1Ο ΚΕΦΑΛΕΟ
Σήμερα η Εύα σηκώθηκε από το κρεβάτι με το ζόρι. Δεν είχε κλίσει μάτι σχεδόν όλη την νύχτα. Την είχε πάρει τηλέφωνο η Σοφία γιατί ήταν στα down της. Το πρωί στο σχολείο είχε τσακωθεί με μία κοπέλα και μετά από πάνω είχε και τους γονείς της να της φωνάζουν γιατί δεν πήγε καλά στα μαθήματα. Έτσι την πείρε τηλέφωνο για να την παρηγορήσει.
Ευτυχώς οι γονείς τους δεν τις πήραν είδηση γιατί αλλιώς θα αποχαιρετούσαν και οι δύο τα κινητά τους τηλέφωνα. Έτσι όταν κατάφερε και της έφτιαξε το κέφι είχε πάει πια 3 η ώρα οπότε της είχαν μείνει μόνο 4 ώρες ύπνο μέχρι να σηκωνόταν για το σχολείο. Έτσι όταν πια χτύπησε το ξυπνητήρι για να σηκωθεί στην αρχή έκανε πως δεν το ακούει όταν όμως άκουσε την μαμά της να φωνάζει που δεν είχε σηκωθεί ακόμα πετάχτηκε όρθια έστρωσε γρήγορα το κρεβάτι της και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο για να πλυθεί. Η Εύα ήταν μόλις 14 είχε μακριά μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια αλλά ήταν και πολύ καλή φίλη. Όλους τους βοηθούσε ακόμα και αν ήταν εις βάρος της. Βέβαια δεν ήταν και αγγελούδι έκανε και της βλακείες της. Μόλις ντύθηκε έβαλε τα παπούτσια της πείρε την τσάντα της στο χέρι, που την είχε φτιάξει από το προηγούμενο βράδυ, και έτρεξε γρήγορα προς την κουζίνα. Τα αδέρφια της είχαν όλα ξυπνήσει. Είχε τρία αδέρφια. Την Νικολέτα που ήταν 10 και τον Χρίστο με την Μαρκέλα που ήταν δίδυμα και 11 χρονών. Εκείνη ήταν η μεγαλύτερη και η μόνη που πήγαινε γυμνάσιο. Μόλις έφτασε στην κουζίνα βόλεψε το σάντουιτς της στην τσάντα και ετοιμάστηκε να φύγει.
«Που πας εσύ? Δεν θα φας πρωινό?»
«Έχω αργήσει ρε μαμά. Θα χάσω το σχολικό.»
«Μα... Καλά άντε καλό σχολείο.» Η Εύα μουρμούρισε κάτι σαν ευχαριστώ και βγήκε από το σπίτι. Η στάση δεν βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι έτσι όταν έφτασε, το λεωφορείο δεν είχε περάσει ακόμα. Περίμενε εκεί μαζί με άλλο ένα παιδί από το σχολείο, ώσπου έφτασε το λεωφορείο και μπήκε μέσα. Επειδή ήταν από τα πρώτα παιδιά που έπαιρνε το λεωφορείο μπορούσε να καθίσει σε όποια θέση ήθελε και έτσι πάντα καθόταν πίσω, πίσω στην γαλαρία. Μέχρι να φτάσουν στο σχολείο φόρεσε τα ακουστικά της και κάθισε και άκουσε μουσική. Πόπο πως βαριόταν να πάει στο σχολείο. Όταν έφτασαν στο σχολείο πήρε την τσάντα της και κατέβηκε από το σχολικό. Δεν πρόλαβε να μπει μέσα στην τάξη της και ήρθε καταπάνω της όλο χαρά η Σοφία. Η Σοφία είχε ξανθά μαλλιά ως τους ώμους και πράσινα μάτια. Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και όλα τα κορίτσια την ζήλευαν και γι αυτό δεν την έκαναν παρέα, μόνο η Εύα την έκανε γιατί ήξερε πως ήταν πολύ καλή κοπέλα και πως κάποια άλλη στην θέση της θα είχε γίνει ψωνάρα.
«Τι κάνεις Εύα; Πως πέρασες την χτεσινή μέρα;» Την ρώτησε η Σοφία με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά.
«Μια χαρά Σοφάκι. Εσύ πως τα πέρασες;»
«Πολύ καλά. Η μαμά μου είπε ότι θα πάω να μείνω στον μπαμπά μου αυτό το σαββατοκύριακο και είμαι πολύ χαρούμενη.»
«Τέλεια.»Οι γονείς της Σοφίας είχαν χωρίσει όταν ήταν πολύ μικρή έτσι όποτε η μαμά της είχε δουλειά πήγαινε και έμενε με τον πατέρα της.
«Να σου πω στο διάλυμα να πάμε στην πίσω αυλή να σου βάλω να ακούσεις από το κινητό μου ένα κομμάτι που συνέθεσα.» Της είπε η Εύα. Επειδή δεν επιτρέπονταν τα κινητά στο σχολείο όποτε θέλανε να πάρουνε κάποιον τηλέφωνο η γενικός να κάνουμε κάτι με τα κινητά τους πηγαίνανε κρυφά στην πίσω αυλή όπου δεν περνούσε ποτέ κανένας δάσκαλος για να τους δει. Μόλις τελείωσε την πρόταση της χτύπησε κουδούνι για να μπουν στην τάξη. Το θρανίο της Εύας και της Σοφίας ήταν το τελευταίο της μεσαίας σειράς έτσι ώστε να μπορούν να μιλάνε χωρίς να τους παίρνουν είδηση οι καθηγητές. Όπως κατευθύνονταν προς την θέση τους η Εύα είδε τον Γιώργο να μιλάει με την Άντζι. Αμέσως κοκάλωσε. Της Εύας, αν και δεν το είχε παραδεχτεί ποτέ, της άρεσε ο Γιώργος από την 1η γυμνασίου, κοντολογίς δύο χρόνια. Είχε μαύρα μαλλιά σαν τα δικά της, μόνο που τα δικά του ήταν κοντά, και γκριζογάλανα μάτια. Η Σοφία πείρε είδηση ότι τον κοίταζε και την τράβηξε προς το θρανίο τους. «Πρόσεχε θα καρφωθείς.» Της είπε με ένα σοβαρό ύφος. Μετά από λίγα λεπτά μπήκε μέσα ο καθηγητής Τρέβορς της Μουσικής.
«Πόπο μουσική πρώτη ώρα? Τι βαρεμάρα. Μου φαίνετε πως θα κοιμηθούμε και πάλι.»Είπε η Σοφία στην Εύα ψιθυριστά για να μην την ακούσει ο καθηγητής
«Έμα δεν μας μαθαίνει και τίποτα το σπουδαίο. Είναι πολύ βαρετό. Ας μας μάθαινε για τους καινούριους τραγουδιστές και όχι για τον Μπετόβεν.» Είπε η Εύα και της ξέφυγε ένα μικρό γελάκι.
«Ησυχία. Δεσποινίς Παπακώστα αφού είστε τόσο σίγουρη ότι τα ξέρετε αυτά που λέω και για αυτό τον λόγο δεν προσέχετε μπορείτε να μου πείτε τι είπα προηγουμένως?»
«Ωχ, κατάλαβα την έχω βαμμένη.» Είπε η Εύα στην Σοφία και σηκώθηκε όρθια κοιτώντας προς τον καθηγητή.
«Λοιπόν είπατε. Εμ...» Είπε η Εύα σκεφτική καθώς πρόσεξε πως όλα τα μάτια της τάξης ήταν στραμμένα επάνω της, όλα έκτος από του Γιώργου που κοίταζε σκεφτικός προς το μέρος της Άντζις.
«Εντάξει δεσποινίς καταλάβαμε. Είπαμε Εμ… Μπορείτε να καθίσετε τώρα και άλλη φορά να προσέχετε. Αν και δεν νομίζω ότι θα διορθωθεί κάτι γιατί τα U.F.O. σαν εσάς και την δεσποινίς Παπαστεργίου από δίπλα σας, δεν καταλαβαίνουν τι λένε οι άνθρωποι και ούτε πρόκειται να καταλάβουν ποτέ.» Της είπε και η Εύα χωρίς να περιμένει να της το πει δεύτερη φορά κάθισε στην θέση της. Με το ζόρι συγκρατιόταν να μην σηκωθεί και αντιμιλήσει στο καθηγητή κι αυτό γιατί η Σοφία την κρατούσα τόσο σφιχτά που το χέρι της είχε μελανιάσει.
Αμέσως ολόκληρη η τάξη άρχισε να γελάει.
«Ησυχία! Είπα να κάνετε ησυχία» Φώναζε συνέχεια ο καθηγητής. «Όποιον ξανακούσω να κάνει κάποιο θόρυβο θα τον πάω στον κύριο διευθυντή.» Μόλις το είπε αυτό ο κύριος της μουσικής, όλα τα παιδιά σταμάτησαν.
Η ημέρα πέρασε έτσι και η καημένη η Εύα δεχόταν συνεχώς επιθέσεις από τους καθηγητές της. Όταν σχολάσανε η Εύα και η Σοφία κατευθύνθηκαν προς την εξώπορτα του σχολείου τους.
«Τώρα κατάλαβα από πού βγαίνει η λέξη καθηγητής. Από την λέξεις καθίκι και γήτης. Δηλαδή το καθίκι της γης.» Γρύλισε θυμωμένη η Εύα στην Σοφία.
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα αλλά μήπως το παρατραβάς λίγο; Εντάξει είχες μία άσχημη μέρα αυτό είναι όλο.»
«Και δεν μου φτάνει μόνο αυτό αλλά μου φαίνεται ότι κάτι πάει να γίνει μεταξύ του Γιώργου και της Άντζις.» Συνέχισε η Εύα σαν να μην άκουσε την Σοφία. Η Σοφία ήταν η μόνη που ήξερε ότι στην Εύα άρεσε ο Γιώργος.
«Κάποια έχει νεύρα.» Μουρμούρισε η Σοφία.
«Ξέρεις κάτι; Δεν θα πάω σπίτι. Όχι δεν έφυγα μόλις από το ένα τρελοκομείο για να πάω να κλειστώ στο άλλο. Θα πάω να κάνω μία βόλτα στην παραλία να ηρεμίσω και μετά θα πάω σπίτι.»
«Είσαι τρελή; Νοέμβρη μήνα θα πας για μπάνιο; Εξάλλου η μητέρα σου θα σε περιμένει.»
«Άσε την να περιμένει, ας καλέσει και το εκατό δεν με ενδιαφέρει. Θα της στείλω μήνυμα. Μήπως λειτούργησε το ξανθό; Δεν υπάρχει περίπτωση να μπω στην θάλασσα, έξω θα κάτσω και θα κάνω βόλτες. Τα λέμε αύριο.» Είπε η Εύα στην Σοφία και άρχισε να τρέχει προς την παραλία, ενώ συγχρόνως έστελνε μήνυμα στην μητέρα της ότι θα αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι. Καθώς περνούσε έξω από το μαγαζί με τα παπούτσια κάθισε λίγο έξω από την βιτρίνα και χάζεψε ένα ζευγάρι σταράκια που ήταν μαύρα με νεκροκεφαλές επάνω. Καθώς καθόταν εκεί πρόσεξε πως μέσα στο μαγαζί στεκόταν ο Γιώργος μαζί με τον Γιάννη τον κολλητό του και κοιτούσανε κάτι παπούτσια. Ο Γιάννης ήταν λίγο πιο κοντός από τον Γιώργο με καστανά μαλλιά, καστανά μάτια και με μια χαρακτηριστική ελιά στο μάγουλο. Η Ευά κάθισε και κοίταζε τον Γιώργο κρυφά προσποιούμενη ότι ακόμη κοιτούσε τα «all star» Ξαφνικά εκείνος γύρισε το κεφάλι του και την είδε. Η Εύα έσκυψε βιαστικά το κεφάλι της κάνοντας πως κοίταζε ακόμα τα παπούτσια και όταν το ξανασήκωσε εκείνος ακόμα την κοιτούσε. Τον είδε να παρατάει τον Γιάννη και να κατευθύνετε προς την έξοδο του μαγαζιού. Αμέσως εκείνη άρχισε να τρέχει. Έστριψε στο πρώτο στενό που βρήκε μπροστά της και άρχισε να τρέχει προς την παραλία. Γυρνούσε συχνά πίσω της να δει αν την ακολουθούσε αλλά δεν τον είδε, παρόλα αυτά συνέχισε να τρέχει μέχρι που έφτασε στον προορισμό της. Άρχισε να κόβει βόλτες πάνω κάτω κλοτσώντας όποιο αντικείμενο έβρισκε μπροστά της. Στο τέλος πήγε και κάθισε σε ένα βράχο πετώντας πέτρες προς την θάλασσα. Κάποια στιγμή άκουσε βήματα πίσω της. Δεν γύρισε να δει ποιος ήταν απλώς συνέχισε να κοιτάει ευθεία σκεφτική.
«Τι έχεις Ευάκι;» Άκουσε μια γνώριμη φωνή πίσω της. Την δικιά του φωνή. Προτού προλάβει να του απαντήσει ήρθε και κάθισε δίπλα της.
«Τίποτα δεν έχω.» Του απάντησε εκείνη ψυχρά αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Άμα δεν είχες τίποτα δεν θα έκλαιγες.» Της απάντησε εκείνος χωρίς να χάσει τον ήρεμο τόνο στην φωνή του. Έπειτα με μια κίνηση του χεριού του της καθάρισε τα δάκρια. Ένιωσε τη ζέστη του χεριού του να την ακουμπάει και αναρίγησε κάπως στο άγγιγμα του. «Τι έχεις. Δεν μου αρέσει να σε βλέπω να κλαις. Και δεν θέλω να μου πεις ψέματα.» Της απάντησε αυτός αναγκάζοντας την να τον κοιτάξει.
«Σου είπα δεν έχω τίποτα. Απλώς πέρασα μια δύσκολη μέρα και αυτό είναι όλο.»
«Σίγουρα;» Τη ρώτησε και σηκώθηκε να φύγει.
«Όχι μην φεύγεις.» Του φώναξε πιάνοντας του το χέρι καθώς εκείνος έκανε να φύγει.
«Γιατί;»
«Απλώς δεν θέλω να μείνω μόνη.» Του απάντησε με πιο ήρεμο τόνο.
«Είναι μόνο αυτό ή μήπως και κάτι άλλο;» Της είπε και ξανακάθισε δίπλα της. Δεν του απάντησε. Δεν ήξερε τι να του πει. Άμα του έλεγε πως ήταν μόνο αυτό θα του έλεγε ψέματα και δεν ήθελε να το κάνει αυτό.
«Δεν θα μου απαντήσεις;» Την ρώτησε εκείνος ενώ την ανάγκαζε να τον κοιτάξει στα μάτια. Με το που τον κοίταξε χάθηκε στο απέραντο γαλάζιο των ματιών του. Έγνεψε αρνητικά χωρίς να πάρει το βλέμμα της από το δικό του. Ένιωθε την ζεστή ανάσα του στο πρόσωπο της. Τα δάχτυλά του χάιδευαν τα μάγουλα της καθώς κρατούσαν το πρόσωπο της χωρίς να το αφήνουν να κινηθεί. Οι καρδιές τους χτύπαγαν σαν τρελές χορεύοντας σε έναν ξέφρενο χορό. Το πρόσωπο του απείχε μόλις λίγα εκατοστά από το δικό της. Η Εύα άφησε την πέτρα που είχε έτοιμη να ρίξει στην θάλασσα και τύλιξε ενστικτωδώς γύρο από το λαιμό του φέρνοντας το κεφάλι του πιο κοντά της. Ώσπου την φίλησε. Ήταν ένα φιλί έντονο μα τρυφερό. Η Εύα παρόλο που ήταν όμορφη κοπέλα δεν είχε ξαναφιλήσει αγόρι. Αυτό ήταν το πρώτο της φιλί με το αγόρι που αγαπούσε εδώ και δύο χρόνια.
«Δεν καταλαβαίνω.» Ήταν το μόνο που κατάφερε να πει όταν σταμάτησαν να φιλιούνται.
«Τι δεν καταλαβαίνεις;» Την κοίταξε απορημένος.
«Μα εσένα σου αρέσει η Άντζελα όχι εγώ.» Του απάντησε εκείνη σαστισμένη από αυτό που μόλις είχε συμβεί.
«Πως σου ήρθε αυτό; Ποτέ δεν μου άρεσε η Άντζι και ούτε πρόκειται. Η Άντζι είναι απλώς φίλη μου. Εκείνη και ο Γιάννης ήταν οι μόνοι που ήξεραν ότι μου άρεσες. Από πέρυσι μου άρεσες αλλά δεν είχα βρει την ευκαιρία να σου το πω. Ίσως επειδή φοβόμουν την αντίδραση σου. Όταν σε είδα σήμερα έξω από το μαγαζί τον παπουτσιών μόνη σου σκέφτηκα πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή να σε πλησιάσω όμως μόλις βγήκα έξω εσύ είχες γίνει άφαντη αλλά επειδή είχα παρακολουθήσει ότι όποτε έχεις κάτι πηγαίνεις στην θάλασσα κατευθύνθηκα προς τα εδώ όπου και σε βρήκα.»
«Σίγουρα δεν ονειρεύομαι;» Τον ρώτησε απαλά σαν να ζητούσε να της απαντήσει όχι αλλά συγχρόνως να ήταν σίγουρη για το αντίθετο. Εκείνος της χαμογέλασε αχνά και έπειτα όλα σκοτείνιασαν γύρω της
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου