Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

13ο Κεφάλαιο Η καινούρια λύκαινα

Όταν φτάσαμε σπίτι η ώρα είχε πάει 22:00. Εγώ πήρα αγκαλιά την Ρασέλ κι την ανέβασα στο δωμάτιο μας για να κοιμηθεί. Έπειτα πήγα στο δωμάτιο του Άγγελου. Τον βρήκα να κάθετε στο βεραντάκι και να κοιτάει τα αστέρια. Οι υπόλοιποι σήμερα θα κάνανε περιπολία στο δάσος για να ελέγχουν άμα έρχεται κανείς. Βγήκα κι εγώ στην βεράντα κι έκατσα δίπλα του.
«Τι σκέφτεσαι?» Του είπα.
«Το ότι παραλίγο να σε χάσω σήμερα.»
«Έλα μην το σκέφτεσαι πια. Πέρασε.»
«Ποτέ δεν θα περάσει ο φόβος που έχω για να μην πάθεις κάτι. Συνέχεια κάνεις κάτι ριψοκίνδυνο ή κάτι για να σώσεις κάποιον και με κάνεις και ανησυχώ. Δεν μπορείς να φανταστείς πως ένιωσα όταν σε έπιασε από τα μαλλιά. Όταν σου ψιθύρισε στο αυτί, τόσο κοντά στον λαιμό σου. Όταν δεν μπορούσα να δω την έκφραση του προσώπου σου για να δω πως είσαι. Αλήθεια όμως τι σου είπε?»
«Δεν μπορείς να φανταστείς. Μου είπε ότι επειδή εγώ ήμουν αυτή που έφταιγα για τον θάνατο της Άλκης ότι θα σκότωνε πρώτα εσένα για να το δω και να υποφέρω και μετά θα σκότωνε εμένα αργά και βασανιστικά. Αλλά δεν ήταν ο δικός μου θάνατος αυτό που με έκανε να πονώ αλλά το ότι θα σκότωνε και εσένα.»Είπα και σηκώθηκα και τον αγκάλιασα. Το μόνο που ήθελα τώρα ήταν να είμαι μαζί του να νιώθω την ζεστασιά του. Να ξέρω ότι είναι ζωντανός.
«Ηρέμισε.» Μου είπε και με πείρε αγκαλιά. Με κρατούσε στα χέρια του. Κι έσκυψε και με φίλησε. Εγώ καθόμουν όσο πιο κοντά του μπορούσα. Μπήκαμε μέσα χωρίς να σταματήσει να με φιλάει. Καθίσαμε στο κρεβάτι του κι εκείνος έβγαλε την μπλούζα του. Τι ωραίο σώμα που είχε. Σταμάτησα να τον φιλάω κι άρχισα να σκιαγραφώ με το δάχτυλο μου τους κοιλιακούς του.
«Τι όμορφο!» Είπα ενώ είχα ακόμα το χέρι μου πάνω στο σώμα του.
«Τι;»Με ρώτησε απορημένος.
«Εσύ.» Του απάντησα και τον κοίταξα στα ζαφειρένια μάτια του.
«Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από εσένα.» Μου είπε και με φίλησε ξανά. Εγώ ξεκούμπωσα την ζακέτα μου και την άφησα στην άκρη του κρεβατιού. Εκείνος χωρίς να σταματήσει να με φιλάει μου έβγαλε την μπλούζα. Εγώ κάθισα όσο πιο κοντά του μπορούσα.
Το πρωί όταν ξύπνησα ήμουν στο δωμάτιο των αγοριών. Εκείνος ήταν ξύπνιος και με κρατούσε αγκαλιά.
«Καλημέρα πριγκίπισσα!» Μου είπε. Εγώ του χαμογέλασα πριν του απαντήσω.
«Καλημέρα!!»
«Πως κοιμήθηκες?»
«Μια χαρά. Αφού ήσουν εσύ μαζί μου. Εσύ? Πως κοιμήθηκες?»
«Σαν πουλάκι. Είσαι πολύ γλυκιά όταν κοιμάσαι, το ξέρεις?»
Εγώ κοκκίνισα.
«Σε αγαπώ.» Του είπα και τον φίλησα.
«Κι εγώ. Και θα σε αγαπώ για πάντα.»
«Για πάντα.» επανέλαβα τις τελευταίες του λέξεις και κάθισα πιο κοντά του. Εκείνος μου χάιδεψε τα μαλλιά. «Μάλλον θα έπρεπε να πάμε κάτω. Να φάμε και κάτι. Εξάλλου η Ρασέλ μπορεί να έχει ξυπνήσει και να σε ψάχνει.»
«Ναι, δίκιο έχεις.» Είπα και σηκώθηκα. Φόρεσα την μπλούζα μου και το παντελόνι που φορούσα εχτές και πήρα την ζακέτα μου στο χέρι.
«Να σε περιμένω ή να πάω να δω τι κάνει η Ρασέλ?»
«Πήγαινε. Θα έρθω και θα σας βρω σε λίγο.»
«Εντάξει.» Του είπα και τον φίλησα. «Μην αργήσεις.»
«Μην ανησυχείς. Θα είμαι εκεί μέχρι να πεις κύμινο.»
«Εντάξει.» Είπα και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Κατευθύνθηκα όλο χαρά προς το δωμάτιο που κοιμόταν η Ρασέλ. Μπήκα μέσα άφησα την ζακέτα μου και κοίταξα το ρολόι. Η ώρα ήταν 10 το πρωί. Ώρα να ξυπνήσει και η μικρή. Πήγα κοντά στο κρεβατάκι της και κάθισα στην άκρη. Άρχισα να της χαϊδεύω τα μαλλιά και να της ψιθυρίζω να ξυπνήσει.
«Θεία?»
«Καλημέρα μικρή υπναρού.» Της είπα και την φίλησα στο μέτωπο.
«Ξύπνησα το βράδυ και δεν ήσουν εδώ και ανησύχησα. Έτσι πήγα στο δωμάτιο του θείου και είδα ότι κοιμόσουν εκεί. Γιατί δεν κοιμήθηκες εδώ και πήγες και στριμώχτηκες με τον θείο?» Με ρώτησε με ένα βλέμμα απορίας. Τώρα εγώ τι να της έλεγα? Ότι εμείς οι μεγάλοι το κρεβάτι δεν το έχουμε μόνο για να κοιμόμαστε? Τελικά σκέφτηκα γρήγορα μια δικαιολογία και της απάντησα.
«Είχα πάει να δω τι κάνει ο θείος σου και επειδή ήμουν κουρασμένη με πείρε ο ύπνος στην αγκαλιά του. Κατάλαβες?»
«Ναι ναι. Πάμε κάτω τώρα. Πεινάω.»
«Α δεν έχεις ντυθεί ακόμα. Με τις πιτζάμες θα μείνεις όλη μέρα? Για έλα εδώ να βρούμε ένα φορεματάκι να βάλεις.» Της είπα κι την σήκωσα από το κρεβάτι. Έπειτα πήγα στην ντουλάπα και της έβγαλα από μέσα ένα φορεματάκι. Ύστερα έβγαλα κι απ’ την παπουτσοθήκη ένα ζευγάρι μπαλαρινέ παπούτσια κι την βοήθησα να ντυθεί. Όταν ντύθηκε κατεβήκαμε κάτω. Εκεί ήταν όλοι και μας περιμένανε εκτός από την Βαλεντίνα. Κατευθύνθηκα γρήγορα προς τον Άγγελο που καθόταν στον καναπέ και έβλεπε τηλεόραση.
«Που είναι η Βαλεντίνα?» Τον ρώτησα με βιασύνη ενώ έκανα νόημα στην Ρασέλ να πάει στην Μαρίνα να της ετοιμάσει κάτι να φάει.
«Πήγε να υποδεχτεί ένα νέο μέλος στην αγέλη μας.»
«Ωραία. Και που είναι?»
«Τώρα έρχονται.» Είπε κι εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα η Βαλεντίνα ακολουθημένη από μία κοπέλα. Πρέπει να είναι στην ηλικία μου. Ήταν πολύ ψιλή και πολύ όμορφη. Είχε καστανά μάτια και μακριά κατσαρά καστανόξανθα μαλλιά που της έφταναν ως την μέση. Τότε είδα πως την κοίταζε ο Ντέιβ και ο Παύλος λες και ήταν καμιά θεά. Εκείνη ένιωθε λίγο άβολα με τόσο προσοχή που της έδιναν. Τότε ο Άγγελος σηκώθηκε όρθιος και πήγε να την υποδεχτεί. Ένα κύμα ζήλιας με διαπέρασε όταν τον είδα να της σφίγγει το χέρι αλλά ηρέμισα γιατί δεν της έδωσε περισσότερη σημασία. Είχα ένα προαίσθημα ότι θα γινόμασταν καλές φίλες. Πήγα κοντά της και της πρότεινα να μένει στο δωμάτιο μαζί μας. Εκείνη δέχτηκε και την πείρα να τη ξεναγήσω στο σπίτι. Όταν πήγαμε επάνω και της έδειξα το δωμάτιο που θα μέναμε έμεινε άφωνη. Την ρώτησα πως την λέγανε και μου απάντησε πως την φωνάζανε Αγάπη. Είπε πως θα πήγαινε να πει στους γονείς της τι συνέβαινε και θα ερχότανε το βράδυ εδώ. Όταν έφυγε ο Παύλος πήγε και της έφερε ένα κρεβάτι και το έβαλε μέσα στο δωμάτιο, δίπλα στο δικό μου. Χωρούσε άνετα. Ύστερα εγώ και ο Άγγελος καθίσαμε μαζί με την Ρασέλ και είδαμε τηλεόραση περιμένοντας την να έρθει. Κατά της μία ήρθε και έτρεξε προς το μέρος μου. Οι γονείς της δεν την είχαν πιστέψει και νομίζανε ότι ήταν τρελή. Τότε εγώ θύμωσα και την πείρα και της είπα να πάμε στο σπίτι της. Όταν φτάσαμε μπήκαμε μέσα και με οδήγησε στους γονείς της.
«Νομίζετε ότι είναι εύκολο αυτό που περνάει τώρα η κόρη σας και για αυτόν τον λόγο της το κάνετε δυσκολότερο? Ε Να σας πω εγώ που το έχω περάσει. Όχι δεν είναι καθόλου εύκολο. Και εσείς αντί να την βοηθάτε της το κάνετε πιο δύσκολο.» Είχα αρχίσει να φωνάζω. Ένιωθα πολύ προστατευτική απέναντι στην καινούρια κοπέλα. Δεν ήξερα το γιατί αλλά μάλλον γιατί δείχνει τόσο αδύναμη και τόσο εύθραυστη. Κάποια στιγμή όπως φώναζα άρχισα να τρέμω. Και τότε χωρίς να το θέλω μεταμορφώθηκα. Η Αγάπη μόλις με είδε μεταμορφώθηκε και εκείνη και προσπάθησε να με ηρεμίσει. Μόλις ηρέμισα γίναμε ξανά άνθρωποι και πηγαμε στο δωμάτιο της να ντυθούμε, έπειτα βγήκαμε έξω. Εκείνη την ώρα ήρθε τρέχοντας από πίσω μας η μητέρας της.
«Συγνώμη. Έχετε δίκιο. Απλώς μου ήταν αδύνατο να το πιστέψω.» Εγώ τότε ψιθύρισα στην Αγάπη να φύγουμε πριν μεταμορφωθώ ξανά και επιστρέψαμε στο σπίτι. Όταν φτάσαμε στο λιβάδι ήρθε αμέσως δίπλα μου ο Άγγελος. Μόλις είδε ότι έτρεμα με κοίταξε απορημένος. Εγώ συγκρατήθηκα να μην αλλάξω γιατί άμα άλλαζα θα μπορούσα να τον χτυπήσω. Τότε εκείνος μας οδήγησε και τις δυο μας μέσα στο σπίτι. Μόλις μπήκαμε μέσα εγώ με τον Άγγελο ανεβήκαμε στο δωμάτιο του και βγήκαμε στην βεράντα.
«Τι έγινε? Γιατί τρέμεις?»
«Άγγελε φύγε μακριά μου.» Μόλις του το είπα αυτό εκείνος ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
«Πες μου τι έγινε και μην με κάνεις να ανησυχώ.»
«Φώναξα στους γονείς της και δεν συγκρατήθηκα και μεταμορφώθηκα. Ευτυχώς δεν τους έκανα τίποτα αλλά το τρέμουλο μου έχει μείνει γι αυτό σου λέω να πας πιο μακριά γιατί από στιγμή σε στιγμή μπορεί να μεταμορφωθώ και να σου κάνω κακό.»
«Έλα πάμε έξω.»
«Γιατί?»
«Πρέπει να μεταμορφωθείς αλλιώς δεν θα ησυχάσεις. Πάμε έξω να ηρεμίσεις και ερχόμαστε μετά μέσα.»
«Η Ρασέλ που είναι?»
«Είναι στο δωμάτιο της Μαρίνας και παίζει μαζί της. Έλα πάμε.»
«Καλά.» Είπα και σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε κάτω. Μόλις βγήκαμε έξω εγώ δεν συγκρατήθηκα και άλλαξα μορφή έπειτα πήγα και κάθισα κάτω από ένα δέντρο μαζί με τον Άγγελο που είχε αλλάξει και εκείνος μορφή για να καθίσει μαζί μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου