Καθώς άνοιγα τα μάτια μου ένιωθα όλο μου τον κόσμο να έχει πάρει πια μια σειρά. Τώρα ήξερα που άνοιγα. Ναι, δεν ήθελα να γίνει τόσο γρήγορα, αλλά... Σηκώθηκα απότομα από το κρεβάτι καθώς συνιδιτοποίησα, ότι δεν βρισκόταν δίπλα μου. Έβαλα, ότι ρούχα βρήκα μπροστά μου και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Εκεί όμως. είχα μία δυσσάρεστη έκπλιξη.
"Πίσω στο δωμάτιο, ΤΩΡΑ." Είδα μία έξαλη Μέρι μπροστά στην πορτα να μου φωνάζει. Εγώ έσκυψα το κεφάλι, κάνοντας μεταβολή και μπένοντας και πάλι μέσα στο δωμάτιο.
"Άκου να σου πω, αν θεωρούσες τον αδερφό μου ένα παιχνιδάκι, και μόλις δεν το χρειαζόσουν το πέταξες έκανες πολύ
μεγάλο λάθος, δεσποινίς, ο θεός να σε κάνει δεσποινίς."
"Δεν έφταιγα, κοίτα, δεν ήθελα να γίνει κάτι τέτιο. Αλλά, δεν μπορείς να καταλάβεις, τώρα, για πρώτη φορά μετά την αλλαγή μου, νιώθω πως πλέον βρήκα που ανήκω, και, σε χρειάζομαι σε αυτό..."
"Τότε, βρες κάποιο άλλο κορόιδο, Κλειώ." Είπε ηρωνικά καθός βγήκε εξω από το δωμάτιο κοπανόντας την πόρτα.
Ωραία, τώρα έχασα και την Μέρι, τέλεια. Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και μέσα μπήκε ο Ρον.
"Ρον, ξέρεις, εγώ, δεν..."
"Κοίτα, Κλειώ. Σε συμπαθώ, είσαι καλή κοπέλα, αλλ΄αυτό που έκανες, δεν ήταν ωραίο, καθόλου ωραίο. Και μην αρχίσεις
τις δικαιολογίες, απλώς ήρθα να σου πω, πως τώρα έχεις μείνει μόνη σου σε τούτο το παιχνίδι Κλειώ. Συγνώμη."
Είπε και βγήκε και αυτός με την σειρά του από το δωμάτιο. Κάθισσα στο κρεβάι κρατόντας με το κεφάλι μου το πρόσωπό μου. 1 δευτερόλεπτο μετά άκουσα την πόρτα να ανοίγει και μέσα να μπένει κάποιος.
"Αν ήρθες για να μου πεις, πόσο βλαμμένη είμαι, και να μου πεις πως έχω μείνει μόνη μου τότε καλύτερα πέστα γήγορα και φύγε, γιατί τα έχω ακούσει ήδη δύο φορές σήμερα."
Πριν προλάβω να τελειώσω, κάπιος, ή μάλλον κάποια τράβηξε τα χέρια μου από το πρόσωπο μου και με τράβηξε στην αγκαλιά της. Απομακρύνθικα και την κοίταξα, ήταν η Λίλιαν.
"Δεν ήρθα για να σου πω, ούτε πόσο βλαμένη είσαι ούτε πως έχεις μείνει μόνη σου. Ήρθα για να σου πω, πως καταλαβένω ακριβώς τι περνάς, και πως είμαι μαζί σου." Είπε και μου χαμογέλασε πλατιά. Έπειτα σηκώθηκε όρθια και έφυγε από το δωμάτιο τουλάχιστον είχα κάπιον σε αυτό το σπίτι, εκτός από τον Τζέισον, που με καταλάβενε. Βγήκα έξω από το δωμάτιο και στην συνέχεια, έξω από το σπίτι. Δεν χρειάστικε να προχωρίσω πολύ και είδα τον Τζέισον να κάθετε σε ένα παγκάκι.Τον πλησίασα με γρήγορα βήματα και κάθισα δίπλα του. Γύρισε και με κοίταξε με ένα ανέκφραστο βλέμμα που με τρόμαζε.
"Συγνώμη Κλειώ. Παρασύρθικα. Μου είπες πως δεν ήθελες, αλλά εγώ δεν σε άκουσα. Και τώρα χάρης σε εμένα η Μέρι και
ο Ρον δεν σου μιλάνε και..." Δεν τον άφησα να συνεχίσει, και ούτε μπορούσα νατον ακούω να κατηγορεί για τα πάντα τον εαυτό του. Έσκυψα και ακούμπησα απαλά τα χείλι μου στα δικά του. Έπειτα
απομακρύνθικα και τον κοίταξα.
"Δεν φταις για όλα εσύ Τζέισον. Γι αυτό σταμάτα να κατηγορείς τον εαυτό σου." Είπα και του χαμογέλασα πρωτού με ξαναφιλήσει με πάθος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι μέρες περνούσαν γρήγορα, είχαν περάσει πλέον πέντε μήνες από την εξαφάνιση του Άλβιν και την σχέση μου με τον Τζέισον. Με την Μέρι ήμασταν σαν άγνωστες, με πονούσε αυτό, πολύ... Με την Λίλιαν είχαμε δεθεί ακόμα περισσότερο. Όμως ήταν κάτι που με είχε αναστατώσει και εμένα, αλλά και την Λίλιαν. Είχα ζαλάδες, τάσεις για εμετούς, και η κοιλιά μου είχε μεγαλώσει κατά πολύ. Και αυτό, μόνο ένα πράγμα μπορεί να σήμενε. Η Λίλιαν, έλεγε πως ήταν αδύνατον, ο Κράκεr, έλεγε πως αυτό ήταν σίγουρα, ο Τζέισον ήταν σε ένα κλίμα ανάμεσα χαράς και έκπλιξης και εγώ... εγώ ήθελα για άλλη μια φορά να άνοιγε η γη και να με καταπιεί, για πάντα...
Καθώς ξύπνισα μία μέρα άκουσα χαρωπές ζητωκραυγιές και συγκινιμένες φωνές. Βγήκα γρήγορα από το δωμάτιο και έτρεξα προς την είσοδο, και εκεί, είδα μπροστά στην πόρτα να στέκεται ο άγγελος μου, ο Άλβιν. Αμέσως όλοι σταμάτισαν να μιλάνε και έφυγαν από το δωμάτιο, αφήνοντας μας μόνους, προς έκπλιξης μου, έφυγε και ο Τζέισον, αν και λίγο επιφιλακτικά.
"Γεια σου Κλειώ." Μου είπε απλά, χωρις να με κοιτάξει στα μάτια. Εγώ τον πλησίασα και καθώς έκανα τα χέρια μου γροθιες, άρχισα να τον χτυπώ με μανία, ήξερα πως δεν πονούσε ούτε στο ελάχιστο, αλλά με εκτόνωνε.
"Τολμάς να μου πεις 'Γεια σου Κλειώ' μετά από τόσο καιρό? Τολμάς να επιστρέφεις, ενώ σε είχα για νεκρό? Ε? νοιάστηκες καθόλου για μένα. Αν θα άντεχα κι άλλο πόνο? Αλλά όχι, εσένα σε ενδιέφερε μόνο ο εαυτούληγς σου."
"Έχεις δίκιο, σε ότι και να μου πεις, έχεις δίκιο. Το μόνο καλό είναι ότι ξαναέφτιαξες την ζωή σου." Είπε στραβοκαταπίνοντας.
"Δεν έχεις δικαίομα να μιλάς για μένα ή για την ζωή μου, δεν έχεις κανένα δικαίομα." Και τότε έγεινε κάτι που δεν περίμενα να γίνει. Μέσα στο δωμάτιο μπήκε η Μέρι και ο Ρον. Ο Ρον, έτρεξε και τράβηξε τα χέρια μου μέσα στα δικά του.
"Κλειώ, σε παρακαλώ. Δεν κάνει να συνχίζεσαι στην κατάστασή σου." Μου είπε η Μέρι και βρέθηκε δίπλα μου στο λεπτό. Έπειτα αφού χαμογέλασε, με αγκάλιασε σφιχτά.
"Πόσο μου είχε λείψει αυτή η αγκαλιά. Συγνώμη γλυκιά μου. Συγνώη. Δεν ήθελα να τσακωθούμε. Συγνώμη." Μου είπε καθώς τα αιμάτινα δάκρυά της λέκιαζαν την άσπρη μπλούζα μου. Αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Ήμασταν και πάλι 'αδερφές'.
"Όσο για σένα Άλβιν. Μην τολμίσεις να την ξαναπληγώσεις, το ακούς? Και μην νομίζεις πως επειδή γύρισες θα σε δεχτεί με χαρά πίσω. Είναι με τον Τζέισον τώρα πια, και περιμένει και παιδί. Οπότε..."
"Δεν ήρθα πίσω για να διεκδικίσω την Κλειώ. Το ξέρω, πως σε αυτό το παιχνίδι είμαι εγώ ο χαμένος. Ήρθα πίσω,για να της σταθώ δίπλα της έστω σαν φίλος, και για να την προιδοποιήσω πως οι συγκενείς του βρικόλακα που πήγε να την σκοτώσει, κι τελικά τον σκοτώσαμε. Ψάχνουν να την βρουν. Και με την σειρά τους να την σκοτώσουν. Ήρθα εδώ, γιατί πρόκειται να γίνει μία τεράστια μάχη, στην οποία είμαι πρόθιμος να θυσιαστώ αν χρειαστεί...
"Τότε καλύτερα να το πεις στον Κράκερ, γιατί σε δύο μήνες θα είναι εδώ." Είπε η Μέρι σκευτική.
"Μα, πως το ξέρεις?" Την ρώτησα με την απορρία, και τον φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια μου.
"Απλή διαίσθιση" Είπε και με ένα χαριτομένο σάλτο απομακρίνθικε μαζί με τον Ρον αφήνοντας στο δωμάτιο μόνο εμένα και τον Άλβιν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου