Όταν κατεβήκαμε κάτω εγώ δεν έφευγα μακριά από τον Άγγελο φοβόμουν πως άμα έφευγα θα τον έχανα. Η ώρα είχε πάει 20:00 οπότε έφτιαξα μια σαλάτα και φάγαμε ενώ ο Ντέιβ πήγε να κυνηγήσει. Στις εννιά πήρα την Ρασέλ η οποία κοιμόταν όρθια κι την πήγα πάνω στο δωμάτιο μας να κοιμηθεί. Την σκέπασα κι της τραγούδησα ένα νανούρισμα. Έπειτα εγώ μαζί με τον Άγγελο πήγαμε κι καθίσαμε στον καναπέ να δούμε τηλεόραση. Ώσπου εμένα με πείρε ο ύπνος στην αγκαλιά του Άγγελου. Όταν ξύπνησα η ώρα ήταν εφτά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου χωρίς να κάνω θόρυβο και ξυπνήσω την Ρασέλ κι κατέβηκα κάτω να ετοιμάσω πρωινό για εμένα κι για τους υπόλοιπους για όταν θα ξύπναγαν.
Όπως πήγαινα για την κουζίνα είδα πως στο σαλόνι καθόταν ο Ντέιβ κι κοίταζε κάτι που κρατούσε. Μόλις με είδε να τον πλησιάζω το έκρυψε πίσω από ένα μαξιλάρι κι κάθισε κοιτάζοντας τα χέρια του σκεφτηκος.
«Τι ήταν αυτό που κρατούσες κι το έκρυψες για να μην το δω?» Τον ρώτησα.
«Τίποτα.»
«Αφού δεν είναι κάτι γιατί το έκρυψες? Δώσε μου εδώ.» Είπα κι το τράβηξα πίσω από το μαξιλάρι ενώ εκείνος προσπάθησε να με σταματήσει. Αυτό που είδα δεν το περίμενα με τίποτα. Ήταν μια φωτογραφία που με είχε βγάλει στην τριήμερη εκδρομή της τρίτης γυμνασίου που είχαμε πάει με το σχολείο. Καθόμουν στην κουπαστή του καραβιού που μας πήγαινε στην Αίγινα. Μα τι την ήθελε αυτήν την φωτογραφία τώρα? Γύρισα κι τον κοίταξα απορημένη. Αυτός είχε σκύψει κι κοίταζε το πάτωμα. Τότε κατάλαβα. Για αυτό εχτές που ήμουν με τον Άγγελο ήταν κάπως θλιμμένος κι όταν πήγα να φτιάξω τα τοστ με ρώτησε αν αγαπάω τον Άγγελο. Τώρα τα κατάλαβα όλα. Του έδωσα αμέσως την φωτογραφία κι έτρεξα στην κουζίνα να ετοιμάσω το πρωινό. Ήμουν πολύ αναστατωμένη. Έβγαλα λίγες φρυγανιές κι τις άλειψα με βούτυρο κι με μέλι κι κάθισα κι έφαγα μερικές έπειτα έφτιαξα κι λίγο γάλα και ήπια κι βγήκα και κάθισα έξω για να πάρω λίγο καθαρό αέρα. Το βράδυ μάλλον θα είχε χιονίσει γιατί έξω το είχε στρώσει. Κάποια στιγμή μέσα άκουσα φωνές κι είδα ότι η Μαρίνα κι ο Ντέιβ τσακώνονταν, εγώ χωρίς να πω τίποτα ανέβηκα πάνω εκείνοι με κοίταγαν απορημένοι κι σταμάτησαν να καβγαδίζουν. Όταν έφτασα πάνω κι μπήκα στο δωμάτιο μου βρήκα τον Άγγελο να κάθετε στο κρεβάτι μου κι να με περιμένει ενώ η Ρασέλ δεν ήταν εκεί.
«Μην ανησυχείς πήγε κάτω μαζί με την Μαρίνα.» Εγώ τότε πήγα κι κάθισα δίπλα του σκυφτή. Εκείνος με κοίταγε λες κι ήξερε τι είχε συμβεί προηγουμένως ώσπου κάποια στιγμή εγώ σήκωσα το κεφάλι μου κι τον κοίταξα στα μάτια. Εκείνος τότε πέρασε το χέρι του πάνω από τον ώμο μου κι με κράτησε σφιχτά. Τότε εγώ κάθισα κοντά του και ανέπνευσα το άρωμα του και αμέσως ηρέμησα. Κάθισα όσο πιο κοντά το μπορούσα κι έκλεισα τα μάτια μου. Τότε σαν να πέρασαν ακριβώς μπροστά μου είδα όλα όσα είχαν συμβεί τον καιρό αυτό. Την λυκίσια μου μορφή, τον Ντέιβ, τον Άγγελο, τα παιδιά, τον γκρεμό, τον θάνατο της αδερφής μου, την Ρασέλ, το φιλί με τον Άγγελο, το ατύχημα με την μηχανή και την φωτογραφία μου που κρατούσε ο Ντέιβ σήμερα. Όλα πέρασαν ακριβώς μπροστά μου αστραπιαία. Ο Άγγελος με άφησε να σκεφτώ χωρίς να με ενοχλήσει απλός κοιτώντας με ανήσυχος. Μόλις άνοιξα τα μάτια μου κατάλαβα ότι το μόνο που έπρεπε να με ενδιαφέρει τώρα ήταν ο Άγγελος κι η Ρασέλ τίποτα άλλο. Ούτε ο Ντέιβ ούτε κανείς άλλος. Τότε γύρισα προς τον Άγγελο τον κοίταξα στα μάτια κι του μίλησα.
«Ξέρεις τι έχει συμβεί.» Αυτό δεν ήταν ερώτηση αλλά δήλωση.
«Ναι, ξέρω.» Μου είπε. «Και επίσης ξέρω ότι δεν θέλω να μου στεναχωριέσαι. Δεν φταις εσύ που σε αγαπάει ούτε που εσύ αγαπάς εμένα.» Μου είπε κι έσκυψε κι με φίλησε. Εγώ πέρασα τα χέρια μου πίσω από τον λαιμό του κι ανταποκρίθηκα στο φιλί του, έπειτα έσκυψα και τον φίλησα στον λαιμό προτού βάλω το κεφάλι μου στο στήθος του για να ακούω τον χτύπο της καρδιάς του.
«Γιατί σου αρέσει τόσο πολύ να κουρνιάζεις εκεί?» Μου είπε χαμογελαστός.
«Γιατί έτσι ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου. Κι αυτός ο χτύπος είναι το παν για μένα. Γιατί έτσι είμαι σίγουρη ότι είσαι μια χαρά.» Του απάντησα κι σηκώθηκα όρθια.
«Που πας?» Μου είπε ανήσυχος.
«Έλα κι θα δεις.»Του είπα κι τον τράβηξα από το χέρι. Εκείνος με ακολούθησε. Κατέβηκα κάτω κι από κει βγήκα έξω όπου χιόνιζε. Εκεί τα παιδιά είχαν πάρει διάφορα χριστουγεννιάτικα φωτάκια κι στόλιζαν. Εγώ τον τράβηξα κι κατευθύνθηκα προς το δάσος.
«Μα που πάμε? Δεν κάνω βήμα αν δεν μου πεις.» Μου είπε κι σταμάτησε εκεί όπου βρισκόταν.
«Έλα!» Του είπα με μια γλυκιά φωνή κι τον φίλησα.«Μην μου το χαλάς έλα σε παρακαλώ.»
«Καλά.» Είπε κι με ακολούθησε ώσπου είχαμε φτάσει κοντά στο σπίτι μου.
«Α τώρα κατάλαβα. Θες να πάμε στους γονείς σου ε?» Μου είπε κι με τράβηξε κοντά του.
«Είσαι έξυπνος τελικά.» Πρόλαβα να πω πριν με σηκώσει αγκαλιά.
«Κι δεν το έλεγες νωρίτερα?» Είπε κι προχώρησε προς το σπίτι.
«Άσε με κάτω» Είπα ενώ γέλαγα συγχρόνως.
«Όχι κυρία μου δεν καταλάβατε. Δεν θα σας αφήσω μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.» Μου είπε κι με φίλησε στο μέτωπο. Όταν φτάσαμε μπροστά από το σπίτι με άφησε κάτω. Τότε εγώ άνοιξα την εξωτερική πόρτα κι τον τράβηξα μέσα. Έπειτα χτύπησα το κουδούνι κι η μητέρα μου μας άνοιξε την πόρτα. Όταν με είδε αγκαλιά με τον Άγγελο παραξενεύτηκε αλλά μας είπε να περάσουμε.
«Μαμά αυτός είναι ο Άγγελος. Είναι ο αδερφός του Ντέιβ κι το αγόρι μου.» Της είπα ενώ ο Άγγελος της έσφιξε το χέρι.
«Ήρθα για να πάρω μερικά χριστουγεννιάτικα πράγματα που έχουμε κι δεν τα χρησιμοποιούμε όπως και το δεύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο.»
«Κι πως θα τα κουβαλήσετε. Α ναι ξέχασα είστε αρκετά δυνατοί για να τα σηκώσετε μόνοι σας.»
«Εντάξει μαμά πάμε να τα πάρουμε τώρα.»
Σε μια βδομάδα ήταν τα Χριστούγεννα κι το σχολείο θα άνοιγε μετά από τα Χριστούγεννα. Τότε θυμήθηκα την Ρασέλ. Όταν θα άνοιγαν τα σχολεία η Ρασέλ που θα έμενε? Αφού ακόμα κι ο Ντέιβ θα επέστρεφε στο σχολείο. Καλά δεν ήταν τώρα η ώρα για να ανησυχήσω θα ανησυχούσα όταν θα ήταν η ώρα.
Πήγαμε στην αποθήκη και πήραμε μία κούτα στολίδια κι το ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Εκείνος πείρε τα στολίδια κι εγώ το δέντρο παρόλο που εκείνος επέμενε ότι το δέντρο είναι πολύ βαρύ κι ήθελε να το πάρει εκείνος εγώ δεν συμφώνησα. Κάποια στιγμή του έπεσε κάτω ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι και έσπασε.
«Χα. Μου αρέσει που ήθελες να πάρεις το χριστουγεννιάτικο δέντρο.» Του είπα γελώντας.
«Τι είπες?» Μου είπε κάνοντας ότι δεν άκουσε τι του είπα.
«Είπα ότι είσαι ανίκανος να σηκώσεις τα στολίδια κι ήθελες να σηκώσεις το δέντρο.» Του είπα ακόμα πιο χαμογελαστή.
«Έτσι ε? Τώρα θα δεις.» Εγώ άφησα κάτω το δέντρο κι άρχισα να τρέχω γελώντας. Άφησε κι εκείνος την κούτα κάτω κι άρχισε να με κυνηγάει.
«Δεν μπορείς να με πιάσεις.» Του είπα γελώντας ενώ έτρεχα μέσα στο δάσος.
«Έτσι νομίζεις.» Είπε κι έπεσε πάνω μου. Πέσαμε κι οι δύο κάτω ο ένας δίπλα στον άλλον.
«Με πλήγωσε που με είπες ανίκανο.» Μου είπε μουτρωμένος.
«Αυτό ήθελα να κάνω.» Του είπα γελώντας. «Τώρα μπορείς να κάνεις κι εσύ κάτι που να με πειράξει.»
«Το μόνο που θέλω να κάνω είναι να είμαι μαζί σου κι να ξέρω ότι είσαι καλά.» Είπε κι γύρισε κι με φύλησε.
«Τι σε προβληματίζει?» Με ρώτησε.
«Τον τελευταίο καιρό γίνετε το ένα κακό μετά το άλλο. Κι το μόνο καλό που μου συνέβη είσαι εσύ για αυτό φοβάμαι ότι κάτι θα μας χωρίσει.»
«Τίποτα δεν θα μας χωρίσει μην φοβάσαι αγάπη μου. Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Παρά μόνο άμα μου το ζητήσεις εσύ.»Εγώ ανακάθισα πάνω στο χώμα κι τον κοίταξα.
«Πιστεύεις ότι θα σου ζητούσα ποτέ κάτι τέτοιο? Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα.»
«Μάλλον θα πηδούσες από κανένα γκρεμό.»
«Έλα μην με πειράζεις.» Του είπα κι τον έσπρωξα αλλά όχι με δύναμη.
«Τι μόνο εσύ μπορείς να με πειράζεις εγώ δεν μπορώ?»
«Δεν είπα κάτι τέτοιο.»
«Έλα πρέπει να πάμε τα πράγματα στο σπίτι. Θα μας ψάχνουν πάλι.»
«Έχεις δίκιο πάμε.» Είπα κι πήγα κι πείρα το δέντρο ενώ εκείνος πείρε τα στολίδια.
Όταν φτάσαμε δεν ήταν κανείς έξω. Μπήκαμε μέσα αφήσαμε τα πράγματα κι ανεβήκαμε επάνω να βρούμε τους υπόλοιπους.
Όταν μπήκα στο δωμάτιο μου άθελα μου φώναξα. Ο Άγγελος τότε βρέθηκε ακριβώς δίπλα μου. Το δωμάτιο ήταν άνω κάτω. Το παράθυρο ήταν σπασμένο. Η Ρασέλ δεν ήταν πουθενά και η φωτογραφία των γωνιών της που δεν την άφηνε ποτέ από κοντά της ήταν πεταμένη στο πάτωμα. «Τι έγινε εδώ?» Φώναξα. Τότε κάποιος άρχισε να χτυπάει την ντουλάπα αλλά από την μέσα μεριά. Πήγα κοντά κι είδα ότι η ντουλάπα ήταν κλειδωμένη κι είχε επάνω το κλειδί. Ξεκλείδωσα γρήγορα κι από μέσα βγήκε η Μαρίνα.
«Ο Παύλος θα μου το πληρώσει ακριβά.» Είπε κι ξεσκονίστηκε αφότου πήρε μία ανάσα καθαρού αέρα.
«Κόντεψα να σκάσω εκεί μέσα.»
«Μα γιατί σε κλείδωσε?» Την ρώτησε ο Άγγελος. Κάτι το οποίο θα το έκανα κι εγώ αν θυμόμουν πώς να βγάλω ήχο από το στόμα μου. Είχα μείνει άφωνη. Τι είχε συμβεί εδώ? Ο Άγγελος κατάλαβε την ανησυχία μου κι με αγκάλιασε από την μέση για να μου δώσει θάρρος.
«Να ήρθε ένας βρικόλακας κι πείρε την Ρασέλ εγώ με τα παιδιά προσπαθήσαμε να τον σταματήσουμε αλλά ήταν πολύ δυνατός. Μετά τα αγόρια τον ακολούθησαν. Ήθελα να πάω κι εγώ αλλά ο Παύλος με κλείδωσε μέσα στην ντουλάπα για να με σταματήσει. Η Βαλεντίνε υποθέτω πως πήγε μαζί τους γιατί την είδα να τους ακολουθεί.» Εγώ μόλις άκουσα αυτά που είπε η Μαρίνα πήγα κι κάθισα στο κρεβατάκι της Ρασέλ κοιτάζοντας στο κενό σκεφτική. Αυτές ήταν οι δυσκολίες που εννοούσε ο μπαμπάς της? Ότι χάρης σε εμένα –που με θεωρούσε και εκλεκτό άτομο- η Ρασέλ είναι στα χέρια ενός βρικόλακα ?Αν δεν είχαμε φύγει με τον Άγγελο ίσως να είχαμε μπορέσει να προφυλάξουμε την μικρούλα μου. Όλα ήταν δικό μου λάθος. Εγώ έφταιγα για όλα. Όσο τα σκεφτόμουν αυτά θα έπρεπε να είχα δακρύσει γιατί είδα τον Άγγελο να μου σκουπίζει τα μάτια.
«Μάντι μου δεν φταις εσύ. Και μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά να τώρα θα πάρουμε τηλέφωνο τα παιδιά κι θα μάθουμε που βρίσκονται και θα πάμε να τους βοηθήσουμε μην ανησυχείς.»
«Κι όμως εγώ φταίω γιατί άμα δεν σε είχα πάρει να φύγουμε και είχαμε μείνει εδώ ίσος και να τον είχαμε σταματήσει.»
«Όπως το είπες. Ίσος. Δεν ξέρουμε. Πάντως αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να ψάξουμε για την Ρασέλ.» Τότε άκουσα κάποιον να τρέχει στις σκάλες κι είδα την Βαλεντίνα να τρέχει προς το μέρος μας.
«Τι κάνεις εσύ εδώ? Δεν είχες πάει να βοηθήσεις τα παιδιά?»
«Κι ακριβώς αυτό κάνω. Με έστειλαν να σας πάρω χρειαζόμαστε βοήθεια βρήκαμε που την έχει πάει. Δοκιμάσαμε να μπούμε αλλά μας είδε κι είπε ότι οι μόνοι που μπορούνε να μπούνε μέσα είναι οι αρχηγοί μας και οι αρχηγοί μας είστε εσείς κι είπε ότι το κάνει αυτό γιατί είσαστε υπεύθυνοι για τον θάνατο της Άλκης του και κάτι τέτοιες ασυναρτησίες.» Τότε εγώ κι ο Άγγελος κοιταχτήκαμε στα μάτια σαν να λέγαμε ο ένας στον άλλον κατάλαβες ό,τι κατάλαβα? Τελικά αυτός που μίλησε ήμουν εγώ.
«Ξέρω ποιος είναι αυτό ή τέλος πάντων υποψιάζομαι ποιος μπορεί να είναι. Λογικά είναι κάποιος που αγαπούσε πολύ την Άλκη την βρικόλακα που σκοτώσαμε και τώρα θέλει για αντάλλαγμα να κάνει κάτι που θα κάνει εμάς που την σκοτώσαμε να πονέσουμε. Από ό,τι φαίνεται με κάποιον τρόπο μας παρακολουθούσε κι θα είδε ότι το πιο σημαντικό πρόσωπο για όλους μας είναι η Ρασέλ.»
«Τότε το μόνο που μας μένει να κάνουμε είναι να πάμε να τον βρούμε. Βαλεντίνα οδήγησε μας σε εκείνον.» Είπε ο Άγγελος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου