Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

14ο Κεφάλαιο ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Όσο ο Άγγελος προσπαθούσε να ηρεμίσει την Μάντι η Αγάπη βρισκόταν στο καινούριο της δωμάτιο ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και έκλεγε. Ξαφνικά άκουσε κάποιον να ανοίγει την πόρτα και ανακάθισε γρήγορα στο κρεβάτι της σκουπίζοντας τα δάκρυα της. Είχε ακούσει καλά. Εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα ο Ντέιβ.
«Ξέρεις που είναι η Μάντι?»Την ρώτησε.
«Όχι δεν έχω ιδέα.» Είπε προσπαθώντας να δείξει όσο πιο φυσιολογική γινόταν. Παρόλα αυτά δεν τα κατάφερε.
«Τι έχεις?» Της είπε και κάθισε δίπλα της.
«Τίποτα.»
«Εμένα δεν μπορείς να με ξεγελάσεις έλα πες μου τι έχεις?»
«Είπα τίποτα. Απλώς όλα μου πάνε στραβά.»
«Όπως?»
«Όπως οι γονείς μου και εχθές χώρισα με το αγόρι μου. Αλλά τι κάθομαι και σου λέω εσένα. Έχεις και εσύ τα προβλήματα σου.»
«Όχι δεν υπάρχει πρόβλημα. Βγάλτα από μέσα σου. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, και μην φοβάσαι να κλάψεις. Πρέπει με κάποιον τρόπο να εκτονωθείς. Μην ανησυχείς δεν θα σε παρεξηγήσει κανείς. Ξέρω τι σου λέω γιατί και εγώ το έχω περάσει αυτό.»
«Ευχαριστώ πολύ.» Του είπε κι έπεσε στον ώμο του κλαίγοντας.
«Ηρέμισε.» Της είπε και την άγγιξε στα μαλλιά. Κάθισαν έτσι πολύ ώρα μέχρι να της περάσει. Όταν της πέρασε και πείρε είδηση ότι ήταν στον ώμο του Ντέιβ σηκώθηκε απότομα ενώ συγχρόνως είχε κοκκινίσει. Τότε ο Ντέιβ της απεύθυνε τον λόγο.
«Ε. Μάλλον καλύτερα να πάω να βρω την Μάντι.» Είπε κομπιάζοντας και έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο. Η Αγάπη κοίταζε το ταβάνι και σκεφτόταν τι είχε μόλις συμβεί. Μα τι την είχε πιάσει. Πως συμπεριφέρθηκε έτσι. Τον Ντέιβ δεν τον ήξερε καλά καλά. Εκείνη την στιγμή Μπήκε μέσα η Μάντι.
Όπως πήγαινα στο δωμάτιο να δω τι έκανε η Αγάπη είδα από μία χαραμάδα που ήταν ανοιχτή η πόρτα ότι η Αγάπη έκλεγε στον ώμο του Ντέιβ. Άλλο και τούτο. Την ώρα που πήγαινα να μπω μέσα βγήκε έξω με φόρα ο Ντέιβ. Πέρασε γρήγορα από δίπλα μου και κατέβηκε τις σκάλες. Εγώ τότε μπήκα μέσα στο δωμάτιο.
«Τι έγινε Αγάπη? Τι έπαθε ο Ντέιβ?»
«Τίποτα. Σε έψαχνε.»
«Αλήθεια? Γιατί τώρα που ερχόμουν με είδε και με προσπέρασε. Πες μου τι έγινε.»
«Τίποτα δεν έγινε απλώς με είδε να κλαίω και μου είπε να το βγάλω από μέσα μου και εγώ παραφέρθηκα. Άρχισα να κλαίω πάνω στον ώμο του και εκείνος...»
«Εκείνος τι?»
«Εκείνος μου φάνηκε ότι με χάιδεψε στα μαλλιά.»Είπε και κοκκίνισε ολόκληρη. «Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει αλλά όποτε τον βλέπω αγχώναμε και νιώθω περίεργα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό. Πρώτη φορά μου συμβαίνει.»
«Α κατάλαβα. Πιστεύεις στον έρωτα με την πρώτη ματιά?»
«Ναι.» Είπε και με κοίταξε στα μάτια.
«Ε αυτό σας συνέβη και εσάς τους δύο. Μήπως νομίζεις ότι δεν είδα τι συνέβη εδώ μέσα. Θα με πεις κουτσομπόλα αλλά όταν ήρθα έξω από τα δωμάτιο η πόρτα ήταν λίγο ανοιχτή και είδα τι συνέβη. Σάμπως δεν έχω δει πως σε κοιτάει ή πως τον κοιτάς εσύ? Ξέρω τι λέω γιατί αυτό συνέβη και με εμένα και τον Άγγελο.»
Εκείνη είχε κοκκινίσει και είχε σκύψει μπροστά.
«Μα τον ξέρω μόνο λίγες ώρες.»
«Το ξέρω γλυκιά μου.» Της είπα και την αγκάλιασα από τους ώμους. Αυτή ήταν η αρχή μιας πολύ ωραίας φιλίας ήμουν σίγουρη για αυτό. Όταν η ώρα πια είχε πάει 22:00 Εγώ με την Βαλεντίνα σερβίραμε το φαγητό και καθίσαμε όλοι μαζί να φάμε εκτός από τον Ντέιβ που καθόταν στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση. Η Αγάπη τελείωσε πρώτη από όλους και πήγε στο σαλόνι. Ήξερα πως πήγε εκεί επειδή ήταν και ο Ντέιβ οπότε έκανα ησυχία και προσπάθησα να ακούσω την συζήτηση τους.
«Τι κάνεις εδώ μόνος σου?» Του είπε η Αγάπη.
«Τίποτα βλέπω τηλεόραση. Εξάλλου εγώ δεν τρώω.»
«Σε πειράζει αν καθίσω και εγώ?»
«Όχι κάθισε.» Της είπε και έκανε χώρο να καθίσει δίπλα του στον καναπέ.
«Συγνώμη για πριν.»
«Έλα μην ανησυχείς δεν ήταν τίποτα. Πες μου όμως γιατί σε είχε πιάσει και έκλαιγες τόσο πολύ. Στενοχωριόμουν να σε βλέπω.»
«Τίποτα οι γονείς μου. Και επειδή όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Από την μια στιγμή στην άλλη. Στην αρχή ήμουν μία απλή κοπέλα και ξαφνικά έγινα λύκος.»
«Προστάτης.» Την διόρθωσε χαμογελαστός ο Ντέιβ.«Καταλαβαίνω πως νιώθεις το πέρασα και εγώ. Από κει που έκανα βόλτα στο δάσος ξαφνικά βρέθηκα σε ένα κρεβάτι να πονάω και μετά να είμαι ένας βρικόλακας. Ευτυχώς που με βρήκε η Μάντι γιατί αλλιώς δεν ξέρω τι θα γινόταν.» Είπε και γύρισε και την κοίταξε. Τότε η Αγάπη σηκώθηκε και τον χαιρέτισε.
«Ε καληνύχτα. Εμ πάω για ύπνο.» Του είπε και πήγε τρέχοντας επάνω. Τότε εγώ σηκώθηκα και μάζεψα τα πιάτα στο τραπέζι που είχαν τελειώσει τα παιδιά και κάθισα στον νεροχύτη να τα πλύνω. Έπειτα έδωσα ένα φιλί στον Άγγελο για καληνύχτα και ανέβηκα πάνω. Είχαμε αποφασίσει ότι δεν χρειαζόταν να πάμε για περιπολία μιας και δεν κινδυνεύουμε από κάτι. Προς το παρών. Όταν μπήκα στο δωμάτιο βρήκα την Αγάπη να κάθετε σκεφτηκή στο κρεβάτι της κάτω από τα σκεπάσματα. Φόρεσα τις πιτζάμες μου και πήγα και κάθισα δίπλα της αλλά χωρίς να μπω από κάτω.
«Για πες μου τι έγινε με τον Ντέιβ?»
«Τίποτα. Έφυγα αμέσως.»
«Έμα είσαι χαζή. Τέλος πάντων καληνύχτα τώρα γιατί νυστάζω.» Της είπα και πήγα στο κρεβάτι μου και ξάπλωσα. Μετά από λίγο πριν με πάρει ο ύπνος μπήκε μέσα ο Άγγελος κρατώντας την Ρασέλ αγκαλιά και την πήγε στο κρεβάτι της. Έπειτα ήρθε και έκατσε στην άκρη του δικού μου.
«Δεν κοιμήθηκες ακόμα αγάπη μου?»
«Δεν μπορεί να με πάρει ο ύπνος.»
«Θες να καθίσω εδώ και να σε νανουρίσω μέχρι να κοιμηθείς?»
«Όχι μην ξαγρυπνάς για εμένα. Πήγαινε να κοιμηθείς.»
«Έλα δεν με πειράζει.» Μου είπε και άρχισε να μου λέει ένα νανούρισμα χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά ώσπου με πείρε ο ύπνος.
Το πρωί όταν ξύπνησα η Αγάπη δεν βρισκόταν στο κρεβάτι της. Σηκώθηκα έβαλα την ρόμπα μου και κατέβηκα κάτω. Όπως κατέβαινα είδα ότι η Αγάπη και ο Ντέιβ καθόντουσαν και μιλάγανε στον καναπέ. Εγώ κάθισα στις σκάλες και χωρίς να κάνω θόρυβο αφουγκράστηκα το τι λέγανε.
«Πρέπει να φύγω τώρα.» Του είπε η Αγάπη.
«Καλά.»Της απάντησε με ένα θλιμμένο βλέμμα ο Ντειβ.
«Γεια.» Είπε η Αγάπη και σηκώθηκε. Ξαφνικά εκεί που κατευθυνόταν προς τις σκάλες γύρισε ξαφνικά και φίλησε τον Ντέιβ στο στόμα και όπως γρήγορα το έκανε αυτό έτσι γρήγορα έτρεξε προς τις σκάλες. Μόλις με είδε να κάθομαι κριμένη εκεί με τράβηξε και τρέξαμε και οι δύο γρήγορα επάνω. Μόλις φτάσαμε επάνω μπήκε μέσα στο μπάνιο και κλειδώθηκε. Φαίνετε πως είχαμε κάνει πολύ φασαρία και ξυπνήσαμε τα κορίτσια. Η Ρασέλ ευτυχώς κοιμόταν ακόμα.
«Τι έγινε Μάντι? Γιατί κλειδώθηκε μέσα? Τσακωθήκατε?» Με ρώτησε η Μαρίνα νυσταγμένη.
«Μην τους πεις.» Φώναξε μέσα από το μπάνιο η Αγάπη.
«Αγάπη άφησε με να μπω.» Της φώναξα. Εκείνη δεν απάντησε.
«Αγάπη δεν σε βοήθησα και με τους γονείς σου? Άνοιξε μου σε παρακαλώ.» Της είπα.
«Καλά έλα μπες.» Μου είπε και άνοιξε ελάχιστα την πόρτα. Μόλις μπήκα μέσα την έκλεισε πάλι και κλείδωσε.
«Τι έγινε? Γιατί κλίστηκες εδώ μέσα?»
«Είδες και μόνη σου τι έγινε.» Μου είπε σκυφτή.
«Πως έγινε? Πες μου τα όλα.» Της είπα και κάθισα στην άκρη της μπανιέρας περιμένοντας να μου εξηγήσει.
«Όταν ξύπνησα κατέβηκα κάτω. Εκείνος καθόταν στον καναπέ. Καθίσαμε και μιλήσαμε για διάφορα και όταν πήγα να φύγω δεν κρατήθηκα και γύρισα και τον φίλησα. Κατάλαβες?»
«Κατάλαβα. Μωρέ τι σου έλεγα εγώ? Να με ακούς άλλη φορά.» Της είπα. «Λοιπόν θα κατέβω κάτω και όταν ανέβω θα έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα.»
«Μα τον ξέρω μόνο 2 μέρες και πριν λίγο καιρό χώρισα με το αγόρι μου δεν, αχ δεν ξέρω τι γίνετε.»
«Ο μα σου εξήγησα εχτές. Τέλος πάντων, σου είπα ότι σου συνέβη ο έρωτας με την πρώτη ματιά διότι είστε ταιριαστεί ο ένας για τον άλλον. Κατάλαβες?»
«Ναι.»
«Τότε εγώ θα πάω κάτω. Εσύ περίμενε εδώ και θα έρθω μετά να σου πω.»
«Είσαι πολύ καλή φίλη.»
«Το ξέρω.» Της είπα γελώντας.
«Ψωνάρα.» Μου είπε και μου ξεκλείδωσε την πόρτα. Μόλις βγήκα από το μπάνιο όλοι ήρθαν γύρω μου εκτός από τον Ντέιβ. Κάνανε όλοι την μία ερώτηση μετά από την άλλη και δεν καταλάβαινα τίποτα. Έτσι αναγκάστηκα να φωνάξω.
«Είναι μια χαρά απλώς πείτε μου που είναι ο Ντέιβ.» Τότε όλοι σωπάσανε και μου δήξανε προς το δωμάτιό μας εγώ τότε πήγα και μπήκα μέσα. Εκεί βρήκα τον Ντέιβ να κάθετε στο κρεβάτι της Αγάπης και να κοιτάει από το παράθυρο.
«Ντέιβ έμαθα τι έγινε.» Του είπα και έκατσα δίπλα του. «Και μην νομίζεις ότι δεν έχω προσέξει πως την κοιτάς. Ξέρω πολύ καλά ότι σου αρέσει από την πρώτη στιγμή που την είδες γιατί λοιπόν τώρα εσύ κλίστηκες εδώ και εκείνη στο μπάνιο?»
«Το θέμα είναι ότι δεν τα ξέρεις όλα. Με την Αγάπη ήμασταν πρόπερσι μαζί στην κατασκήνωση. Εκεί γνωριστήκαμε και εκεί άρχισε να μου αρέσει. Όμως όταν επιστρέψαμε στο σχολείο μου άρεσες εσύ για τα 3 τελευταία χρόνια αλλά μου άρεσε και εκείνη.»
«Καλά καταλαβαίνω. Περίμενε εδώ. Μην φύγεις.»Του είπα και έτρεξα στο μπάνιο. Χτύπησα την πόρτα και η Αγάπη μου άνοιξε αμέσως. Εγώ την τράβηξα αμέσως και την πήγα στο δωμάτιο όπου περίμενε ο Ντέιβ.
«Πες της αυτά που μου είπες προηγουμένως. Αν δεν το κάνεις θα τα ακούσει από μένα?»
«Όχι όχι εντάξει θα της τα πω. Πρόπερσι στην κατασκήνωση θυμάσαι που ήμασταν μαζί? Ε μου άρεσες αλλά μετά για να σε ξεχάσω προσπάθισα να αγαπήσω την Μάντι όμως τώρα που σε ξαναείδα, όλα είναι αλλιώς.»
«Πρόπερσι στην κατασκήνωση? Μην μου πεις ότι είσαι ο Ντέιβιντ? Ο φίλος της Άντζελας?»
«Ναι αυτός είμαι. Και μου αρέσεις ακόμα ξέρεις.» Είπε και έσκυψε το κεφάλι.
«Ξέρεις κάτι?» Του είπε η Αγάπη. «Και εμένα μου άρεσες. Πάντα μου άρεσες και δεν μπορούσα να σε ξεχάσω.» Του είπε και του σήκωσε το κεφάλι κάνοντας τον να την κοιτάξει. Εκείνος τότε σηκώθηκε όρθιος την πείρε αγκαλιά. Ήμουν πολύ χαρούμενη διότι ο Ντέιβ ήταν πολύ στενοχωρημένος όταν με έβλεπε με τον Άγγελο και με πλήγωνε. Όμως τώρα θα είναι μια χαρά. Έπειτα έφυγα και τους άφησα να ζήσουν τον έρωτα τους και πήγα εγώ να βρω τον δικό μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου