκώθηκε όρθια και άρχισε να χοροπηδάει από την χαρά της. Χόρευε τραγούδαγε δεν ήξερε καν τι έλεγε. Ξαφνικά αγκάλιασε με δύναμη τον Κέβιν και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Έπειτα ξέσπασε σε κλάματα χαράς.
«Σε εσένα τα χρωστάω όλα. Σε ευχαριστώ πολύ.» Του είπε κλαίγοντας.
«Τώρα δεν πρέπει να κλαις. Λοιπόν η ώρα είναι ακόμα οχτώ. Πήγαινε στο δωμάτιό σου άλλαξε και τρέξε στην τραπεζαρία. Πρέπει να το γιορτάσεις σήμερα.» Της είπε και της έριξε ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Εκείνη πριν ακόμα προλάβει καλά καλά να τελειώσει την πρόταση του είχε γίνει καπνός. Πήγε στο δωμάτιο της, φόρεσε ένα όμορφο κόκκινο φόρεμα, βάφτηκε και έτρεξε στην τραπεζαρία. Μπήκε τρέχοντας μέσα και αμέσως άρχισε να ψάχνει τους φίλους της να τους πει τι έγινε. Πολλά παιδιά που πρέπει να ήταν μπροστά το πρωί που την είχε φωνάξει ο διευθυντής την κοιτάζανε απορημένοι. Έψαχνε αρκετοί ώρα ώσπου είδε από μακριά την φιγούρα του Γιώργου να χορεύει σε μια γωνιά. Υπέθεσε πως χόρευε με την Σοφία και τον Γιάννη και κατευθύνθηκε προς τα εκεί αθόρυβα για να τους κάνει έκπληξη. Όμως αυτό που είδε δεν ήταν καθόλου αυτό που περίμενε να δει. Ο Γιώργος και η Μαρία χορεύανε αγκαλιά. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία αλλά ξαφνικά είδε τον Γιώργο να σκύβει και να φιλάει την Μαρία και να μην σταματάει. Και μετά να χορεύουνε αγκαλιά. Τότε ήταν που την είδε η Σοφία. Προσπάθησε να την πλησιάσει αλλά ήταν αργά. Η Εύα έτρεξε και τράβηξε τον Γιώργο ο οποίος έμεινε άφωνος από την εμφάνιση της και ιδικά που περπατούσε κιόλας.
«Ώστε μου έλεγες ψέματα πως με αγαπούσες? Και το ότι ήθελες να μείνεις μαζί μου και να μην έρθεις εδώ?» Του είπε κλαίγοντας και του έδωσε με δύναμη ένα χαστούκι. Έπειτα άρχισε να τρέχει και βγήκε τρέχοντας από την τραπεζαρία. Ανέβηκε κλαίγοντας και όσο πιο γρήγορα της σκάλες ώσπου έπεσε πάνω σε κάποιον. Ήταν πάλι ο Κέβιν.
«Τι έπαθες?» Την ρώτησε.
«Τίποτα.» Είπε και έκανε να απομακρυνθεί. Εκείνος όμως την κράτησε σφιχτά από το μπράτσο και δεν την άφησε.
«Τι έγινε, γιατί κλαις?»
«Άσε με να φύγω.» Του είπε σχεδόν φωνάζοντας.
«Θα σε αφήσω μόνο αν μου πεις.» Τότε εκείνη δεν άντεξε ζαλίστηκε και έπεσε επάνω του κλαίγοντας με λυγμούς. Εκείνος την οδήγησε στο δωμάτιό της και την έβαλε να καθίσει.
«Έγινε τίποτα με τον Γιώργο?» Την ρώτησε.
«Ναι, τον, τον είδα…»
«Πάρε μια ανάσα και μου λες.» Της είπε και της σκούπισε τα δάκρια από τα μάτια της.
«Τον είδα να φιλιέται με την Μαρία.» Κατάφερε τέλος να πει.
«Τι έκανε λέει? Και μάλιστα με την αδερφή μου?»
Του έγνεψε ναι και συνέχισε να κλαίει.
«Α το κάθαρμα. Αν τον πιάσω στα χέρια μου θα δει τι θα πάθει.» Είπε σχεδόν φωνάζοντας. Έπειτα αγκάλιασε την Εύα η οποία συνέχισε να κλαίει στον ώμο του. Όταν πια σταμάτησε να κλαίει για λίγο, η ώρα ήταν 20:55.
«Συγνώμη.» Του είπε.
«Συγνώμη για πιο πράγμα την ρώτησε απορημένος.»
«Για το πουκάμισο σου, σου το έκανα μούσκεμα.»
«Δεν πειράζει, θα στεγνώσει. Σε λίγα λεπτά θα έρθουν και οι υπόλοιποι. Θες να μείνω εδώ να περιμένω την Μαρία να την κανονίσω ή να φύγω.»
«Σε παρακαλώ αν μπορείς μείνε, δεν μπορώ να μείνω μόνη μου, απλώς σε παρακαλώ μην πεις τίποτα στην Μαρία, για τώρα τουλάχιστον.»
«Καλά αλλά αύριο δεν θα την γλιτώσει.» Της είπε και της χαμογέλασε με ένα αχνό χαμόγελο. Εκείνη προσπάθησε να του ανταποδώσει το χαμόγελο αλλά έπεσε πάλι πάνω του και ξέσπασε σε λυγμούς. Έπειτα από λίγα λεπτά μπήκε μέσα η Σοφία. Τότε ο Κέβιν καληνύχτισε τα κορίτσια και πήγε στο δωμάτιό του να κοιμηθεί. Έπειτα η Εύα και η Σοφία φόρεσαν τις πιτζάμες τους χωρίς να πουν τίποτα μεταξύ τους και ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Η Εύα όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έκλαιγε ώσπου κατά τις 04:00 τα χαράματα περίπου την πείρε ο ύπνος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου