1η ημέρα στην 2α λυκείου. Για πότε πήγαινα δημοτικό, και για πότε έχω σχεδόν τελειώσει το σχολείο. Σηκώθηκα τρέχοντας από το κρεβάτι μου, και μπήκα μέσα στο μπάνιο. Έκανα ένα γρήγορο ντους, και φόρεσα το μακρύ τζιν μου, και μία ριχτή ροζ μπλούζα μου. Προσπάθησα να ξεμπλέξω τα μαλλιά μου με τα δάχτυλα μου, δίχως επιτυχία. Ξεφύσηξα και παίρνοντας την βούρτσα στα χέρια μου τα βούρτσισα με δύναμη, ξεριζώνοντας τις μισές μου τρίχες. Βγήκα από το μπάνιο και πείρα την άδεια τσάντα μου στα χέρια μου. Κατέβηκα τις σκάλες και έτρεξα στην κουζίνα. Η θεία Μέρι, είχε ετοιμάσει και πάλι ένα σορό πράγματα. Αυγά τηγανιτά με λουκάνικα, και τηγανίτες.
«Πώς να τα φάω όλα αυτά ρε θεία, λυπήσουμε, εξάλλου είναι και πρώτη μέρα, και δεν θέλω να αργήσω.»
«Καλά, φάε τουλάχιστον τα αυγά σου.» Μου είπε με τον συνηθισμένο χαρωπό της τόνο. Η Θεία μου, ήταν μία 30αρα, που είχε ‘αναγκαστεί’ από τα 17 της να βοηθάει τον πατέρα μου να με μεγαλώσει, μαζί με τον ,τωρινό, άντρα της. Της είχα κλέψει όλα τα νιάτα, αλλά ποτέ δεν με είχε κατηγορήσει για αυτό, πάντα καλόκαρδή και γλυκιά. Είχε κοντά κατάμαυρα μαλλιά και καταγάλανα μάτια, ήταν μία πανέμορφη γυναίκα, πολλές φορές την πείραζα ότι θα έπρεπε να είχε γίνει μοντέλο, αλλά η απάντησή της είναι πάντα η ίδια. ‘Είμαι πολύ κοντή για μοντέλο, ίσως εσύ έχεις καλύτερη τύχη’. Α ναι, ξέχασα να σας συστηθώ. Το όνομά μου είναι Καρολίνα, είμαι 16 χρονών, ζω μαζί με τον πατέρα μου, την αδερφή του και τον άντρα της. Η μητέρα μου πέθανε σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα λίγες μέρες μετά την γέννηση μου, δεν πρόλαβα να την γνωρίσω ποτέ. Ίσως όμως είναι καλύτερα έτσι, θέλω να πω, δεν θα είχα δεθεί τόσο πολύ με την Μέρι. Εγώ έχω καστανά σγουρά μαλλιά, που φτάνουν μέχρι την μέση μου. Και μπλε μάτια, και όταν λέω μπλε, εννοώ μπλε, σαν του ωκεανού. Με τον πατέρα μου, δεν έμοιαζα καθόλου. Εκείνος είχε ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια, ακριβώς το αντίθετο από εμένα, αλλά από ότι μου είπε, είχα πάρει από την μητέρα μου. Μάλιστα μου είπε ότι όταν γεννήθηκα τα μάτια μου είχαν τις αποχρώσεις του πράσινου, αλλά άλλαξαν έτσι ξαφνικά σε αυτό το χρώμα, δεν τον πίστευα, μέχρι που μου έδειξε φωτογραφία. Λοιπόν, μην ξεφεύγουμε. Αφού σας περιέγραψα όλα τα μέλη της οικογένειας μου, πρέπει να σας περιγράψω και τον Ρον, τον σύζυγο της Μέρι. Αυτός είχε καστανά μαλλιά σαν και εμένα και σκούρα καφέ μάτια, τίποτα το ιδιαίτερο. Παρόλα αυτά είχε αλλού την ομορφιά του, μέσα του. Η ψυχή του, ήταν το πιο όμορφο πράγμα.
«Λοιπόν, άντε καλό σχολείο γλυκιά μου.» Είπε η θεία μου βγάζοντας με από τις σκέψεις μου. Σηκώθηκα όρθια και αφού τις έδωσα ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο βγήκα τρέχοντας από το σπίτι. Το σχολείο μου δεν βρισκόταν πολύ μακριά από το σπίτι μου, έτσι πήγαινα με τα πόδια. Μπήκα μέσα στο σχολείο και έψαξα με το βλέμμα μου να βρω κάποιες γνωστές φυσιογνωμίες. Δεν πρόλαβα και πολύ και ένιωσα κάποιον, ή μάλλον κάποια, να πέφτει πάνω μου με δύναμη ενώ ένα 3ο άτομο γελούσε. Απομακρύνθηκα και κοίταξα την κολλητή μου την Μαρίνα.
«Αμάν ρε Μαρίνα, υπερβολική όπως πάντα, κάνεις λες και έχεις να με δεις αιώνες.» Της είπα γελώντας. Στράφηκα στο 3ο άτομο που γελούσε, ο Ντέιμον, ο κολλητός μου.
«Ω, έλα εδώ εσύ.» Του είπα και τον αγκάλιασα περνώντας τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του.
«Προσπαθείς να με αποπλανήσεις Κάρο?» Είπε κοιτώντας με πονηρά. Εγώ κούνησα ειρωνικά το κεφάλι μου καταφατικά.
«Πρέπει λοιπόν, να ξέρεις, πως δεν θα καταφέρεις να με κάνεις να ξεχάσω ότι μου χρωστάς 15 ευρώ.» Μου είπε ικανοποιημένος με την έκφραση που πείρε το πρόσωπό μου, εγώ του έριξα μία φιλική σφαλιάρα και απομακρύνθηκα.
«Είσαι βλά.κας.» Είπα και εκείνος γέλασε.
«Γι αυτό με αγαπάτε άλλωστε.» Η Μαρίνα, ξεφύσιξε και με τράβηξε παρά πέρα.
«Λοιπόν, για πες. Παίζει τίποτα με κανέναν?» Της είπα κοιτώντας την πονηρά.
«Ω, μα εννοείται. Θυμάσαι τον Νικ?»
«Ποιον, εκείνον τον κούκλο που ήταν στην ομάδα του Φούτμπολ?» Την ρώτησα έκπληκτη.
«Αχα.»
«Μην μου πεις?»
«Ναι, ναι, ναι.»
«Γουάου. Πως τα κατάφερες ρε θηρίο?» Της είπα σηκώνοντας την φωνή μου μία οκτάβα.
«Ηρέμισε, γύρισαν όλοι να μας κοιτάξουν. Τα κατάφερα. Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι πως μου ζήτησε σήμερα μετά το σχολείο να βγούμε και μετά να πάω σπίτι του να γνωρίσω τους δικούς του.» Μου είπε χοροπηδώντας από την χαρά της.
«Και εσύ φυσικά του απάντησε ναι. Έτσι δεν είναι?»
«Εμ, κοίτα…»
«Δεν πιστεύω να αρνήθηκες?»
«Όχι όχι.» Βιάστηκε να με επιβεβαιώσει πως κάνω λάθος. «Του είπα πως θα το σκεφτόμουν και πως θα του απαντούσα την ώρα της προσευχής.»
«Πάλι καλά. Σε είχα ικανή να κάνεις καμιά χαζομάρα και να τρέχουμε πάλι.»
«Τι λένε, η κοπέλες της παρέας.» Είπε ο Ντέιμον και μας πλησίασε.
«Να μην σε νοιάζει. Κοριτσίστικα πράγματα.»
«Την τελευταία φορά που το είπες αυτό, μιλούσατε για τον Τόνι τον μπασκετμπολίστα, την προ-προηγούμενη, για τον Νέιλ τον ποδοσφεριστή, για τον Άνταμ τον κολυμβητή, για τον Φρεντ τον φλιπερά, για τον…»
«Εντάξει εντάξει καταλάβαμε.» Τον διέκοψε η Μαρίνα.
«Ωραία λοιπόν, ποιος είναι αυτήν την φορά?» Μας ρώτησε με το γνωστό υφάκι του.
«Σιγά μην σου πω.» Μου άρεσε να τους βλέπω να μαλώνουνε, με έκαναν να γελάω.
«Μήπως ο Μπόρις ο ροκάς?»
«Όχι.»
«Ο Σταύρος, ο χιπ-χοπας?»
«Ούτε.»
«Ο Μιχάλης ο ντράμερ.»
«Νο.»
«Εμ… ο….»
«Άστο Ντέιμ, δεν το χεις.» Του είπα εγώ χτυπώντας τον συμβατικά στον ώμο .
«Εσύ…» Είπε κάνοντας μου ένα φιλικό κεφαλοκλείδωμα. «Να φροντίσεις να μου δώσεις τα λεφτά μου τώρα.» Είπε και με άφησε.
«Είσαι...»
«Τι είμαι?»
«Πφφ, άστο.» Του είπα χώνοντας το χέρι μου στην τσέπη μου βγάζοντας 15 ευρώ και αφήνοντας τα στην ανοιχτή παλάμη του.
«Ικανοποιημένος?»
«Πολύ.» Μου είπε κοιτώντας με πονηρά, προτού στραφεί πάλι στην Μαρίνα, ρωτώντας την για άλλους υποψήφιους εραστές. Ήξερε ότι στο τέλος θα του έλεγε. Αλλά δεν ήθελε να του χαλάσει το μάντεμα.
Απομακρύνθηκα αθόρυβα και κάθισα στις κερκίδες του σχολείου. Κοιτούσα στο κενό σκεφτόμενη διάφορα.
«Γεια!!» Άκουσα μια κοριτσίστικη φωνή να λέει. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα ένα κορίτσι γύρω στα 16 να με κοιτάει χαμογελαστή.
«Γεια.» Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό της, κάνοντας της νόημα πως μπορεί να καθίσεις δίπλα μου αν ήθελε.
«Με λένε Ναταλί, αλλά μπορείς να με φωνάζεις Νάτα. Δηλαδή η φίλες μου με φωνάζουν Νάτα, και ο αδερφός μου. Βλέπεις πριν λίγο καιρό μετακομίσαμε, και μας είναι πολύ δύσκολο να προσαρμοστούμε, γιατί ήμαστε λίγο διαφορετικοί. Όμως είδα ότι και εσύ είσαι λίγο και υπέθεσα ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε καλή παρέα και…»
«Εγώ είμαι η Καρολίνα, φώναζε με Κάρο.» Της είπα προσπαθώντας να κόψω την λογοδιάρροια της.
«Συγνώμη, αλλά όταν είμαι αγχωμένη, με πιάνει πολυλογία, και όταν με πιάνει πολυλογία μιλάω πολύ και απωθώ τους άλλους, γι αυτό δεν έχω φίλους, και θέλω πολύ να έχω φίλους, γι αυτό και σε πλησίασα γιατί… Αυτό κάνω και τώρα ε?»
«Ε, όχι, όχι. Κοίτα, εγώ πρέπει να πάω στους φίλους μου, αν θες, έλα και εσύ να σου τους γνωρίσω.»
«Άχου τι ωραία. Είσαι πολύ καλή. Ξέρεις δεν έχω ξανά...»
«Ναι , ναι κατάλαβα.» Είπα καθώς σηκωνόμουν και πήγαινα πάλι πίσω στα παιδιά. Πραγματικά, ίδρωσε το αυτί μου με την μουρμούρα της.
Μόλις τους πλησίασα, ήρθε μπροστά μου ο Ντέιμον.
«Χα, την κατάφερα. Μου το πε.»
«Τι πρωτότυπο.»
«Τι έχεις εσύ? Ωπ, πια είναι η κοπέλα που είναι μαζί σου?»
«Είναι η Ναταλί.» Του είπα.
«Μπορείς να με φωνάζεις Νάτα.»
«Α, καινούρια?» Μπήκε εκείνην την στιγμή στην συζήτηση η Μαρίνα.
«Εμ, ναι. Μετακομίσαμε με την οικογένειά μου πριν λίγες βδομάδες. Και…»
Α, ναι, ξέχασα να σας τους περιγράψω. Η Μαρίνα, είχε ξανθοκάστανα σπαστά μαλλιά μέχρι την πλάτη, και καστανά μάτια. Ο Ντέιμεν, κοντό καστανό μαλλί και μαύρα μάτια. Ενώ η Ναταλί, ήταν αρκετά ψηλή, με μαύρα ίσια μαλλιά και πράσινα μάτια.
«Λέτε, για πρώτη χρονιά να μην κάτσει και η Κάρο μας, μόνη της στην τάξη…» Είπε η Μαρίνα και με σκούντηξε.
«Ποιος ξέρει…» Απάντησα εγώ βαριεστημένα.
«Συγνώμη παιδιά, με φωνάζει ο αδερφός μου για να πάμε μαζί στον διευθυντή, τα λέμε.» Είπε και εκείνη την στιγμή κατευθύνθηκε προς έναν ψηλό μαυρομάλλη νεαρό, 1 χρόνο μεγαλύτερο μάλλον. Ήταν πανέμορφός. Αν και εγώ δεν του έδωσα πολύ σημασία σε σχέση με την Μαρίνα που τον κοίταζε σαν να τις έτρεχαν τα σάλια. Κατευθυνθήκαμε να πάρουμε τις θέσεις μας για να μας μιλήσει ο διευθυντής, και να μας ευχηθεί για άλλη μία φορά να έχουμε μία καλή και χαρούμενη χρονιά. Και ενώ ο διευθυντής έλεγε τον συνηθισμένο του μονόλογο, η Μαρίνα πήγε να βρει, τον Νικ. Ενώ ο Ντέιμον, προσπαθούσε εμφανώς να μου σπάσει τα νεύρα, με αποτέλεσμα να του μελανιάσω το μάτι. Δεν έφταιγα εγώ αυτός με ανάγκασε. Υποθέτω…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου