Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Κεφάλαιο 3ο

3Ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Τις ημέρες που ακολούθησαν μέχρι την Παρασκευή, που η Εύα επέστρεψε σπίτι της, ήρθαν στο σχολείο και την είδαν πολλοί συμμαθητές της. Όμως κάθε μέρα έρχονταν μετά το σχολείο η Σοφία ο Γιώργος και ο Γιάννης και κάνανε μαζί και οι τέσσερις τα μαθήματά τους, έπειτα της λέγανε διάφορα αστεία για να της φτιάξουν την διάθεση και έφευγαν μόνο όταν είχε πια νυχτώσει.
Ώσπου έφτασε πια το πρωί της Κυριακής. Η μητέρα της Εύας είχε δουλειά και έτσι δεν θα μπορούσε να την πάει. Γι αυτόν τον λόγο είχε κανονίσει με την μητέρα της Σοφίας να την πάει εκείνη. Μόλις φτάσανε στο καινούριο τους σχολείο η Σοφία έβγαλε το αναπηρικό καροτσάκι από το πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου και βοήθησε την σοφία να καθίσει εκεί, έπειτα χαιρέτησαν την μαμά της Σοφίας και πήγαν να ψάξουν για τον Γιώργο με τον Γιάννη. Το Ρεγκίνιον ήταν αρκετά μεγάλο. Έμοιαζε με έναν μοντέρνο πύργο. Ήταν λευκό και γύρω, γύρω το σχολείο ήταν γεμάτο δέντρα. Δεν χρειάστηκε να ψάξουν πολύ και βρήκαν τον Γιώργο και τον Γιάννη να κάθονται μπροστά σε δύο θάμνους που είχαν το σχήμα γάτας.
«Γεια σας παιδιά.» Είπαν η Εύα και η Σοφία με μια φωνή στα αγόρια.
«Γεια.» Είπαν και ο Γιώργος πήρε την θέση της Σοφίας πίσω από το αναπηρικό καροτσάκι.
«Να σας πω, λέω να πάω μια βόλτα με την Εύα, θα έρθουμε σε λίγο.» Τους είπε και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι προς ένα παγκάκι εκεί κοντά.
«Ε, εμένα με ρώτησες;» Του είπε παραπονιάρικα η Εύα.
«Α, εδώ εγώ έχω το πάνω χέρι.» Της είπε και συνέχισε να κατευθύνει το καροτσάκι.
«Αδικία.» Μουρμούρισε η Εύα. Ο Γιώργος αρκέστηκε σε ένα γελάκι. Όταν φτάσανε στο παγκάκι ο Γιώργος πήγε και κάθισε εκεί ενώ έφερε το καροτσάκι της Εύας ακριβώς μπροστά του.
«Δεν είναι πολύ ωραία εδώ;» Την ρώτησε.
«Οπουδήποτε μακριά από εκείνη την κόλαση είναι μια χαρά.»
«Χα, χα. Έλα εδώ.» Της είπε και την σήκωσε από το καροτσάκι βάζοντας την να κάτσει επάνω του.
«Είναι αδικία, εγώ δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ και εσείς με έχετε κάνει κούκλα και με κάνετε ότι θέλετε.»
«Πολύ παραπονιάρα είσαι.»
«Καλά που το κατάλαβες.»
«Ξέρεις κάτι.»
«Τι;»
«Είναι μυστικό, έλα λίγο πιο δω να σου πω.» Εκείνη έσκυψε και τότε χωρίς να το περιμένει την φίλησε. Εκείνη την στιγμή είδαν να έρχονται προς το μέρος τους ο Γιάννης με την Σοφία.
«Παιδιά, σταματήστε τα σαλιαρίσματα και ελάτε. Λένε όλοι οι καινούργιοι να συγκεντρωθούν στο μπροστινό προαύλιο.»
«Εντάξει ερχόμαστε.» Απάντησε κάπως ενοχλημένος ο Γιώργος και έβαλε την Εύα στο καροτσάκι. Έπειτα μαζί με την βοήθεια της Σοφίας σπρώξανε το καροτσάκι προς το μπροστινό προαύλιο, εκεί είδανε πως όλα τα παιδιά ήταν στην ηλικία τους. Προσέξανε πως δεν ήταν κανένα άλλο παιδί από το σχολείο τους. Έπειτα ακριβώς στην είσοδο του σχολείου εμφανίστηκε ένας κύριος με μακριά μαύρα μαλλιά και καστανά μάτια, αρκετά ψηλός και λεπτός, οποίος από ότι κατάλαβαν τα παιδιά θα έπρεπε να ήταν ο διευθυντής.

«Χαίρομαι που ήρθατε όλοι εδώ. Καταλαβαίνω που αναρωτιέστε γιατί σας καλέσαμε τώρα και για ποιον λόγο σας καλέσαμε. Όπως σας είπα και στο γράμμα οι μαθητές μας εδώ είναι μόνο όσοι έχουν την σωστή ψυχολογική διάθεση. Που δηλαδή πίσω από κάθε κακό βρίσκουν κάτι κακό. Και τώρα θα ήθελα να βραβεύσω μερικούς από εσάς γιατί κάνατε κάτι που πρώτη φορά βλέπουμε. Θα ήθελα να έρθουν εδώ οι δεσποινίδα Παπακώστα Εύα συνοδευόμενη από την δεσποινίδα Παπαστεργίου Σοφία και τους κύριους Αγγελόπουλος Γιώργος και Φωτόπουλος Γιάννης.» Είπε ο διευθυντής και στράφηκε προς το μέρος τους. Η Εύα, η Σοφία, ο Γιώργος και ο Γιάννης είχαν μείνει άφωνοι και κοιτάζονταν μεταξύ τους. Έπειτα ο Γιώργος άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι της Εύας προς το μέρος του διευθυντή ακολουθούμενος από την Σοφία και τον Γιάννη.
«Δεσποινίς Παπακώστα έχω μείνει άφωνος και από εσάς αλλά και από τους φίλους σας.»
«Μα δεν καταλαβαίνουμε για πιο λόγο έχετε μείνει άφωνος;» Τον ρώτησε η Εύα.
«Έχω μείνει άφωνος από εσένα δεσποινίς μου, διότι παρόλο που είχες αυτό το τρομερό ατύχημα δεν έχασες την χαρά σου και σε αυτό βοήθησαν και οι φίλοι σου. Δεν έχω ξαναδεί κανένα άλλο παιδί σαν και εσένα. Παρόλο που παραλίγο να μείνεις παράλυτη για πάντα δεν έχεις χάση το χιούμορ σου και ακόμα και από αυτό το ατύχημα βρήκες και κάτι καλό, ότι» Είπε και συνέχισε ψιθυριστά. «ότι είσαι μαζί με αυτόν που σου αρέσει και με τους φίλους σου.»
«Μα αλήθεια εσείς πως τα ξέρετε όλα αυτά;» Τον ρώτησε ο Γιώργος.
«Μα ακριβώς αυτό θα σας μάθουμε. Θα σας μάθουμε πώς να ελέγχετε το μυαλό κάποιου, πώς να δημιουργείτε σε κάποιον
ψευδαισθήσεις, πώς να διαβάζετε τι σκέπτεται κάποιος, πώς να βλέπετε το παρελθόν κάποιου, πώς να κάνετε ταξίδια στο παρελθόν, πώς να μετακινείτε πράγματα μόνο με την σκέψη σας χωρίς να τα αγγίζετε και όλα αυτά μόνο με το μυαλό σας. Τώρα θα σας παρακαλέσω όλους να ακολουθήσετε την κυρία Σταθάτου που θα σας υποδείξει πιο θα είναι το δωμάτιο του καθενός.» Είπε και έδειξε προς την μεριά μιας ψιλόλιγνης γυναίκας με μακριά καφέ μαλλιά και καφέ μάτια. Την ώρα που πήγαιναν να απομακρυνθούν και ο Γιώργος, ο Γιάννης, η Σοφία και η Εύα, ο διευθυντής ξαναμίλησε.
«Εσάς θα σας δείξω εγώ που είναι τα δωμάτιά σας. Θα έχετε ένα δωμάτιο κοινό οι δυο κοπέλες και ένα δωμάτιο κοινό τα δύο αγόρια. Εσύ καλή μου από ότι πληροφορήθηκα σε δύο μήνες δηλαδή περίπου τα Χριστούγεννα θα περπατάς ξανά. Αληθεύει;»
«Ναι κύριε αληθεύει.»΄
«Ωραία, πολύ ωραία, χαίρομαι.» Είπε ο διευθυντής και έπειτα τους έγνεψε να τον ακολουθήσουν. Μπήκαν μέσα σε ένα ασανσέρ και ανέβηκαν στον τρίτο όροφο. Όταν βγήκαν από το ασανσέρ βρέθηκαν σε ένα διάδρομο γεμάτο πόρτες που κατέληγαν σε δωμάτια. Αφότου πέρασαν τις πρώτες τέσσερις πόρτες σταμάτησαν μπροστά στην πέμπτη και ο διευθυντής έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του και ξεκλείδωσε την πόρτα, έπειτα έδωσε το κλειδί στην Εύα. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκαν όλοι μέσα. Το δωμάτιο ήταν αρκετά μεγάλο. Είχε ένα μικρό μπάνιο αριστερά από την είσοδο. Απέναντι από την πόρτα βρισκόντουσαν δύο κρεβάτια και στον διπλανό τοίχο δύο γραφεία. Οι τύχει ήταν βαμμένοι σε ένα απαλό ροζ χρώμα.
Η Εύα και η Σοφία μόλις μπήκαν μέσα έβγαλαν ένα επιφώνημα θαυμασμού.
«Αυτό είναι το δωμάτιό σας, ελπίζω να σας αρέσει. Και τώρα θα πάω τα αγόρια στο δικό τους δωμάτιο, αν θέλετε μπορείτε να έρθετε.» Είπε ο διευθυντής και όλοι τον ακολούθησαν έξω από το δωμάτιο. Προχώρησε δύο πόρτες πιο εκεί και σταμάτησε πάλι μπροστά στην τρίτη. Έβγαλε πάλι από την τσέπη του ένα άλλο κλειδί ξεκλείδωσε την πόρτα και έδωσε το κλειδί στον Γιώργο. Ο Γιώργος άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα. Το δωμάτιο των αγοριών δεν διέφερε πολύ από των κοριτσιών. Διέφερε μόνο στο ότι οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με ένα ανοιχτό γαλάζιο χρώμα.
«Εγώ τώρα σας αφήνω να ξεκουραστείτε γιατί από αύριο ξεκινάνε τα μαθήματα.» Είπε ο διευθυντής και πήγε να φύγει.
«Α παραλίγο να το ξεχάσω. Στις 14:00 να κατεβείτε στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό φαγητό. Καλή σας ξεκούραση.» Είπε ο διευθυντής και βγήκε από το δωμάτιο. Τα αγόρια διάλεξαν από ένα κρεβάτι το καθένα και άφησαν από δίπλα τις βαλίτσες τους έπειτα ο Γιώργος κάθισε στο κρεβάτι του και έβαλε την Εύα να καθίσει πάνω στα πόδια του ενώ ο Γιάννης και η Σοφία κάθονταν στο κρεβάτι του Γιάννη. Ο Γιώργος διακριτικά χωρίς να τον προσέξει η Εύα έκανε νόημα στον Γιάννη να πάρει την Σοφία και να φύγουν.
«Σόφι, θέλεις να πάμε μια βόλτα;» Ρώτησε ο Γιάννης την Σοφία.
«Ναι αμέ, δεν έχω πρόβλημα.» Είπε η Σοφία και βγήκε μαζί με τον Γιάννη από το δωμάτιο αφήνοντας μόνους τον Γιώργο και την Εύα.
«Είδες έγινες διάσημη από την πρώτη μέρα.» Της είπε τρυφερά.
«Μόνο και μόνο για το ατύχημα μου. Και αν δεν μπορέσω να περπατήσω ξανά; Και αν μείνω για πάντα κολλημένη σε αυτήν την καρέκλα;» Είπε η Εύα έτοιμη να την πιάσουν τα κλάματα.
«Σους ηρέμησε. Μην σκέφτεσαι τέτοια τώρα. Και άμα παίρνεις τα φάρμακα που σου έχει δώσει ο γιατρός και πηγαίνεις και στην φυσιοθεραπεύτρια του σχολείου δεν θα έχεις πρόβλημα. Σου υπόσχομαι ότι πριν επιστρέψουμε από τις διακοπές των Χριστουγέννων θα περπατάς.»
«Αφού το λες εσύ.» Είπε και τον φίλησε.
«Πάντως παρόλο το ατύχημα σου δεν έχεις πάψει να είσαι γλυκιά.»
«Δεν ξέρεις πως ήμουν πιο πριν.»
«Ξέρω.»
«Πως ξέρεις.»
«Σε παρακολουθούσα. Όμως δεν μου είπες πως σου ήρθε το ότι εμένα μου άρεσε η Άντζι;»
«Έβλεπα ότι στο μάθημα κοιτούσες συνέχεια προς το μέρος της και πως στα διαλύματα ήσουν συνέχεια μαζί της.
«1ον στο μάθημα κοιτούσα προς το μέρος σου και επειδή η Άντζι κάθετε ακριβώς μπροστά σου όταν γύρναγες και κοίταζες προς το μέρος μου εγώ έκανα πως κοίταζα την Άντζι και 2ον στα διαλύματα ήμουν μαζί της γιατί της ζητούσα συμβουλές για το πώς να σε πλησιάσω.»
«Όπως και να προσπαθούσες να με πλησιάσεις εγώ πάντως δεν θα είχα πρόβλημα.»
«Ναι είδαμε και στο μαγαζί. Μόλις είδες ότι ερχόμουν προς το μέρος σου άρχισες να τρέχεις και τότε… Δεν θα το συγχωρήσω
ποτέ από τον εαυτό μου. Αν δεν…»
«Σταμάτα, εσύ δεν φταις σε τίποτα. Εγώ απλώς ήμουν απρόσεχτη. Εσύ δεν έφταιγες σε τίποτα.»
«Δεν θα μου το συγχωρούσα ποτέ άμα είχες πάθει κάτι χειρότερο. Αλήθεια δεν μου είπες. Τι έβλεπες όταν κοιμόσουν στο νοσοκομείο; Διότι σε άκουσα πολλές φορές να λες το όνομα μου.» Η Εύα κοκκίνισε έως τα αυτιά και του απάντησε.
«Έβλεπα ότι ήμασταν μαζί στην παραλία και διάφορα και ότι κάποια στιγμή γύρισες και με φίλησες.»
«Κάπως έτσι;» Είπε και γύρισε και την φίλησε.
«Δεν ξέρω δεν πρόλαβα να καταλάβω.» Είπε και τον ξαναφίλησε.«Ναι, μάλλον κάπως έτσι. Μόνο που είχε θέα στην θάλασσα.»
«Χε, χε. Καλύτερα να πηγαίνουμε σιγά, σιγά. Η ώρα είναι είδη 13:55. Μήπως ξέρεις που είναι η τραπεζαρία;»
«Νομίζω ότι είναι στο ισόγειο αριστερά από την είσοδο αλλά δεν είμαι σίγουρη.»
«Καλά θα το βρούμε. Έλα πάμε.» Είπε και την έβαλε στο καροτσάκι. Έπειτα άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι προς την έξοδο του δωματίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου