Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

10ο κεφάλαιο Ατύχημα!!

Όταν μπήκα στο σαλόνι ο Άγγελος δεν ήταν εκεί. Πήγα γρήγορα κι μίλησα στην Μαρίνα.
«Που πήγε ο Άγγελος?»
«Τον πήραν τηλέφωνο από ένα νοσοκομείο κι του είπαν ότι ο πατέρας του έπαθε έμφραγμα.»
«Τι?» Άκουσα τον Ντέιβ να φωνάζει ακριβώς από πίσω μου.
«Σε πιο νοσοκομείο πήγε?» Ρώτησα την Μαρίνα.
«Δεν ξέρω δες τις κλίσεις του τηλεφώνου του. Από τη βιασύνη του το ξέχασε εδώ.» Πείρα το τηλέφωνό του κι έψαξα στις εισερχόμενες κλίσεις. Βρήκα σε πιο νοσοκομείο πήγαινε είπα στα παιδιά να προσέχουν την Ρασέλ κι βγήκα έξω. Έκανε πολύ κρύο αλλά δεν το ένιωθα. Άρχισα να τρέχω προς την κατεύθυνση του νοσοκομείου ώσπου σε μία ώρα είχα φτάσει. Μπήκα μέσα γρήγορα κι πήγα κι ζήτησα από την γραμματεία να μου πει που βρισκόταν ο κύριος Γιωργόπουλος ο πατέρας του Άγγελου. Εκείνη μου έδειξε μια πόρτα αλλά μου είπε ότι δεν μπορούσα να μπω μέσα. Τότε εγώ κάθισα έξω και περίμενα. Μετά από μισή ώρα περίπου είδα να βγαίνει από την αίθουσα του νοσοκομείου ο Άγγελος. Εγώ τότε πήγα κι τον αγκάλιασα για να τον ηρεμίσω. Πήγαμε κι καθίσαμε σε κάτι καρέκλες κι τον ρώτησα τι είχε συμβεί. Μου εξήγησε ότι τον πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο κι του είπαν ότι ο πατέρας του είχε πάθει έμφραγμα όταν έφτασε μπήκε μέσα στην αίθουσα κι ευτυχώς ο πατέρας του είναι εντάξει. Τότε μπήκαμε μέσα να δούμε πως ήταν. Είχε της αισθήσεις του μια χαρά κι ξαφνιάστηκε όταν με είδε. Και μάλιστα αγκαλιά με τον Άγγελο.
«Γνωρίζεστε?» Μας ρώτησε . Κι ο άγγελος του απάντησε.
«Είναι κι αυτή στην αγέλη μπαμπά.»
«Κι μου φαίνεται ή τρέχει κάτι μεταξύ σας. Μάντι είχα να σε δω από τότε που εξαφανίστηκε ο Ντέιβ. Τι κάνεις κοπέλα μου?»
«Μια χαρά είμαι.» Του είπα κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του Άγγελου όπου άκουγα την καρδιά του να χτυπάει ρυθμικά. Αφού χαιρετίσαμε τον πατέρα του Άγγελου αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του Άγγελου για να πούμε τα καλά νέα για τον κύριο Γιωργόπουλο στην μητέρα του και να πάρουμε τη μηχανή του. Το σπίτι των γονιών του δεν ήταν μακριά από το νοσοκομείο για αυτό και οι γιατροί τον προλάβανε. Έτσι φύγαμε από το νοσοκομείο κι κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι των γονιών του Άγγελου. Επειδή δεν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή πήγαμε περπατώντας και έτσι κάναμε πολύ ώρα να φτάσουμε. Ο Άγγελος είχε πάρει τηλέφωνο την μητέρα του ότι όλα είναι καλά κι ότι θα περνούσαμε από εκεί για να πάρει την μηχανή του. Όταν φτάσαμε μας υποδέχτηκε η μητέρα του -η κυρία Μαρία- Κι όπως κι ο άντρας της έτσι κι εκείνη απόρησε όταν μας είδε μαζί κι μάλιστα αγκαλιά. Ο Άγγελος όμως της εξήγησε ότι είμαι στην αγέλη κι ότι εκεί γνωριστήκαμε κι ερωτευτήκαμε. Της εξηγήσαμε ότι δεν θα καθόμασταν πολύ κι ότι ήρθαμε μονάχα για να πάρουμε την μηχανή του Άγγελου. Έπειτα την χαιρετίσαμε κι ανεβήκαμε στην μηχανή. Εγώ κάθισα ακριβώς πίσω από τον Άγγελο κι τον κράτησα σφιχτά από την μέση. Έπειτα επειδή βιαζόμασταν να επιστρέψουμε στην καλύβα έβαλε μπρος κι ξεκινήσαμε. Τα μαλλιά μου κυμάτιζαν στον αέρα. Μου άρεσε πάρα πολύ που ήμουν πάνω στην μηχανή μαζί με τον Άγγελο. Κάποια στιγμή λίγο πριν φτάσουμε στον δρόμο όπου θα στρίβαμε για να πάμε στην καλύβα η μηχανή του Άγγελου πάτησε σε κάτι γυαλιά από κάποιο τρακάρισμα μάλλον κι έσκασε το λάστιχο. Τότε η μηχανή άρχησε να γυρίζει γύρω γύρω στον γύρο του θανάτου. Τότε ο Άγγελος μου είπε να πηδήξω από την μηχανή. Δεν ήταν κάτι δύσκολο για εμένα αλλά θα μας έβλεπε τόσος κόσμος τότε ο Άγγελος μου φώναξε.
«ΠΗΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΧΑΝΗ ΤΩΡΑ» Εγώ τότε αν κι απόρησα έκανα αυτό που μου ζήτησε. Πήδηξα από την μηχανή κι έπεσα πάνω στην άσφαλτό. Τα αυτοκίνητα είχα όλα σταματήσει κι γύρο μας ήταν διάφοροι άνθρωποι που καλούσαν την αστυνομία ή ασθενοφόρο. Εγώ σηκώθηκα γρήγορα όρθια κι φώναζα στον Άγγελο να πηδήξει αλλά εκείνος δεν με άκουγε τότε εγώ δεν άντεξα πήδηξα πάνω στην μηχανή κι τράβηξα τον Άγγελο στην άκρη κι τότε κατάλαβα γατί δεν είχε πηδήξει από την μηχανή. Γιατί είχε χτυπήσει το κεφάλι του και αιμορραγούσε. Τον τράβηξα στην άκρη κι τότε ήρθαν δίπλα μου διάφοροι άνθρωποι. Τότε πείρα τηλέφωνο την Βαλεντίνα κι της είπα να πάρει το αυτοκίνητο της κι να έρθει γρήγορα εδώ. Στην συνέχεια προσπάθησα να σταματήσω την αιμορραγία. Δεν κάλεσα ασθενοφόρο γιατί η πληγή θα έκλεινε γρήγορα το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να τον πάρουμε από εδώ. Τότε ήρθε η Βαλεντίνε. Οι άνθρωποι με κοιτούσαν περίεργα όταν έβαζα τον Άγγελο μέσα. Έτσι αναγκάστηκα να τους πω ψέματα ότι ο πατέρας μου είναι γιατρός κι θα τον πάω σε εκείνον να τον κάνει καλά. Μόλις τον έβαλα μέσα πήγα κι κάθισα δίπλα του. Η Βαλεντίνα ήταν 18 χρονών έτσι ήξερε να οδηγεί κι είχε δίπλωμα όπως έχει κι ο Άγγελος στην μηχανή. Η Βαλεντίνα έβαλε την μηχανή στην άκρη για να ερχόμασταν αργότερα να την πάρουμε. Και ξεκινήσαμε για το λιβάδι. Εγώ είχα χτυπήσει λίγο στο πόδι αλλά η πληγή είχε κλίσει σχεδόν αμέσως. Και λέω σχεδόν διότι είχε ματώσει το παντελόνι μου. Κι τότε θυμήθηκα τον Ντέιβ. Πείρα τηλέφωνο την Μαρίνα κι της είπα να πει στον Παύλο να φύγει μαζί με τον Ντέιβ μέχρι να τον πάρει εκείνη τηλέφωνο κι της εξήγησα για πιο λόγω. Ο Άγγελος ακόμα αιμορραγούσε. Εγώ καθόμουν δίπλα του κι προσπαθούσα να του καθαρίσω την πληγή με λίγο οινόπνευμα που είχε φέρει η Βαλεντίνα. Όταν επιτέλους φτάσαμε η Βαλεντίνα με βοήθησε να τον ανεβάσω στο δωμάτιο του. Η πληγή του είχε κλίση. Εγώ πήγα γρήγορα κι άλλαξα παντελόνι κι έπειτα είπα στην Μαρίνα να πει στον Παύλο να γυρίσουν, μετά πήγα στο δωμάτιο των αγοριών όπου είχαμε βάλει τον Άγγελο στο κρεβάτι του. Ο Άγγελος δεν είχε συνέλθει ακόμα. Κι τότε εγώ δεν άντεξα κι ξέσπασα σε κλάματα. Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στο στήθος του για να είμαι σίγουρη ότι είναι εντάξει αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούσα να ηρεμίσω. Ώσπου κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του. Εγώ στην αρχή δεν το πίστευα, νόμιζα ότι το μυαλό μου μου έπαιζε κάποιο κακόγουστο παιχνίδι τότε σήκωσε το χέρι του και με χάιδεψε στο μάγουλο. Εγώ σήκωσα το κεφάλι μου και με δάκρια στα μάτια έσκυψα κι τον φίλησα πριν ξεσπάσω σε κλάματα πάλυ αλλά από την χαρά μου. Τότε εκείνος μου μίλησε.
«Γιατί κλαις γλυκιά μου?»
«Νόμιζα ότι δεν θα συνερχόσουνα ποτέ.» Εκείνος τότε ανακάθισε στο κρεβάτι και μου έκανε νόημα να καθίσω δίπλα του. Εγώ κάθισα κι εκείνος με πείρε αγκαλιά. Εγώ τότε έβαλα το πρόσωπο πάνω στον ώμο του προσπαθώντας να κρύψω τα δάκρια μου.
«Τρόμαξα πάρα πολύ. Γιατί δεν πήδηξες από την μηχανή κι ζήτησες να πηδήξω μόνο εγώ?» Τότε εκείνος απολύτως ήρεμος πείρε το κεφάλι μου στα χέρια του και με κοίταξε στα μάτια.
«Γιατί αν άφηνα την μηχανή θα έπεφτε πάνω σε κάποιον άνθρωπο κι έπειτα χτύπησα το κεφάλι μου πάνω στο τιμόνι κι έχασα τις αισθήσεις μου.» Μετά με το χέρι του σκούπισε τα δάκρια μου και με φίλησε. Εγώ ανταποκρίθηκα στο φιλί του. Έπειτα κάθισα όσο πιο κοντά του μπορούσα για να νιώσω την ζεστασιά του να δω ότι είναι ζωντανός να το πιστέψω.
«Θυμάσαι όταν πήγες να πηδήξεις από εκείνον τον γκρεμό? Καταλαβαίνεις πόσο πολύ τρόμαξα κι ανησύχησα κι συγχρόνως έπρεπε να δείχνω ήρεμος για να δίνω θάρρος στους υπόλοιπους?»
«Ναι έχεις δίκιο. Συγνώμη αλλά κι εσύ μην μου το ξανακάνεις αυτό.»
«Τώρα για πες μου τι έγινε αφότου έχασα τις αισθήσεις μου. Πως βρέθηκα εδώ?»
«Όταν πήδηξα περίμενα να πηδήξεις αλλά δεν το έκανες, έτσι άρχισα να σου φωνάζω αλλά εσύ κι πάλι δεν κουνιόσουν από την μηχανή τότε εγώ πήδηξα κι σε τράβηξα από την μηχανή και είδα ότι είχες χτυπήσει κι κάλεσα την Βαλεντίνε με το αυτοκίνητο να έρθει έπειτα βάλαμε στην άκρη την μηχανή κι φύγαμε είχα πει στην Μαρίνα να πει στον Παύλο να πάρει τον Ντέιβ κι να φύγουν για λίγο μέχρι να τους πει να επιστρέψουν για το αίμα. Έπειτα σε φέραμε επάνω κι εγώ πήγα να αλλάξω γιατί όπως είχα πηδήξει από την μηχανή είχα χτυπήσει κι είχε λερωθεί το παντελόνι μου με αίμα κι θα το μύριζε ο Ντέιβ και…»
«Τι χτύπησες? Είσαι καλά?» Μου είπε κι τα μάτια του άνοιξαν από την ανησυχία.
«Ναι αλλά δεν είναι τίποτα η πληγή έκλεισε αμέσως. Κι μετά ήρθα εδώ κι τα υπόλοιπα τα ξέρεις.»
«Δεν μου είπες μετά γιατί έκλαιγες αφού είδες ότι δεν είχα τίποτα γιατί έκλαιγες?»
«Γιατί δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι ήσουν εντάξει.» Τότε η Ρασέλ όρμισε μέσα τρέχοντας κι έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας ενώ κρατούσε το χέρι του Άγγελου.
«Τι έχεις γλυκιά μου?»Την ρώτησα.
« Μου είπε η Μαρίνα ότι είχατε ένα ατύχημα κι δεν με άφηνε να βγω από το δωμάτιο μέχρι να μου πει και...» Σταμάτησε για να πάρει μία ανάσα. «Και νόμιζα ότι είχατε πάθει το ίδιο με την μαμά και τον μπαμπά.»
«Μην ανησυχείς Ρασέλ η θεία σου κι εγώ ήμαστε μια χαρά.» Της είπε ο Άγγελος. Εκείνη τότε κάθισε πάνω στα γόνατα μου κι μας χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που έφτανε ως τα αυτιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου