Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

15ο Κεφάλαιο Ο Καβγάς

Όταν μπήκα στο δωμάτιο του Άγγελου τον βρήκα να κάθετε στο κρεβάτι του σκεφτικός. Μόλις με είδε σηκώθηκε όρθιος και ήρθε γρήγορα και με αγκάλιασε. Με κράτησε σφιχτά λες και ήταν η τελευταία φορά. «Τι έχεις Άγγελε?»Του είπα και τραβήχτηκα από την αγκαλιά του. «Γιατί είσαι έτσι σκεφτικός με ανησυχείς.»
«Συγνώμη γλυκιά μου.» Είπε και κάθισε στον καναπέ τραβώντας με από το χέρι να καθίσω πάνω στα γόνατά του.
«Σε παρακαλώ πες μου τι έχεις.»Είπα και τον κοίταξα στα μάτια.
«Απλώς δεν σε έχω δει καθόλου όλη μέρα, έχει σχεδόν βραδιάσει και δεν σε είδα καθόλου και ξέρεις ανησύχησα, μήπως…» Τότε συνειδητοποίησα ότι η ώρα είχε φτάσει 7 το απόγευμα.
«Μήπως τι?» Είπα και έβαλα το κεφάλι μου στον ώμο του.
«Μήπως δεν με ήθελες πια. Μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε.» Μου είπε χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά, ενώ με κρατούσε όσο πιο γερά μπορούσε.
«Είσαι χαζός?»Του είπα και σηκώθηκα απότομα. «Υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω εγώ ποτέ? Εμένα δεν με ξεφορτώνεστε έτσι εύκολα κύριε.»
«Συγνώμη.» Είπε και έσκυψε το κεφάλι. «Δεν έπρεπε ούτε να το σκεφτώ. Μου έλειψες.»
«Και εμένα μου έλειψες.»
«Ναι το είδαμε. Είχες απορροφηθεί τόσο πολύ στο να κάνεις τον Ντέιβ και την Αγάπη να τα βρούνε που με ξέχασες.» Μου είπε κάπως γκρινιάζοντας.
«Έλα συγνώμη. Δεν ήθελα να τους βλέπω λυπημένους.»
«Έλα εδώ.» Μου είπε και μου άνοιξε τα χέρια του για να καθίσω στην αγκαλιά του. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψες. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψε η φωνούλα σου, το άγγιγμα σου, η μυρωδιά σου, εσύ η ίδια.»
«Ούτε εσύ μπορείς.» Είπα και τον φίλησα. Εκείνη την στιγμή μπήκαν μέσα ο Ντέιβ με την Αγάπη.
«Ωχ συγνώμη σας διακόψαμε?» Είπε η Αγάπη. Και έκανε να τραβήξει τον Ντείβ και να βγουν έξω.
«Όχι όχι. Για πείτε μου τι συμβαίνει?» Τους είπα ενώ κάθησα όσο πιο κοντά στον Άγγελο μπορούσα.
«Απλώς θέλαμε να σε ευχαριστήσουμε. Χωρίς εσένα δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί.» Μου είπε η Αγάπη και ήρθε με τον Ντέιβ και κάθισαν δίπλα μας στον καναπέ ενώ του κρατούσε το χέρι.
«Δεν κάνει τίποτα.»
«Άγγελε, έχεις τίποτα?» Είπε ο Ντέιβ στον Άγγελο.
«Όχι όχι τίποτα. Απλώς είμαι λίγο κουρασμένος και μου έλειψε η Μάντι, αυτό είναι όλο.»
«Α καλά. Λοιπόν εμείς θα πάμε κάτω να ετοιμάσουμε στην Ρασέλ κάτι να φάει θα έρθετε?»
«Εγώ δεν θα έρθω δεν πεινάω.» Είπα στον Ντέιβ
«Εσύ Άγγελε?»
«Όχι ούτε εγώ θα έρθω.»
Όταν φύγανε τα παιδιά εγώ με τον Άγγελο καθίσαμε αγκαλιά ενώ εγώ είχα πάρει στα χέρια μου το δικό του και το περιεργαζόμουν.
«Τι κάνεις?» Με ρώτησε.
«Κοιτάζω το χέρι σου.»
«Αυτό το βλέπω, γιατί όμως?» Μου είπε με ένα απορημένο τόνο στην φωνή του που μέσα του έκρυβε και τρυφερότητα.
«Έτσι.» Του είπα και γύρισα και τον φίλησα.
«Ποτέ δεν θα σε καταλάβω. Και αυτό μάλλον είναι το μαγικό.»
Όταν η ώρα πήγε εννιά πήρα την Ρασέλ και την πήγα να ξαπλώσει έπειτα άλλαξα και εγώ και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Μετά από λίγο μπήκε μέσα ο Άγγελος για να με καληνυχτίσει. Ήρθε και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού.
«Καληνύχτα αγάπη μου.» Είπε και μου χάιδεψε τα μαλλιά ενώ έκανε να σηκωθεί.
«Περίμενε.» Του είπα.
«Τι?»
«Μπορείς να ξαπλώσεις εδώ μαζί μου?»
«Τι να κοιμηθούμε μαζί?»
«Ναι.»
«Καλά εντάξει.» Μου είπε και εγώ πήγα πιο κει για να μπορέσει να ξαπλώσει. Όταν ξάπλωσε και εκείνος στριμώχτηκα όσο πιο κοντά του μπορούσα και κοιμηθήκαμε.
Το πρωί όταν ξύπνησα ο Άγγελος δεν ήταν δίπλα μου. Δεν πρόλαβα όμως να ανησυχήσω γιατί τον είδα να μπαίνει μέσα με έναν δίσκο στο χέρι.
«Πως κοιμήθηκες πριγκηπέσα μου?» Είπε και ακούμπησε το δίσκο στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι.
«Μια χαρά εσύ?» Είπα και τον φίλησα.
«Μια χαρά και εγώ.»
«Η Ρασέλ που είναι?»
«Να τη έρχεται.» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του και μπήκε μέσα τρέχοντας η Ρασέλ.
«Θεία!!»
«Τι κάνεις μικρούλα μου?»
«Μια χαρά είμαι. Θεία να σε ρωτήσω κάτι?»
«Τι γλυκιά μου?»
«Που είναι ο Παύλος? Από τότε που τσακώθηκε με τον θείο Άγγελο δεν τον έχω δει και μου είχε υποσχεθεί ότι θα με πήγαινε βόλτα.»
«Δεν ξέρω γλυκιά μου. Ε Ρασέλ δεν πας λίγο στην Βαλεντίνα γιατί θέλω να πω δυο λόγια με το θείο σου.»
«Καλά.» Είπε και έφυγε. Εγώ τότε σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και γύρισα θυμωμένη προς τον Άγγελο.
«Για πες τώρα.»
«Τι να πω?» Είπε και έκανε να με αγκαλιάσει.
«Δεν πιάνουν αυτά σε εμένα. Κάθισε εκεί και πες τι έγινε με τον Παύλο.» Για την ακρίβεια έπιαναν και ο Άγγελος το ήξερε και για αυτό το έκανε. Γι αυτό και εγώ του είπα να κάτσει πιο εκεί για να μπορέσω να συγκεντρωθώ. Τον κοίταξα στο πρόσωπο του και δεν μπορούσα να θυμώσω μαζί του. Μόλις είδα τα ζαφειρένια μάτια του η έκφραση μου μαλάκωσε, παρόλα αυτά συνέχισα να του μιλάω με υψηλό τόνο.
«Θα μου πείτε κύριε Άγγελε τι έγινε με τον Παύλο ή να πάω μόνη μου να τον βρω και να μάθω, όπου και να είναι.» Με το που τον είπα κύριο είδα την έκφραση του να αλλάζει και να παίρνει ένα λυπημένο ύφος ενώ άπλωνε τα χέρια του προς το μέρος μου. Ήξερε πως μόνο άμα θύμωνα πολύ θα τον έλεγα έτσι όπως και παλιότερα με τον Αρχηγό. Γι αυτό και στεναχωρήθηκε. Δεν του άρεσε να με τσαντίζει όπως δεν του άρεσε να τον αποκαλώ έτσι.
«Συγνώμη. Θα σου τα εξηγήσω όλα απλώς άφησε με να σε πλησιάσω. Μην μου το κάνεις αυτό.» Εγώ δεν άντεξα άλλο και τον άφησα να τυλίξει τα χέρια του γύρω από την μέση μου. Δεν άντεχα να τον βλέπω με αυτό το πονεμένο βλέμμα.
«Το πρωί που ξύπνησα βρήκα τον Παύλο μέσα στο δάσος να τρέχει στην ληκίσια του μορφή κατευθυνόμενος προς την πόλη. Και μπήκα στο μυαλό του και είδα ότι είχε σκοπό να πάει να πει σε μία κοπέλα τι είναι. Εγώ τότε θύμωσα. Τον πρόφτασα και τον έφερα εδώ. Αφότου τσακώθηκα μαζί του, του είπα να φύγει από την αγέλη και να κάνει ότι θέλει. Και εκείνος έφυγε. Και, και δεν ξέρω. Είχα θυμώσει πάρα πολύ.»
«Τι έκανες?» Είπα και αποτραβήχτηκα από την αγκαλιά του.«Έδιωξες τον Παύλο? Γιατί? Επειδή ήθελε να το πει στην κοπέλα του? Και αν θες να ξέρεις είχε ρωτήσει εμένα αν μπορεί και του είχα πει ναι.»
«Δεν μου είπε κάτι τέτοιο. Και γιατί ρώτησε εσένα και όχι εμένα?» Και οι δυο μας τώρα φωνάζαμε.
«Μάλλον γιατί δεν θα σε εμπιστεύεται ή ίσως επειδή φοβόταν μην τον ΔΙΩΞΕΙΣ.» «Ναι όμως αν μου το είχες πει ίσως τώρα να μην είχε φύγει και εμείς να μην τσακωνόμασταν.»
«Δεν έφυγε τον έδιωξες. Και μου ζήτησε εκείνος να μην στο πω.»
«Και εσύ σαν καλή ΑΡΧΗΓΟΣ τον άκουσες.»
«Ναι τον άκουσα διότι εγώ σέβομαι τα μέλη της αγέλης όχι σαν εσένα.»
«Γιατί εγώ δεν τα σέβομαι?»
«Όχι κύριε δεν τα σέβεσαι. Και τι δεν κάναμε για να σε πείσουμε να μας αφήσεις να το πούμε στην οικογένεια μας. Και να σου πω κάτι; Ο Παύλος είναι ο καλύτερος μου φίλος και θα πάω να τον βρω και άμα σου αρέσει.»
«Όχι δεν θα πας.»
«Ναι θα πάω και δοκίμασε να με σταματήσεις.» Είπα και άλλαξα μορφή μέσα στο δωμάτιο ενώ πήδαγα από το παράθυρο που έσπασε με κρότο. Προσγειώθηκα στα τέσσερα. Εκείνη την στιγμή άκουσα τον Άγγελο να φωνάζει από πάνω.
«Μάντι, είσαι καλά;»
Όπως έσπασα το παράθυρο ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί μου μπήκε στο δεξί μπροστινό πόδι. Εγώ δεν του έδωσα σημασία και παρόλο που πονούσα με κάθε μου βήμα συνέχισα να τρέχω μέσα στο δάσος όχι μόνο για να βρω τον Παύλο αλλά και γιατί ο Άγγελος με κυνηγούσε και αυτός αλλά με την ανθρώπινη του μορφή. Κάποια στιγμή όπως έτρεχα παραπάτησα και έπεσα πάνω σε έναν αγκαθωτό θάμνο. Εκεί δεν μπόρεσα να κρατηθώ και φώναξα από τον πόνο. Τα αγκάθια είχαν μπει σε όλο μου το σώμα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Και ξαφνικά, είδα τον Παύλο να βγαίνει από κάτι θάμνους λίγο πιο πέρα στην ανθρώπινη μορφή του και να τρέχει προς εμένα ενώ ακριβώς το ίδιο έκανε και ο Άγγελος από την άλλη μεριά. Όταν έφτασαν ακριβώς από πάνω μου άκουσα τον Παύλο να λέει στον Άγγελο.
«Ξέρω ότι δεν είμαι πια μέλος της αγέλης και δεν είμαι εδώ για αυτό. Είμαι εδώ διότι η Μάντι, που τυχαίνει να είναι η καλύτερη μου φίλη, έχει χτυπήσει άσχημα.»
«Παύλο συγνώμη για πριν ήμουν θυμωμένος. Δεν ισχύει τίποτα από όσα σου είπα.»
«Αλήθεια. Το εννοείς?»
«Ναι το εννοώ αλλά καλύτερα να πάμε την Μάντι στο σπίτι να την περιποιηθούν τα κορίτσια και εμείς θα μιλήσουμε αργότερα για αυτό το θέμα.»
«Ναι έχεις δίκιο. Πρόσεχε έχει χτυπήσει το πόδι της, πρόσεχε πως θα την πιάσεις.»
«Εντάξει.» Όταν φτάσαμε σπίτι τα κορίτσια με βοήθησαν να αλλάξω μορφή και να ντυθώ και μετά μου βγάλανε με πολύ κόπο, και πόνο για μένα, τα αγκάθια. Έπειτα μου έδεσαν το πόδι με έναν επίδεσμο και με αφήσανε να φύγω. Μόλις ένιωσα ότι το πόδι μου δεν με πόναγε πολύ ανέβηκα τις σκάλες και πήγα στο δωμάτιο των αγοριών. Εκεί βρήκα τον Άγγελο και τον Παύλο να συζητάνε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μόλις με είδαν να μπαίνω μέσα σηκώθηκαν και οι δύο όρθιοι. Εγώ προσπαθώντας να μην δείξω ότι με πονούσε το πόδι μου κατευθύνθηκα προς τον Παύλο και τον αγκάλιασα με όση δύναμη μου είχε μείνει.
«Μην το ξανακάνεις ποτέ. Μην ξαναφύγεις και μην τον ακούς αυτόν εντάξει? Δεν ξέρει τι λέει.» Του είπα.
«Και εσύ μην ξαναψάξεις για κάποιον γιατί φαίνετε πως δεν είναι από τα καλύτερα σου. Πρώτα με τον Ντέιβ και με τον βρικόλακα τώρα με εμένα. Ή τουλάχιστον πρόσεχε λίγο περισσότερο. Έλα τώρα. Κάθισε στον καναπέ να ξεκουράσεις το πόδι σου.» Είπε και με έβαλε να καθίσω στον καναπέ. Έπειτα με διακριτικό τρόπο με άφησε μόνη με τον Άγγελο.
«Αγάπη μου. Είδες ο Παύλος είναι εντάξει και δεν είναι θυμωμένος, και εγώ σε κυνηγούσα γιατί είχες χτυπήσει στο πόδι και όχι για να σε σταματήσω. Και είδες τι έπαθες.» Είπε και πήγε να καθίσει στην άκρη του καναπέ.
«1ον δεν είμαι η αγάπη σου και ούτε να με αποκαλείς έτσι και 2ον φύγε από κοντά μου. Εγώ θα πάω να ξαπλώσω και να ξεκουραστώ αντίο.» του είπα και σηκώθηκα όρθια. Έπειτα βγήκα από το δωμάτιο και πήγα στο δικό μου όπου μόλις μπήκα μέσα έπεσα πάνω στο κρεβάτι μου και ξέσπασα σε κλάματα. Είχα θυμώσει πολύ με τον Άγγελο αλλά δεν ήθελα να είμαι τσακωμένη μαζί του. Δεν μπορούσα χωρίς αυτόν.
Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Άγγελος.
«Αν θες να φύγω πες το μου και θα φύγω αλλά θα το κάνω μόνο αν το εννοείς.» Μου είπε και ήρθε και έκατσε δίπλα μου.
«Φύγε» Είπα μέσα από τα δάκρυα μου. «Φύγε. Δεν θέλω να είσαι εδώ.»
«Δεν το θέλεις πραγματικά. Διότι αν το ήθελες τώρα δεν θα έκλαιγες. Κοίταξε με.» Είπε και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια. «Σε παρακαλώ πες μου γιατί κλαις.»
«Σε παρακαλώ φύγε.»
«Πρώτα πες μου γιατί κλαις και μετά θα φύγω»Τότε εγώ τράβηξα το πρόσωπο του και τον φίλησα. Έπειτα κάθισα κοντά του και σταμάτησα να κλαίω.
«Τι έγινε μας πέρασε ο θυμός?»
«Θα ήθελες. Απλώς δεν μπορώ μακριά σου.»
«Καλά, ότι πεις. Σου ζήτησα συγνώμη. Δεν το ήθελα. Σε παρακαλώ γλυκιά μου λυπήσουμε.»
«Καλά, αρκεί να μην το ξανακάνεις.»
«Σου το υπόσχομαι.» Είπε και με φίλησε. «Πως είσαι?»
«Οι πληγές από τα αγκάθια έκλισαν. Το κόψιμο από το παράθυρο θα γίνει καλά αύριο γιατί όπως έπεσα στον θάμνο το πόδι μου παραλίγο να σπάσει αλλά αντί για αυτό απλώς ράγισε. Ε αυτά.»
«Δεν μου λες όμως. Τόσο χαζή ήσουν και πήδηξες από το παράθυρο και παρόλο που είδες ότι είχες χτυπήσει δεν σταμάτησες να τρέχεις?»
«Δεν ήμουν χαζή, φίλη είμαι.»
«Και επίσης ήσουν μία θυμωμένη έφηβος.»
«Καλά, καλά ότι πείτε κύριε ενήλικα.»
«Αυτό να μην το ξαναπείς ποτέ. Στεναχωριέμαι που στενοχωριέμαι γιατί είμαι μεγαλύτερος σου μην ακούω και τέτοια. Εντάξει εγώ είμαι 18 και εσύ 17 δεν είμαι και πολύ μεγαλύτερος σου.»
«Όχι δεν είσαι. Να σε πειράξω ήθελα μόνο.»
«Και νομίζω πως το κατάφερες μια χαρά.»
«Τέλεια.»
«Μα πως έπεσες? Το πόδι σου σε πόνεσε ή…»
«Γύρισα να δω που είσαι και όπως έτρεχα δεν κοίταξα που πατούσα και μπερδεύτηκα σε μία ρίζα και έπεσα.»
«Είσαι και απρόσεχτη.»
«Και εσύ είσαι, είσαι…»
«Τι είμαι?»
«Υπερβολικά καλός για να είσαι αληθινός.»
«Και εσύ είσαι υπερβολικά τέλεια για να είσαι αληθινή.»
«Τότε μάλλον ταιριάζουμε.» Του είπα και τον φίλησα.
«Από ότι φαίνετε.»
«Σε αγαπώ. Άλλη φορά να είσαι πιο καλός με την αγέλη γιατί μην ξεχνάς ότι είμαστε μία μεγάλη οικογένεια.»
«Μάλιστα. Εγώ είμαι ο μπαμπάς, εσύ η μαμά, ο Ντέιβ είναι ο θείος και η Αγάπη είναι η θεία και η Μαρίνα, ο Παύλος, η Βαλεντίνα και η Ρασέλ είναι τα παιδιά μας.»
«Χα χα χα γελάσαμε.» Είπα και τον φίλησα στον λαιμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου