Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

16ο κεφάλαιο ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ

Αφότου καθίσαμε λίγη ώρα αγκαλιά σηκώθηκα όρθια.
«Που πας?» Μου είπε.
«Πάω να δω τι κάνει η Ρασέλ.»
«Ξέρεις κάτι?»
«Τι?»
«Θα γινόσουνα πολύ καλή μαμά.»
«Η Ρασέλ για μένα είναι σαν κόρη μου. Οπότε νιώθω είδη μαμά. Και να ξέρεις ότι και εσύ θα γινόσουνα καταπληκτικός πατέρας. Και για την Ρασέλ ακόμα.» Είπα και του χαμογέλασα πριν βγω από το δωμάτιο. Όταν κατέβηκα κάτω βρήκα την Ρασέλ να κάθετε μόνη της στην κουζίνα και να προσπαθεί να καθαρίσει ένα μύλο να φάει με ένα επικίνδυνα μεγάλο μαχαίρι. Εγώ αμέσως έτρεξα –παρόλο τον πόνο του ποδιού μου- και της το πείρα από τα χέρια.
«Γιατί δεν με φώναξες να στο καθαρίσω εγώ. Γιατί δεν ζήτησες από την Μαρίνα ή τους υπολοίπους να σου το καθαρίσουν. Θα μπορούσες να κοπείς.»
«Η Μαρίνα, η Βαλεντίνα και ο Παύλος κοιμόντουσαν. Ο Ντέιβ και η Αγάπη ήτανε έξω. Και εσύ 1ον είσαι χτυπημένη και 2ον ήσουν επάνω με τον θείο Άγγελο.»
«Γλυκιά μου θέλω οτιδήποτε κάνεις να μου το λες πριν το κάνεις. Όπου και να με ό,τι και να κάνω. Είτε σε εμένα είτε στον θείο
Άγγελο.» Έπειτα πήρα το μήλο, της το καθάρισα και της το έδωσα.
«Εντάξει θεία.» Μου είπε και με αγκάλιασε. Τότε εγώ κατέβηκα στο επίπεδο της για να μπορεί να με βλέπει.
«Ρασέλ μου θέλω να ξέρεις πως και εγώ και ο Άγγελος σε αγαπάμε σαν να είσαι δικό μας παιδί. Αυτό θέλω να το βάλεις καλά στο μυαλό σου.» Της είπα και την έσφιξα στην αγκαλιά μου.
«Και εγώ θεία σας νιώθω σαν δικούς μου γονείς.»
«Λοιπόν πάμε στον Άγγελο?» Της είπα και την τράβηξα από το χέρι.
«Πάμε.» Είπε και άρχισε να τρέχει στις σκάλες. «Θα φτάσω πρώτη.»
«Δεν το νομίζω.» Της είπα και την έφτασα στο λεπτό.
«Δεν είναι δίκαιο εσύ είσαι προστάτης για αυτό τρέχεις τόσο γρήγορα.»
«Και εσύ είσαι μάγισσα και πετάς.» Της είπα και της έκλεισα το μάτι.
«Τελικά είμαστε μία πολύ παράξενη οικογένεια.» Δήλωσε η Ρασέλ γελώντας την ώρα που μπαίναμε μέσα στο δωμάτιό μου. Ο Άγγελος καθόταν εκεί που τον είχα αφήσει. Μόνο που τώρα ήταν πολύ σκεφτικός.
«Γεια θείε Άγγελε.» Φώναξε η Ρασέλ και έπεσε στην αγκαλιά του.
«Βρε καλώς την. Τι κάνει το κοριτσάκι μας?» Της είπε και της φίλησε τα μαλλιά.
«Καλά είμαι. Αύριο είναι παραμονή Χριστουγέννων. Θα έρθει κανείς?» Ρώτησε η Ρασέλ όλο χαρά.
«Βασικά αύριο το βράδυ θα το περάσει ο καθένας στο σπίτι του.» Της απάντησα εγώ αμέσως.
«Δηλαδή εμείς θα πάμε στον παππού και την γιαγιά και ο Άγγελος με τον Ντέιβ θα πάνε στους γονείς τους και η Αγάπη στους γονείς της και…»
«Ναι γλυκιά μου ο καθένας θα πάει σπίτι του.»
«Και θα κοιμηθούνε εκεί?»
«Ναι γλυκιά μου.»
«Δηλαδή δεν θα περάσουμε τα Χριστούγεννα όλοι μαζί?» Ρώτησε η Ρασέλ κλαψουρίζοντας.
«Όχι καρδούλα μου. Αλλά αν θες θα περάσουμε μαζί την πρωτοχρονιά. Τι λες?»
«Ναι!!!» Φώναξε η Ρασέλ όλο ενθουσιασμό και παραλίγο να τους ξυπνήσει όλους. Για την ακρίβεια τους ξύπνησε αλλά κανείς δεν παραδέχτηκε ότι έφταιγε η Ρασέλ. Λίγα λεπτά αργότερα μπήκε στο δωμάτιο η νυσταγμένη Μαρίνα που μόλις είχε ξυπνήσει.
«Γεια σου Μαρίνα; Εγώ σε ξύπνησα;» Ρώτησε η Ρασέλ με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά.
«Όχι γλυκιά μου είχα ξυπνήσει εδώ και ώρα άλλα καθόμουν ξαπλωμένη. Έλα πάμε κάτω. Έξω άρχισε να χιονίζει. Δεν θες να πας να παίξεις;»
«Χιονίζει; Αχ τι ωραία. Φύγαμε!!» Είπε η Ρασέλ και πήγε να βγει από την πόρτα.
«Επ. Για πού το έβαλες. Μπουφάν, γάντια και κασκόλ. Γρήγορα.» Της είπα και της χαμογέλασα. Μόλις έφυγαν όλοι από το δωμάτιο πήγα και κάθισα δίπλα στον Άγγελο.
«Θα μου λήψεις αύριο. Θα είναι τα πρώτα μας Χριστούγεννα και θα τα περάσουμε ξεχωριστά.»
«Μπορώ να έρθω μαζί σου αν θέλεις;» Είπε και το πρόσωπο του φωτίστηκε. Εγώ ενώ στην πραγματικότητα το ήθελα αυτό όσο τίποτα άλλο του αρνήθηκα.
«Όχι, όχι πρέπει να πας. Έχεις να μείνεις πολύ καιρό με τους γονείς σου και θα τους έχεις λείψει, εξάλλου κάποιος πρέπει να προσέχει τον Ντέιβ.»
«Είσαι σίγουρη για αυτό. Θέλω να πω ο Ντέιβ θα μπορούσε να τα βγάλει μια χαρά πέρα μόνος του και εγώ θα μπορούσα να πάω μία άλλη φορά να δω τους γονείς μου.»
«Το ξέρεις πολύ καλά πως θέλω περισσότερο από οτιδήποτε να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα αλλά πρέπει να πας στους γονείς σου και εγώ στους δικούς μου.»
«Μα γιατί πάντα θες να κάνεις αυτό που είναι καλό για τους άλλους και δεν κάνεις ποτέ αυτό που θες εσύ;»
«Αν θυμάσαι καλά την τελευταία φορά που επιχείρησα να κάνω κάτι που νόμιζα ότι θα έκανε καλό σε εμένα αλλά και σε εσάς έτρεχε ο Ντέιβ για να με σώσει από βέβαιο θάνατο. Τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα. Δεν μου λες θα είναι και κανείς άλλος εκτός από τους γονείς σου που θα περάσεις τα Χριστούγεννα;»
«Όχι. Σαν ποιος δηλαδή;»
«Δεν θα ναι καμιά κοπέλα εκεί μαζί σας;»
«Γιατί ζηλεύεις;»
«Όχι. Χαζός είσαι;»
«Α δεν ξέρω.»
«Φυσικά και δεν είσαι χαζός.»
«Εσύ με ποιους άλλους θα είσαι;»
«Με την Ρασέλ μόνο, και που θα πάτε για ρεβεγιόν; Σε εκείνο το εστιατόριο με της ωραίες σερβιτόρες που μου έλεγες;»
«Όχι. Και με επαναφέρεις πάλι στο θέμα της ζήλιας.»
«Ξέχνα το, το παίρνω πίσω είσαι χαζός.» Του είπα και χαμογέλασα ενώ εκείνος έκανε μία γκριμάτσα σαν να με κορόιδευε.
«Θα δεις τι θα πάθεις που με κοροϊδεύεις.»
«Πόπο τρόμαξα τώρα. Και τι θα μου κάνεις; Αν επιτρέπετε.»
«Τώρα θα δεις.» Είπα και άρχισα να τον γαργαλάω και να τον φιλάω σχεδόν συγχρόνως.
«Αν αυτό είναι η τιμωρία μου τότε θέλω πιο συχνά.» Μου είπε μόλις σταμάτησα να τον γαργαλάω και μου χαμογέλασε πριν με φιλήσει. Εγώ γέλασα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου ακριβώς δίπλα του.
«Είσαι πολύ αστεία αλλά ώρες ώρες μπορείς να γίνεις σπαστικιά.» Μου είπε και μου έκλεισε συνωμοτικά το μάτι.
«Δεν είμαι σπαστικιά.»
«Ξέρεις κάτι; Έχει φάση να είμαι μαζί με μία γλυκιά τρελοέφηβο.»
«Μμμμ μίλησε και ο ενήλικας.» Του είπα γνωρίζοντας ότι τον πείραζε ενώ έσκαγα ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση που είχα καταφέρει να τον πειράξω.
«Μου υποσχέθηκες ότι δεν θα το ξαναέλεγες» Μου μουρμούρισε ενώ με φίλαγε.
«Δεν το εννοούσα.» Του απάντησα και αφεθήκαμε στην αγάπη μας.

Το πρωί όταν ξύπνησα ο Άγγελος κοιμόταν ακόμα δίπλα μου.
Μάλλον ήταν πολύ νωρίς διότι ο ήλιος δεν είχε προλάβει να ανατείλει τελείως. Κοίταξα το ρολόι μου και είδα πως ήταν έξι τα ξημερώματα αλλά μιας και δεν με έπαιρνε ο ύπνος σηκώθηκα από το κρεβάτι, χαιρέτισα τον Ντέιβ που καθόταν και κοίταγε την Αγάπη που κοιμόταν, μιας και αυτός δεν μπορούσε από την φύση του να κοιμηθεί, και πήγα και σκέπασα καλύτερα την Ρασέλ για να μην κρυώσει, έπειτα κατευθύνθηκα προς το μπάνιο για να πλύνω τα δόντια μου και το πρόσωπο μου και να ντυθώ. Μόλις βγήκα έξω και κατευθύνθηκα προς τις σκάλες είδα τον Παύλο να πηγαίνει προς το δωμάτιο των αγοριών στενοχωρημένος, δεν με πρόσεξε καν. Αμέσως εγώ έτρεξα και τον σταμάτησα.
«Ε. Τι έγινε δεν μας μιλάς τώρα;»
«Συγνώμη δεν σε είδα.»
«Αυτό το καταλάβαμε. Έλα πες μου τι έχεις; Είμαι ή δεν είμαι φίλη σου. Έλα θα σε βοηθήσει αν ανοιχτής σε κάποιον.»
«Δεν ξέρω.» Μου είπε και εγώ τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια του σαν να προσπαθούσα να καταλάβω από αυτά τι είχε.
«Καλά θα σου πω. Αλλά όχι εδώ. Έλα πάμε στο δωμάτιό μου. Δεν είναι κανείς μέσα. Ο Ντέιβ κάθετε και βλέπει την Αγάπη που κοιμάται και ο Άγγελος… Βασικά ο Άγγελος δεν ξέρω που είναι, πάντως δεν είναι στο δωμάτιο.»
«Στο δωμάτιο μου είναι, κοιμάται.»
«Α, Εντάξει. Έλα πάμε.» Είπε και με τράβηξε από το χέρι προς το δωμάτιο του. «Κάθισε.» Μου είπε μόλις μπήκαμε μέσα και μου έδειξε προς τον καναπέ. Εγώ κάθισα και περίμενα να μου μιλήσει. Μόλις έκλεισε την πόρτα ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
«Με την Ελένη δεν πάμε καλά. Μου είπε πως πρέπει να την εμπιστεύομαι και να της πω τι έχω αλλά αφού δεν αφήνει ο Άγγελος δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Και ξέρεις πως την αγαπώ και δεν θέλω να την χάσω αλλά αν δεν της πω θα την χάσω για πάντα.»
«Λοιπόν άκου, μόλις ξυπνήσει ο Άγγελος θα του το πούμε και όλα θα πάνε μια χαρά. Θα δεις. Έλα εδώ.» Του είπα και του άνοιξα τα χέρια μου και τον αγκάλιασα γύρω από τους ώμους όπως όταν ήμασταν μικρά παιδιά. «Θυμάσαι τι λέγαμε όταν ήμασταν μικροί; Η Ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.»
«Γι αυτό δεν την θέλει κανείς για πεθερά.» Είπε και γελάσαμε και οι δύο με το αστείο του.
«Θα το πούμε μαζί στον Άγγελο.»
«Να μου πείτε τι;» Ακούστηκε από πίσω μας η φωνή του Άγγελου και γύρισα και είδα ότι μόλις είχε μπει μέσα, ήρθε και έκατσε μπροστά μας. Μόλις είδε ότι είχα πάρει τον Παύλο αγκαλιά μου φάνηκε πως ύψωσε λίγο περισσότερο τη φωνή του και πως σφίχτηκε λίγο.
«Ξαναρωτάω, να μου πείτε τι;»
«Άγγελλε ηρέμισε σε παρακαλώ.»
«Μάντι, Παύλο, θα μου πείτε επιτέλους;» Είπε εκνευρισμένος.
«Αν δεν ηρεμίσεις δεν σου λέμε τίποτα. Κάθισε σε παρακαλώ.» Του είπα και του έδειξα με το χέρι μου το κρεβάτι που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από τον καναπέ. Εκείνος κάθισε και έκανε μια γκριμάτσα προσπαθώντας να κάνει πως ηρέμισε.
«Λοιπόν, θέλαμε να σου πούμε με τον Παύλο πως δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση.» Πριν προλάβω να τελειώσω την πρόταση μου τον είδα να ανατριχιάζει. Μα τι είχε πάθει; «Ο Παύλος και εγώ … Μα καλά Άγγελε ηρέμισε λίγο για να μπορέσω να σου πω. Με το να κοπανιέσαι στην καρέκλα σου δεν κάνεις τίποτα. Λοιπόν ο Παύλος και εγώ όπως ξέρεις πολύ καλά ήμαστε πολύ καλοί φίλοι» Μου φάνηκε πως τον άκουσα να μουρμουρίζει κάτι που έμοιαζε ‘‘και έτσι να μείνετε’’ αλλά δεν του έδωσα σημασία και συνέχισα «Και μου εκμυστηρεύτηκε ότι έχει προβλήματα με την Ελένη, την κοπέλα του, γιατί έχει καταλάβει πως κάτι της κρύβει, γι αυτό θέλαμε να σε ρωτήσουμε αν μπορεί να της πει την αλήθεια για το τι είναι. Για το τι ήμαστε όλοι μας. Λοιπόν τι λες;» Μόλις τελείωσα την πρόταση μου πρόσεξα ότι αμέσως ξεσφίχτηκε και ηρέμισε.
«Α Αυτό ήταν;»
«Ναι γιατί τι νόμιζες;»
«Τίποτα, μα και φυσικά μπορείς Παύλο να της το πεις και να την φέρεις κιόλας να την γνωρίσουμε.»
«Ευχαριστώ Άγγελε. Πάω να το πω στην Μαρίνα.»
«Μα είναι 7:30 θα την ξυπνήσεις.»
«Δεν νομίζω να έχει πρόβλημα.» Είπε και σηκώθηκε από τον καναπέ κατευθυνόμενος προς την πόρτα
«Πρόσεχε μην ξυπνήσεις την Βαλεντίνα.» Του φώναξα λίγο πριν βγει έξω.«Και τώρα οι δυο μας» Είπα στον Άγγελο και τον τράβηξα να έρθει να κάτσει δίπλα μου στον καναπέ. «Τι έχεις;» Του είπα και τον φίλησα.
«Τίποτα δεν έχω.»
«Ναι το είδαμε, γιατί ήσουν θυμωμένος πιο πριν; Δεν έχουμε πει ότι θα τα λέμε όλα μεταξύ μας;»
«Ναι, το έχουμε πει.»
«Τότε γιατί δεν μου λες;»
«Καλά θα σου πω. Να έτσι όπως τον είχες αγκαλιά και όπως πήγαινες να μου πεις για το πρόβλημα του με την Ελένη, ε να ε νόμιζα πως ήθελες να χωρίσεις μαζί μου και να πας μαζί του.»
«Για τέτοια με έχεις;»
«Όχι, όχι βέβαια, απλώς ζήλεψα.»
«Και εχτές έλεγες για μένα. Άντε ζηλιάρη.»
«Συγνώμη δεν το κάνω και επίτηδες.»
«Έλα εδώ ζηλιαρόγατα.»
«Σου άρεσε εχτές, κοιμήθηκες καλά;»
«Και μου άρεσε και καλά κοιμήθηκα.» Του είπα και τον φίλησα. «Μου λες πότε θα σταματήσει αυτό;» Με ρώτησε όλο αγάπη.
«Να σταματήσει πιο;»
«Το να σε αγαπάω τόσο πολύ και να μην χορταίνω να είμαι κοντά σου.»
«Ας ελπίσουμε πως δεν θα σταματήσει.» Του είπα και τον φίλησα στο μάγουλο. «Με συγχωρείς πρέπει να φύγω.» Είπα και σηκώθηκα απότομα από τον καναπέ.
«Που πας;» Με ρώτησε ανήσυχος.
«Πρέπει να πάω στην τουαλέτα γιατί έχω τάση προς εμετό.»
«Είσαι καλά; Θες να έρθω μαζί σου;»
«Όχι εσύ περίμενε εδώ.» Του είπα και έτρεξα προς το μπάνιο. Δεν ήθελα ο Άγγελος να με δει σε αυτό το χάλι γι αυτό και έκλεισα και την πόρτα πίσω μου.
«Μάντι γλυκιά μου. Σε παρακαλώ άφησε με να μπω. Ανησυχώ.»
«Είμαι μια χαρά, μάλλον θα με πείραξε κάτι που έφαγα.»
«Μα δεν έφαγες τίποτα χτες το βράδυ ούτε σήμερα το πρωί. Σε παρακαλώ Μάντι. Άνοιξε μου την πόρτα.» Εγώ τότε άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω, δεν πρόλαβα να κάνω ένα βήμα και εκείνος με πείρε αγκαλιά.
«Είσαι καλά;»
«Μια χαρά είμαι.»
«Τι έπαθες; Μήπως κρύωσες;»
«Δεν ξέρω. Συγνώμη που σε ανησύχησα.»
«Δεν πειράζει, αρκεί που είσαι καλά.» Είπε και με φίλησε.
«Θα μου λήψεις σήμερα.»Του είπα.
«Κι εμένα θα μου λήψεις. Και να προσέχεις, άμα συνεχίσεις να νιώθεις άσχημα να πας σε γιατρό.»
«Εμ, Άγγελε δεν μπορώ να πάω σε γιατρό γιατί θα καταλάβει πως είμαι διαφορετική.»
«Ναι, σωστά.»
«Πρέπει να πάω να ξυπνήσω την Ρασέλ.»
«Άργησες την ξύπνησα ήδη.»Μου είπε η Αγάπη η οποία έμπαινε αυτήν την στιγμή μέσα στο δωμάτιο με την Ρασέλ να την ακολουθεί.
«Θεία έμαθες τα καλά νέα;»
«Τι γλυκιά μου;»
«Οι γονείς της Αγάπης θα πάνε σε ταξίδι και πήραν την Αγάπη τηλέφωνο και της είπαν ότι έχουν συνεννοηθεί με τον παππού και την γιαγιά να έρθει μαζί μας να περάσει τα Χριστούγεννα.» Είπε η Ρασέλ σχεδόν ξεφωνίζοντας από την χαρά της.
«Αχ τι ωραία. Θα περάσουμε πολύ ωραία. Θα δεις. Με συγχωρείτε.» Είπα και μπήκα πάλι μέσα στο μπάνιο. Δεν ήξερα τι με είχε πιάσει αλλά ένιωθα λες και ήμουν μέσα σε ένα καράβι και με έπιανε συνεχώς ναυτία. Μόλις βγήκα έξω είδα την Αγάπη και τον Άγγελο να βρίσκονται σκυφτοί και να ψιθυρίζουν μεταξύ τους.
«Αγάπη πάμε. Είναι ώρα να φύγουμε. Πάμε να χαιρετίσουμε τους υπόλοιπους και να φύγουμε.»
«Εντάξει. Έλα Ρασέλ.» Αφότου τους χαιρετίσαμε όλους πήγα στον Άγγελο.
«Αγάπη μου είπα στην Αγάπη να σε προσέχει.»
«Μην ανησυχείς θα είμαι μια χαρά, μάλλον θα κρύωσα.»
«Γλυκιά μου δεν μπορείς να έχεις κρυώσει διότι εμείς δεν κρυώνουμε. Και ούτε κάτι που έχεις φάει μπορεί να σε πείραξε γιατί δεν έχεις φάει τίποτα. Αν με χρειαστείς τίποτα πάρε με τηλέφωνο και εγώ θα έρθω αμέσως.»
«Εντάξει. Σε αγαπώ, θα μου λήψεις.» του είπα και τον φίλησα έπειτα πείρα αγκαλιά την Ρασέλ και μαζί με την Αγάπη αρχίσαμε να τρέχουμε προς την κατεύθυνση του σπιτιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου