Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Κεφάλαιο 4ο

4Ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Όταν φτάσανε στο ισόγειο βρήκαν την Σοφία και τον Γιάννη να τους περιμένουν.
«Βρε καλώς τους. Πάμε τώρα στην τραπεζαρία; Μόλις άνοιξε.» Τους ρώτησε ο Γιάννης.
«Φύγαμε.» Του Απάντησε η Εύα και κατευθύνθηκαν προς την τραπεζαρία. Η Τραπεζαρία ήταν αρκετά μεγάλη και είχε πολλά τραπέζια. Οι τέσσερις τους βρήκαν ένα τραπέζι στο οποίο κάθονταν άλλα τέσσερα παιδιά και καθίσανε.
«Πως σας λένε;» Ρώτησε η Σοφία.
«Εγώ είμαι η Μαρία.» Απάντησε μια κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά και καστανά μάτια.
«Χάρηκα εγώ είμαι η Σοφία.»
«Χαίρω πολύ Σοφία.»
«Εσύ και η παρέα σου δεν είστε που σας φώναξε ο διευθυντής;» Ρώτησε την Εύα ένα καστανομάλλικο αγόρι με καστανά μάτια που έμοιαζε πολύ στην Μαρία.
«Ναι, εγώ είμαι. Και εσύ είσαι ο…»
«Α, εγώ είμαι ο Κέβιν αδερφός της Μαρίας και από εδώ η αδερφή μου η Λίλιαν. Εγώ πηγαίνω τρίτη γυμνασίου και είμαι εδώ από την πρώτη εδώ. Η Μαρία πηγαίνει δευτέρα όπως εσείς και όταν δεν της στείλανε γράμμα στην πρώτη στεναχωρήθηκε αλλά δεν έχασε το θάρρος της και έτσι της έστειλαν τώρα στην δευτέρα. Η Λίλιαν είναι η μικρότερη αδερφή μας, πηγαίνει πρώτη γυμνασίου. Μην ανησυχείτε που σας κάλεσαν τώρα και όχι νωρίτερα υπάρχουν πολλά παιδιά που έρχονται στην δευτέρα γυμνασίου και όχι στην πρώτη. Ο κολητός μου στην δευτέρα ήρθε. Το σχολικό έτος εδώ αρχίζει Νοέμβρη και όχι Σεπτέμβρη.»
«Χαίρω πολύ Κέβιν. Ελπίζω του χρόνου να καλέσουν και τα αδέρφια μου. Είναι δίδυμα. Εσύ ποιος είσαι;» Ρώτησε η Εύα ένα αγόρι που καθόταν ήσυχος όλη την ώρα χωρίς να μιλήσει.
«Α, αυτό είναι ο αδερφός μου ο Χάρης. Είναι και αυτός δίδυμος με την Λίλιαν αν και είναι πολύ ντροπαλός.»
«Βλέπω είστε μεγάλη οικογένεια ε;» Του είπε ο Γιάννης. «Εγώ είμαι ο Γιάννης και από εδώ ο κολλητός μου ο Γιώργος. Πηγαίνουμε και οι τέσσερις δευτέρα γυμνασίου.»
«Χαίρω πολύ Γιώργο, Γιάννη. Εγώ να σας αφήσω τώρα διότι οι φίλοι μου με φωνάζουν.» Είπε και έπειτα γύρισε προς τα δίδυμα. «Μην ντρέπεστε. Μιλήστε με τα παιδιά. Χάρη μην κάνεις τον μουγκό. Το ίδιο ισχύει και με εσένα Λίλιαν. Γεια.» Είπε και έφυγε.
«Γεια σου Λίλιαν. Τι κάνεις;» Την ρώτησε η Εύα. Η Λίλιαν είχε μακριά καστανά μαλλιά και καστανά μάτια σαν την Μαρία αλλά και εκείνη και ο Χάρης είχαν και λίγες φακίδες στο πρόσωπο πράγμα που οι άλλοι δύο δεν είχαν.
«Καλά είμαι. Πως είπαμε ότι σε λένε;»
«Εύα. Με λένε Εύα. Αχου τι ωραία μαλλιά που έχεις.»
«Εμένα δεν μου αρέσουν καθόλου. Θα προτιμούσα να ήταν μαύρα σαν τα δικά σου. Να σου κάνω μία ερώτηση Εύα. Μην με περάσεις για αδιάκριτη.» Η Εύα ήξερε πια ήταν η ερώτηση αλλά το περίμενε ότι πολλά παιδιά θα την ρωτούσανε.
«Ναι Λίλιαν πες μου.»
«Αν θες λέγε με Λίλι. Να θέλω να σε ρωτήσω πως το έπαθες αυτό.» Είπε και μου έδειξε με το χέρι της τα πόδια μου.
«Αυτή ήταν πολύ αδιάκριτη ερώτηση Λίλι.» Την μάλωσε η Μαρία.
«Και μην δείχνεις με το χέρι.» Συνέχισε ο Χάρης τραβώντας της το χέρι.
«Όχι εντάξει δεν πειράζει. Το περίμενα ότι θα με ρωτούσαν πολύ για αυτό. Έτρεχα στον δρόμο και με χτύπησε αυτοκίνητο. Αυτό είναι όλο.»
«Και τι θα μείνεις έτσι για πάντα;» Ρώτησε ο Ντίνος με γουρλωμένα μάτια.
«Χάρη.» Του φώναξε πάλι η Μαρία κουνώντας το κεφάλι της.
«Τι; Απλώς ρώτησα.»
«Άφησε τους δεν έχω πρόβλημα. Ξέρεις πόσες φορές τα άκουσα; Τα έχω συνηθίσει πια. Όχι μάλλον μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων θα ξανά περπατάω. Αρκεί να παίρνω τα φάρμακα που μου έδωσε ο γιατρός και να πηγαίνω στην φυσιοθεραπεύτρια του σχολείου.»
«Κατάλαβα.» Μου είπε ο Χάρης.
«Συγνώμη για τα αδέρφια μου.»
«Δεν πειράζει Μαρία. Είναι πολύ καλά παιδιά.»
«Τι θα λέγατε να πηγαίναμε να πάρουμε ένα δίσκο να βάλουμε να φάμε κάτι; Έχω πεθάνει της πείνας.» Είπε ο Γιάννη.
«Αμαν ρε Γιάννη. Φαγάνας γεννήθηκες φαγάνας θα πεθάνεις. Άντε πάμε.»Είπε ο Γιώργος στον Γιάννη και σηκώθηκε όρθιος. Έπειτα έκατσε πίσω από το καροτσάκι μου και περίμενε να σηκωθούν και οι άλλοι.
«Μαρία, Λίλιαν, Χάρη ελάτε και εσείς.»
«Τι μας θέλετε στην παρέα σας;» Ρώτησε η Μαρία.
«Φυσικά.» Της απάντησε η Εύα. Τότε τα τρία αδέρφια σηκώθηκαν και ξεκινήσανε και οι εφτά να πηγαίνουν προς την ουρά για να βάλουν το φαγητό τους για να φάνε. Αφότου σερβιρίστηκαν και οι επτά πήγανε και καθίσανε πάλι στο τραπέζι τους.
«Ελπίζω να ήμαστε στην ίδια τάξη Μαρία.»
«Που είναι το δωμάτιό σας;»
«Είναι στον τρίτο όροφο το πέμπτο δωμάτιο. Και των αγοριών το όγδοο. Γιατί ρωτάς;»
«Μα έχει σχέση με τα δωμάτια η τοποθέτηση στις τάξεις. Εγώ είμαι στο έκτο. Στις τάξεις βάζουν ανά δέκα δωμάτια άρα λογικά θα είμαστε και οι πέντε στην ίδια τάξη. Άχου δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είμαι σε αυτό το σχολείο.»
«Μαρί τι ακριβώς κάνουμε σε αυτό το σχολείο;»
«Τα πάντα. Τηλεκινησία διαβάζουμε σκέψεις, ελέγχουμε το μυαλό του άλλου, μεταφερόμαστε στο παρελθόν, να διακτινιζόμαστε. Τα πάντα. Είναι σαν να κάνουμε μάγια μόνο που όλα τα κάνουμε με το μυαλό μας, ακόμα και να μεταμορφωνόμαστε μπορούμε, περιμένετε θα φωνάξω τον Κέβιν να έρθει να σας δείξει.» Είπε και έτρεξε προς το τραπέζι του αδερφού της.
«Είναι πολύ ενθουσιασμένη.» Είπε ο Γιάννης.
«Και εγώ είμαι. Δεν το πιστεύω πάντα ήθελα να έρθω σε ένα τέτοιο σχολείο.» Είπε η Εύα.
«Γιατί μωράκι μου. Ήξερες την ύπαρξη τους;» Την ρώτησε ο Γιώργος.
«Όχι δεν την ήξερα άλλα πάντα ένιωθα μέσα μου ότι υπάρχει ένα τέτοιο σχολείο και πως κάποια στιγμή θα καταφέρω να πάω και εγώ.»
«Κατάλαβα. Α να έρχεται η Μαρία και ο Κέβιν.»
«Γεια σας και πάλι.» Είπε ο Κέβιν.
«Γεια σου Κέβιν.»
«Κέβιν δείξε τους αυτό που έκανες στο σπίτι.»
«Σου αρέσει έτσι μαύρη και που είναι η καρέκλα σου;» Ρώτησε την Εύα.
«Ε, τι;»
«Τι χρώμα θα ήθελες να είναι.»
«Άσπρη.» Είπε διστακτικά η Εύα. Τότε ο Κέβιν έκλεισε τα μάτια του και συγκεντρώθηκε έπειτα τα άνοιξε και η καρέκλα ήταν πια άσπρη.
«Γουάου. Τέλειο. Μπράβο Κέβιν.»
«Μην νομίζετε υπάρχουν και καλύτεροι από εμένα. Αυτό θα το μάθετε και εσείς φέτος να το κάνετε. Τώρα Μαρία μπορώ να επιστρέψω στην παρέα μου;»
«Συγνώμη Κέβιν, πήγαινε.» Του είπε και έφυγε.
«Παιδιά λέω να πηγαίνουμε σιγά, σιγά.» Είπε η Σοφία.
«Ναι. Μαρία θες να έρθεις να κάτσεις μαζί μας το μεσημέρι;»
«Ναι, αμέ. Γεια Λίλι, γεια Χάρη.» Είπε η Μαρία καιι σηκώθηκαν όλοι εκτός από την Εύα. Έπειτα ο Γιώργος άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι προς το ασανσέρ.
«Τι θα πάμε με το ασανσέρ; Ο διευθυντής είπε…»
«Ο διευθυντής μας είπε να χρησιμοποιούμε το ασανσέρ. Αλλιώς εγώ πως θα ανέβαινα τις σκάλες;»
«Σωστά. Πάμε.» Είπε η Μαρία και μπήκαν όλοι στο ασανσέρ.
«Ξέρεις κάτι Εύα;»
«Τι;»
«Ίσως κάποιος καθηγητής να μπορεί να σε κάνει καλά.»
«Τι εννοείς.»
«Να όταν ο αδερφός πήγαινε πρώτη έσπασε το χέρι του και μία καθηγήτρια τον έκανε καλά με την σκέψη της.»
«Λες; Μακάρι.» Είπε η Εύα και εκείνη την στιγμή σταμάτησε το ασανσέρ. Βγήκανε έξω και πήγαν στο δωμάτιο της Εύας και της Σοφίας.
«Πόπο δεν έχετε βολέψει τα πράγματα σας; Να σας βοηθήσω;»
«Ναι αμέ. Αλλά σε λίγο.» Είπε η Σόφι στην Μαρία.
«Εγώ λέω να πάω να ξαπλώσω. Θα έρθεις Γιώργο;» Είπε ο Γιάννης. Τότε ο Γιώργος κοίταξε την Εύα.
«Πήγαινε. Θα είμαι μια χαρά με τα κορίτσια.»
«Σίγουρα;»
«Ναι.»
«Καλά αλλά θα έρθω πάλι το απόγευμα, α και να ξαπλώσεις και λίγο να ξεκουραστείς.» Της είπε και έσκυψε και την φίλησε. Έπειτα έφυγε μαζί με τον Γιάννη. Εντωμεταξύ η Μαρία είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.
«Σε φίλησε στο στόμα;»
«Ναι, ο Γιώργος είναι το αγόρι μου.»
«Αλήθεια; Εγώ επειδή τον είχα δει τόσο προστατευτικό με εσένα νόμιζα πως ήταν αδερφός σου.»
«Όχι. Τα αδέρφια μου είναι στο σπίτι. Τα δίδυμα ο Χρίστος και η Μαρκέλα είναι ένα χρόνο μικρότερα από την Λίλι και τον Χάρη. Και έχω και μια μικρότερη αδερφή την Νικολέτα που είναι 10 χρονών. Λοιπόν είπες ότι θα μας βοηθήσεις να βολέψουμε τα πράγματα μας. Αρχίζουμε;»
«Ναι αμέ.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου