Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

2ο κεφάλαιο Αμοιβαία τα αισθήματα

Αναγκαστικά εγώ και ο Ντέιμον αργήσαμε να πάμε στο μάθημα γιατί πρώτα πήγαμε στο γραφείο να βάλει πάγο στο μάτι του.
«Α, πάει, τυφλώθηκα, δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναθαυμάσω τα θαύματα αυτού του κόσμου.» Είπε καθώς εγώ του έβαζα τον πάγο.
«Τα θαύματα αυτού του κόσμου πια είναι?» Τον ρώτησα προσπαθώντας να συγκρατηθώ μην του μαυρίσω και το άλλο μάτι.
«Χμ, ας πούμε, τα πόδια της Κάτνις, ή το ωραίο σώμα της Μάρλις, ή ο καλοσχηματισμένος…»
«Καλά καλά κατάλαβα.» Είπα πιέζοντας επίτιδες με περισότερη δύναμη τον πάγο πάνω στο σημείο του μαυρίσματος.
«Αουυυυυ. Ποιος σε έχει στείλει να με ξεκάνεις? Πες ποιος εχθρός μου??» Είπε κοιτώντας με απολογητικά.
«Ας πούμε ότι με έστειλε ο θεός για να σώσω την ανθρωπότητα από την ύπαρξη σου.» Του είπα κοιτώντας τον με ένα δολοφονικό βλέμμα.
«Εμ, άλλαξα γνώμη, το μάτι μου είναι μια χαρά. Καλύτερα να φεύγω.» Είπε και βγήκε τρέχοντας από το γραφείο των καθηγητών. Πέταξα κάτω τον πάγο και βιαστικά να τον ακολουθήσω τρέχοντας.
«Έλα εδώ…. Έλα βρε καλό μου παιδάκι δεν θα σου κάνω τίποτα.» Είπα συνεχίζοντας να τρέχω ξοπίσω του.
«Άλλα λέει το δολοφονικό σου βλέμμα.» Είπε και εκείνη την στιγμή έπεσε πάνω σε κάποιον. Τον πρόφτασα ακριβώς την στιγμή που σηκωνόταν όρθιος για να ζητήσει συγνώμη.
«Είδες τι παθαίνει κανείς όταν δεν μου έχει εμπιστοσύνη?» Τον ρώτησα βάζοντας τα χέρια μου στην μέση μου. Καθώς όμως σήκωσα το κεφάλι μου και είδα το πρόσωπο του 3ου ατόμου που βρισκόταν εκεί, του άτυχου που πάνω σε εκείνον έπεσε ο Ντέιμον, τα μάτια μου έμειναν ορθάνοιχτα.
«Ναι, ναι, μαμάκα το πείρα το μάθημα μου.» Είπε ο Ντέιμον ξεσκονίζοντας τα μανίκια της μπλούζας του.
«Είσαι ο αδερφός της Νάτας?» Ρώτησα εγώ τον νεαρό, αγνοώντας τον Ντέιμον.
«Εμ, ναι. Και εσείς είστε οι…»
«Α, ναι σωστά, ήμαστε φίλοι της Ναταλίς, εγώ είμαι η Καρολίνα και αυτός ο Ντέιμον.» Είπα και του χαμογέλασα. Εκείνος γέλασε καθώς είδε την έκφραση στο πρόσωπο του Ντέιμον, που ήταν μεταξύ θυμού και έκπληξης.
«Α, βλέπω η αδερφή μου απέκτησε κιόλας φιλίες. By the way εγώ είμαι ο Λορένζο.» Είπε και μας χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. Ήταν πραγματικά όμορφος, έμοιαζε πολύ με την αδερφή του, είχε κι αυτός μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια. Όμως οι χαρακτήρες τους ήταν τελείως διαφορετικοί, εκείνος λιγομίλητος αλλά κουλ, και δημοφιλείς, ενώ η αδερφή του, πολυλογού και μαζεμένη, ξεγραμμένη από τους υπόλοιπους. Γι αυτό και ένιωσα πως, αυτόν έπρεπε να τον προσέχω, ενώ την αδερφή του να την προστατεύω.
«Λοιπόν, πρέπει να φύγουμε εμείς έχουμε αργήσει στο μάθημα.» Είπα εγώ και έκανα νόημα στον Ντέιμον να με ακολουθήσει.
«Μα…» Είπε ο Ντέιμεν και πριν προλάβει να απαντήσει έπιασα με το χέρι μου το αυτί του και άρχισα να τον τραβάω.
«Άου, άου, πονάει… Άστοοοο, θα σε ακολουθήσω εντάξει…» Είπε και εγώ του το άφησα ικανοποιημένη.
«Πρέπει να σε προσέχουμε εσένα, έχεις πολύ δολοφονικές διαθέσεις τώρα τελευταία.»
«Με εσένα χρυσό μου, πάντα είχα δολοφονικές διαθέσεις. Ξυπνάς το κτήνος μέσα μου.» Του αντιγύρισα και συνέχισα να προχωράω προς την τάξη μας. Χτύπησα ρυθμικά την πόρτα και αφότου πείρα την επιβεβαίωση της καθηγήτριας ότι μπορούμε να περάσουμε, μπήκαμε μέσα. Είδα πως η Ναταλί είχε καθίσει ακριβώς στο μπροστινό θρανίο από την Μαρίνα, πλησίασα αποφασιστικά και κάθισα δίπλα της, ενώ ο Ντέιμον κάθισε δίπλα στην Μαρίνα.
«Τι έγινε?» Μου ψιθύρισε η Ναταλί, και φαινόταν πραγματικά αγχωμένη.
«Εμ, τίποτα, σαν τι να έγινε?» Έκανα εγώ προσπαθώντας να κρύψω την ‘αμηχανία’ μου.
«Εμένα δεν μου φαίνεται σαν τίποτα…» Επέμεινε εκείνη.
«Μια χαρά είμαι ηρέμισε.» Της είπα και της χαμογέλασα καθησυχαστικά. Ξαφνικά με διαπέρασε μία έντονη μυρωδιά. Κάλυψα την μύτη μου με το χέρι μου, ενώ προσπαθούσα με κόπο να ανασάνω, ο λαιμός μου έκαιγε, αλά συγχρόνως για αυτήν την μυρωδιά ένιωθα απέχθεια και θέληση. Κατάπια το σάλιο μου και προσπάθησα να απασχολήσω τον εαυτό μου με το μάθημα.
«Χαλάρωσε το σώμα σου, και ησύχασε.» Άκουσα μία φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Και σίγουρα δεν ήμουν εγώ που μιλούσα στον εαυτό μου, εκτός και αν είχα αρχίσει να τρελαίνομαι.
«Δεν έχεις αρχίσει να τρελαίνεσαι, απλώς κάνε αυτό που σου λέω, κάποια στιγμή θα σου λυθούν όλες σου οι απορίες, όμως… είναι πολύ νωρίς ακόμα.» Άκουσα και πάλι την φωνή να λέει. Σιγά, σιγά άρχισε να μου θυμίζει κάποιον γνωστό, όμως ακόμα δεν είχα αρκετά στοιχεία για να καταλάβω ποιον. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ήταν αγόρι.
«Σταμάτα να ασχολείσαι με εμένα, και κάνε αυτό που σου είπα. Αν δεν θες να σε τρελάνει αυτή η μυρουδιά.» Τον άκουσα με άγριο και επιτακτικό τόνο αυτήν την φορά, να μου λέει. Προσπάθησα να κάνω αυτό που είπε. Ήταν πραγματικά δύσκολο όμως έπειτα από αρκετό κόπο και πόνο, πρέπει να πω, τα κατάφερα. Αμέσως η φωνή χάθηκε από το κεφάλι μου.
Οι μέρες στο σχολείο πέρναγαν πολύ γρήγορα, και η Ναταλί μέσα στο μάθημα ήταν τελείως διαφορετική σε σχέση με τα διαλύματα. Στην τάξη δεν έβγαζε άχνα, παρά μόνο όταν ανησυχούσε για μένα. Στο διάλυμα, δεν έβαζε γλώσσα μέσα της. Όμως χαιρόμουν που την έβλεπα έτσι, ένιωθα σαν να είχε κλέψει ένα κομμάτι μου. Διότι, με το παραμικρό ανησυχούσα για εκείνην, όπως και εκείνη για μένα. Ένιωθα να μας συνδέει ένας παράξενος δεσμός. Με τον αδερφό της αντιθέτως, ένιωθα να τον αντιπαθώ όλο και περισσότερο, βέβαια αυτό δεν το είχα πει στην Ναταλί. Και επίσης παρέμενε και το μυστήριο της φωνής, της φωνής που μιλούσε μέσα στο κεφάλι μου. Και το έκανε όποτε με έπιανε αυτό το κάψιμο, αυτή η μυρωδιά, η οποία με έπιανε συχνά, αν και είχα μάθει κάπως να το ελέγχω. Τον παρακαλούσα καθημερινός να μου εξηγήσει. Όμως εκείνος έλεγε πως δεν είναι ακόμα η ώρα. Και πως όταν έρθει θα τα μάθω όλα, όμως εγώ, δεν μπορούσα να περιμένω, αγχωνόμουν, και για πρώτη φορά στην ζωή μου, φοβόμουν…
Μια μέρα καθώς έβγαινα από το σπίτι μου για να πάω στο σχολείο μου, είδα ένα κατάμαυρο αμάξι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι μου. Δεν του έδωσα σημασία, και συνέχισα τον δρόμο μου, όταν άκουσα την φωνή της Ναταλίς να με φωνάζει.
«Κάρο!!! Εμείς ήμαστε. Περνάγαμε από εδώ και είπαμε να σε πάμε στο σχολείο.» Είπε και την είδα να με προφτάνει τρέχοντας. Την κοίταξα ανασηκώνοντας το ένα μου φρύδι.
«Ω, έλα τώρα μην παίρνεις αυτό το ύφος!!! Έλα, πάμε. Η μητέρα μου περιμένει.» Είπε και με τράβηξε από το χέρι. Μου άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και αφότου μπήκα μέσα, μπήκε και εκείνη από πίσω μου.
«Γεια Κάρο.» Άκουσα την γνώριμη φωνή του αδερφού της. Ω σωστά, θα ερχόταν και αυτός μαζί, λογικό είναι. Καθόταν στην θέση του συνοδηγού και είχε γυρίσει να με κοιτάξει με ένα ειρωνικό χαμόγελο φορεμένο στο πρόσωπό του, πράγμα που τον έκανε ακόμα πιο σπαστικό.
«Εμ, ναι , γεια Λορένζο.»
«Ώστε εσύ είσαι η περιβόητη Καρολίνα. Έχω ακούσει τόσα πολλά από την Νάτα, και τον Λορένζο. Σε παρουσιάζουν σαν να είσαι κάποια σουπερ-σταρ.» Είπε η μητέρα της Ναταλίς, καθώς έβαζε μπρος.
«Πλάκα μου κάνετε. Αν υπάρχει κάποια σουπερ-σταρ εδώ μέσα, αυτή είναι σίγουρα η κόρη σας.» Είπα και χαμογέλασα.
«Ω μα, μην τσακώνεστε, ο μοναδικός θεός εδώ μέσα είμαι εγώ.» Είπε ο Λορένζο και απέφυγε επιδέξια μία σφαλιάρα από την αδερφή του.
«Το ‘ξερα ότι θα το κάνεις αυτό.» Της απάντησε φορώντας το χαμόγελο του νικητή, η Ναταλί ξεφύσιξε και για την υπόλοιπη διαδρομή δεν μίλησε κανείς. Έπειτα από πέντε λεπτά βρισκόμασταν μπροστά από το σχολείο μας. Καθώς άνοιγα την πόρτα για να βγω έξω, ένιωσα μια ψιχάλα να πέφτει πάνω μου.
«Γρήγορα παιδιά πηγαίνετε μέσα στο κτήριο γιατί προβλέπω ότι θα βρέξει.» Είπε η μητέρα τους και μας έκανε νόημα να τρέξουμε προς την είσοδο του σχολείου. Και αυτό κάναμε. Τρέξαμε τόσο γρήγορα που τα πόδια μας πονούσανε, όμως είχε πλάκα, πολύ πλάκα.
«Θα το ξαναέκανα ευχαρίστως.» Είπε ο Λορένζο.
«Τότε γιατί δεν τρέχεις μία μέχρι το παρκινγκ του σχολείου?» Του είπα γελώντας.
«Τι, εκεί έξω? Μα βρέχει, θα γίνω μούσκεμα.»
«Μα γι αυτό το είπα χρυσό μου.» Του είπα και τράβηξα την Ναταλί να φύγουμε, αφήνοντάς τον να μας κοιτάει αποσβολωμένος.
«Καλά του πες.» Μου πε η Ναταλί.
«Εε, μα πια. Ας κατέβει και λίγο από το καλάμι.» Είπα λίγο πιο δυνατά από όσο θα έπρεπε. Τότε τον είδα να περνάει από δίπλα μου και να μου ψιθυρίζει στο αυτί.
«Έχει ωραία θέα εδώ πάνω»
«Άμα πέσεις όμως και σπάσεις κανένα κεφάλι, μην μου πεις ότι εγώ έφταιγα, γιατί εγώ σε προειδοποίησα.» Του απάντησα αγανακτισμένη και απομακρύνθηκα από κοντά του. Εκείνος απλά ανασήκωσε τους ώμους του και καθώς έφευγε για την τάξη του φώναξε.
«Καλό μάθημα κορίτσια.»
«Κακό, στραβό και ανάποδο.» Του αντιγυρίσαμε συγχρονισμένες εγώ και η Ναταλί και μετά αφού κοιταχτήκαμε αρχίσαμε να γελάμε καθώς μπαίναμε μέσα στην τάξη…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου