2Ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Όταν άνοιξε τα μάτια της είδε πως βρισκόταν σε ένα λευκό δωμάτιο. Πετάρισε λίγο τα βλέφαρα της για να συνηθίσει στο φως. Έπειτα είδε δύο φιγούρες να στέκονται από πάνω της.
‘Άρα ήταν ένα όνειρο’. Σκέφτηκε η Εύα. Κάποιοι της κρατούσαν τα χέρια της αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος. Δεν είχε ακόμα συνηθίσει στο φως. Τότε άκουσε μια φωνή.
«Ξύπνησε, ξύπνησε.» Άκουσε την Σοφία να φωνάζει. Και κατάλαβε πως ήταν εκείνη που της κρατούσε το αριστερό της χέρι. Το δεξί της όμως ποιος το κρατούσε; Μετά από λίγα λεπτά τα μάτια της συνήθισαν στο φως προσπάθησε να κουνήσει τα πόδια της αλλά δεν μπορούσε.
«Τι έχουν τα πόδια μου.» Φώναξε αναστατωμένη και ένιωσε κάποιον να της σφίγγει το δεξί της χέρι. Γύρισε το κεφάλι της και είδε τον Γιώργο. Ήταν χλωμός σαν κάποιος να του είχε στραγγίξει όλο το χρώμα από πάνω του.
«Γιώργο, Σοφία, τι μου συμβαίνει; Τι γυρεύω εδώ; Γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου;» Ρώτησε η Εύα ακόμα πανικόβλητη.
«Ηρέμισε Εύα, όλα θα πάνε καλά.» Της είπε η Σοφία ενώ ο Γιώργος φώναζε την νοσοκόμα.
«Βλέπω ότι ξύπνησες.» Άκουσε μια κοπέλα να της λέει και είδε μπροστά της μια νοσοκόμα. Πήγε της ανασήκωσε λίγο τα μαξιλάρια και την έβαλε να καθίσει.
«Σας παρακαλώ πείτε μου τι μου συμβαίνει.» Είπε η Εύα παρακλητικά στην νοσοκόμα.
«Δεν θυμάσαι;» Την ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Τι να θυμάμαι;»
«Θα σου πούνε οι φίλοι σου από εδώ.» Της απάντησε γλυκά και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Γιώργος αναστέναξε και ξεκίνησε.
«Όταν σε είδα έξω από το κατάστημα σε ακολούθησα. Ήθελα να σου πω κάτι αλλά δεν είχα βρει την ευκαιρία.» Είπε και αντάλλαξε ένα βλέμμα με την Σοφία. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Εσύ για κάποιον λόγο άρχισες να τρέχεις. Όπως έτρεχες πήγες να περάσεις το δρόμο και…» Έκανε μια παύση και συνέχισε. « Και σε πάτησε αυτοκίνητο. Ο οδηγός μόλις σε είδε πεσμένη κάτω στο δρόμο νόμιζε ότι σε σκότωσε και επειδή φοβήθηκε τον νόμο το έσκασε. Εγώ έτρεξα και μαζί με την βοήθεια ενός περαστικού σε τραβήξαμε στην άκρη. Έπειτα κάλεσα ένα ασθενοφόρο και ήρθε και μας πείρε. Όταν φτάσαμε εδώ και σε έφεραν σε αυτό το δωμάτιο σκέφτηκα πως θα ήτανε σωστό να ειδοποιήσω την Σοφία γιατί όταν θα ξύπναγες θα την έψαχνες. Εκείνη ήρθε αμέσως εδώ και κάλεσε και την μητέρα σου η οποία μέχρι πριν λίγα λεπτά ήταν εδώ αλλά είχε μια δουλειά και αναγκάστηκε να φύγει.»
«Και τα πόδια μου τι έπαθαν;»
«Σε χτύπησε αυτοκίνητο Εύα. Τι νόμιζες ότι δεν θα πάθαινες τίποτα;» Είπε η Σοφία. Η Εύα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δηλαδή θα έμενε ανάπηρη; Έδιωξε αυτήν την σκέψη γρήγορα από το μυαλό της και στράφηκε στον Γιώργο.
«Τι ήθελες να μου πεις;» Τον ρώτησε.
«Δεν έχει σημασία τώρα…»
«Τώρα που χτύπησα. Έχει και παραέχει. Πες μου.» Τον έκοψε η Εύα.
«Σοφία μπορείς να βγεις λίγο έξω;» Ζήτησε ο Γιώργος στην Σοφία.
«Εύα δεν νομίζω να…»
«Ναι Σόφι σε παρακαλώ.»
«Καλά.» Είπε η Σοφία θιγμένη και βγήκε έξω.
«Τώρα πες μου. Και δεν θέλω ψέματα.»
«Αυτό που ήθελα να σου πω, ήταν πως…»
«Πως τι;»
«Πως μου αρέσεις.» Της είπε και σηκώθηκε όρθιος έτοιμος να βγει έξω.
«Περίμενε.» Του φώναξε και αυτός σταμάτησε αμέσως. «Και εμένα μου αρέσεις. Εδώ και δύο χρόνια.»
«Αλήθεια;»
«Ναι, έλα εδώ.» Του είπε και αυτός έκανε μεταβολή και πήγε και κάθισε δίπλα της. «Γιατί είσαι τόσο χλομός;» Τον ρώτησε.
«Γιατί ανησύχησα.»
«Μπορείς να μου πεις τι είπε ο γιατρός για τα πόδια μου;» «Μην ανησυχείς. Είπε πως σε περίπου δυο μήνες θα περπατάς ξανά. Αρκεί να παίρνεις τα φάρμακα που σου έδωσε»
«Ωραία.» Είπε και του χάρισε ένα χαμόγελο.
«Η μητέρα μου που είναι;»
«Της τηλεφώνησε η Σοφία και της είπε ότι ξύπνησες. Σε λίγο θα είναι εδώ.» Όταν μετά από λίγο ήρθε η μητέρα της μία έκπληξη την περίμενε. Η μητέρα της είχε φέρει μαζί της 3 φακέλους. Τον ένα τον έδωσε στη Σοφία, τον άλλο στο Γιώργο και τον τρίτο στην Εύα. Μόλις τον άνοιξαν έμειναν άφωνοι. Ήταν από ένα σχολείο με υποτροφία που δεν είχανε κάνει αίτηση. Δέχονταν και τους τρεις τους. Σε αυτό το σχολείο δεν διάλεγαν τους καλύτερους μαθητές αλλά αυτούς που είναι σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση από τους άλλους. Που βρίσκουν πάντα ένα λόγο για να είναι ευχαριστημένοι. Δεν είχε ξανακούσει ποτέ για αυτό το σχολείο. Τώρα για το πώς τους βρήκανε. Ούτε αυτό το ήξερε. Πάντως ήταν χαρούμενη που θα έφευγε από αυτό το σχολείο και μάλιστα με τους πιο καλούς της φίλους. Λίγο πιο μετά χτύπησε το κινητό του Γιώργου. Ήταν ο Γιάννης.
«Έλα ρε τι γίνετε; Γιατί έφυγες έτσι ξαφνικά από το μαγαζί;»
«Άσε ρε που να στα λέω. Την Εύα την πάτησε αυτοκίνητο.»
«Τι; Είναι καλά;»
«Ναι μια χαρά. Α θέλει να σου μιλήσει.» Είπε και έδωσε το κινητό στην Εύα η οποία του ζητούσε από πριν να της το δώσει.
«Ναι, έλα Γιάννη.»
«Ρε Εύα, πως σε χτύπησε αυτοκίνητο;»
«Άστο είναι μεγάλη ιστορία. Να σε ρωτήσω. Μήπως έλαβες κανένα γράμμα για κάποιο σχολείο;»
«Για το Ρεγκίνιον λες;» Η Εύα πριν απαντήσει έριξε μια ματιά στο γράμμα της.
«Ναι, για αυτό.»
«Ναι, έλαβα, μην μου πεις ότι έλαβες και εσύ.»
«Και εγώ και η Σοφία και ο Γιώργος.»
«Δώσε μου λίγο τον Γιώργο.»Της είπε και εκείνη ξαναέδωσε το κινητό στον Γιώργο.
«Το πιστεύεις ρε; Θα φύγουμε όλη η παρέα από αυτό το τρελοκομείο δικέ μου.»
«Ναι τέλεια. Τέλος πάντων τα λέμε, άντε γεια.»
«Γεια.» Είπε και ο Γιάννης και το κλείσανε.
«Μαμά, τι κάνουν τα μικρά; Είναι καλά;» Ρώτησε η Εύα την μαμά της.
«Μια χαρά είναι. Τους είπα τι έπαθες. Έχουν πεθάνει από την ανησυχία τους.»
«Εμένα μου λες; Πάω στοίχημα πως αυτήν την στιγμή που μιλάμε κάνουν πάρτι.»
«Δεν θέλω να ακούω τέτοια για τα αδέρφια σου.»
«Ειδικά ο Χρίστος. Έχει πεθάνει από την τρομάρα του.»
«Μην λες τέτοια πράγματα. Μην ξεχνάς ότι έχουν χάσει είδη ένα μέλος της οικογένειάς τους από αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τον πατέρα σου. Μπορεί να έχετε διαφορές με τα αδέρφια σου αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν σε αγαπάνε.»
«Καλά. Άντε πήγαινε τώρα και να μου φιλήσεις την Νίκη μου εντάξει;»
«Σίγουρα δεν θέλεις να μείνω;»
«Σίγουρα. Θα μείνουν μαζί μου η Σοφία και ο Γιώργος. Πήγαινε.»
«Καλά. Θα έρθω πάλι αύριο.» Μόλις έφυγε η μητέρα της εκείνη στράφηκε προς την Σοφία και τον Γιώργο.
«Πότε λέει το γράμμα ότι πρέπει να πάμε στο Ρεγκίνιον;»
«Την Κυριακή.»
«Τι θα μένουμε εκεί; Γουστάρω.»
«Ναι όμως εσύ πως θα πας έτσι.»
«Μην ανησυχείς θα τα καταφέρω. Άχου τι ωραία.» Είπε και έπιασε το χέρι του Γιώργου. Έπειτα γύρισε στην Σοφία.
«Πήγαινε σπίτι σου να διαβάσεις, θα μείνει ο Γιώργος μαζί μου.»
«Καλά. Όταν επιστρέψεις σπίτι σου να μου το πεις.»
«Μάλλον θα επιστρέψω την Πέμπτη ή την Παρασκευή.»
«Οκ.» Είπε και έφυγε.
«Γιώργο ότι σου είπα πριν το εννοώ. Μου άρεσες και μου αρέσεις, για την ακρίβεια για σένα νιώθω κάτι παραπάνω από το αρέσεις.»
«Και εμένα Εύα.» Είπε και της χαμογέλασε.
«Σε ευχαριστώ.»
«Με ευχαριστείς για πιο πράγμα;»
«Σε ευχαριστώ που με τράβηξες από το δρόμο. Που κάλεσες ασθενοφόρο, που με συνόδευσες ως εδώ, που κάλεσες την Σοφία. Σε ευχαριστώ για όλα.»
«Μην με ευχαριστείς.» είπε και έσκυψε προς το μέρος της ώσπου όλα έγιναν σαν το όνειρο της. Την φίλησε, μόνο που τώρα δεν βρίσκονταν σε καμία παραλία αλλά σε ένα νοσοκομείο. Έπειτα κάθισε δίπλα της.
«Πονάς;»
«Όχι. Στην αρχή δεν είχα καταλάβει καν ότι, ότι είχα παραλύσει. Μόνο όταν προσπάθησα να τεντωθώ.»
«Μην ανησυχείς για το καινούργιο σχολείο, θα σε βοηθάμε εγώ η Σοφία και ο Γιάννης.»
«Δεν ανησυχώ. Δεν σου φαίνεται όμως λίγο παράξενο; Γιατί ψάχνουν μόνο για άτομα που βλέπουν τα πάντα από την καλή τους πλευρά.»
«Δεν ξέρω. Ο Γιάννης μου είπε ότι έχουν σχέση με την ψυχολογία γιατί θα μας κάνουν διάφορα μαθήματα πάνω σε αυτό, τώρα δεν ξέρω. Θα μας τα εξηγήσουν όλα εκεί.»
«Ναι. Άντε πήγαινε και εσύ να διαβάσεις.»
«Όχι.»
«Τι όχι;»
«Όχι θα μείνω να σε βοηθήσω στα μαθήματα. Μην νομίζεις πως επειδή χτύπησες θα παραμελήσεις τα μαθήματα σου. Όσο είμαι εγώ το αγόρι σου αυτό δεν θα συμβεί.»
«Άλλη φορά θα το ξέρω να μην τα φτιάχνω με αριστούχους.»
«Χα, χα γελάσαμε.» Της είπε και ξεκινήσανε τα μαθήματα τους. Όταν τελειώσανε είχε πια νυχτώσει. Χαιρέτισε τον Γιώργο ο οποίος της είπε πως θα ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα μετά το σχολείο και θα της έφερνε και τα μαθήματα. Έπειτα αφού κάθισε και διάβασε λίγο από το ‘Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ’ που της είχε φέρει η μητέρα της, ξάπλωσε και κοιμήθηκε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου