Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Κεφάλαιο 8ο Άλβιν, ή Τζέισον?

"Κλειώ, are you ok?" Άκουσα την φωνή του Τζέισον να λέει. Άνοξα τα μάτια μου, και τον είδα να στέκεται ακριβώς μπροστά μου κρατόντας μου το πρόσωπο. Εγώ βρισκόμουν ξαπλωμένη ακριβώς έξω από το 'σπίτι' στον κήπο.
"Το κεφάλι μου." Είπα καθώς ανασικώθηκα λίγο, και κάθισα καθιστή πάνω στο καταπράσινο γρασίδι.
"Λογικό είναι." Άκουσα κάπιον να λέει και γύρισα και είδα τον Ρον.
¨Τι είναι λογικό?" Τον ρώτησα γεμάτη απορία.
"Το ότι σε πονάει το κεφάλι σου. Άκου μικρή, δεν πρέπει, ποτέ, μα ποτέ, να διακτινίζεσαι όταν βρίσκεσαι σε ψυχολογική φόρτιση, γι αυτό το έπαθες αυτό. Κατάλαβες? Α και επίσης, ο ομορφονιός σου έχει εξαφανιστεί εδ΄ς και 6 ώρες, και δεν ξέρουμε που βρίσκεται, και το χειρότερο, δεν μπορώ να διακτυνιστώ για να πάω σε αυτόν, σαν κάτι να με μπλοκάρει, και αυτό συμβένει μόνο..." Δεν μπρόλαβε να τελειώσει την πρότασή του, και η Μέρι βρέθηκε μπροστά του.
"Νομίζω πως τις είπες αρκετά, αν δεν κάνω λάθος, καλύτερα να αφήσουμε την Κλειώ να ξεκουραστεί." Είπε και τράβηξε τον Ρον, μακρυά από εμάς μέχρι που εξαφανίστηκαν.
"Καλύτερα να πάω για ύπνο, πέρασα μια κουραστική ημέρα." Είπα στον Τζέισον και εκείνος με βοήθισε να σηκωθώ.
"Κι εγώ αυτό πιστεύω. Καλύτερα όμως να βάλεις πιτζάμες, θες βοήθεια?" Μου πε και με κοίταξε με ένα πονηρό βλέμμα, αλλά ήξερα ότι το έκανε για πλάκα.
"Μπα, τα καταφέρνω και μόνη μου." Του είπα με τον ίδιο τρόπο, και πήγα τρέχοντας μέσα στο σπίτι, αφού διάλεξα ένα ζευγάρι πιτζάμες, να βάλω, έκανα ένα γρήγορο ντους, και έπιτα πήγα να ξαπλώσω. Στο δωμάτιο ήταν ήδη ο Τζέισον, και, τι προτότιπο, κούρδιζε την κιθάρα του.
"Λοιπόν, αύριο θα σου κάνω πάλι ΄μάθημα, αν μου ορκιστείς ότι θα μου μάθεις κιθάρα." Του πα καθώς πήγα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Εκείνος γύρισσε και με κοίταξε, με ορθάνοικτα μάτια, και έγνεψε θετικά.
"Ξέρεις, ο Άλβιν..."
"Δεν με ενδιαφέρει, έχω τελειώσει πια μαζί του. Και... Απλώς μην μου τον θυμίζεις, γιατί εγώ φταίω που εξαφανίστηκε." Είπα και μαζεύτικα σαν μία μπάλλα στην άκρη του κρεβατιού.
"Ηρέμισε, θα τον..." Προσπάθισε να με 'παρηγορήσει'
"Τι εννοούσε πριν ο Ρον?" Δεν πρέπει να περίμενε αυτήν την ερώτηση και κατέβσε το κεφάλι του κοιτόντας αμήχανα το πάτωμα.
"Τζέισον, σε παρακαλώ..." Του είπα και πήγα και τον αγκάλιασα από την μέση βάζοντας το κεφάλι μου στον ώμο του.
"Εννοούσε, πως αυτό συνήθως συμβαίνει μόνο όταν κάποιος, είναι... νεκρός." Εγώ απομακρύνθηκα από κοντά του απότομα και τον κοίταξα στα μάτια. Ένιωσα τα μάτια μου για άλλη μια φορά να βουρκώνουν, αλλά αυτήν την φορά αιχμαλώτησα τα δάκρυα μου, σφαλίζοντας με τα βλέφαρά μου τα μάτια μου. Αφού ηρέμισα λίγο προσπάθησα να μιλήσω, αλλά ήμουν τόσο θυμωμένη, με τον εαυτό μου, με τον 'θεό' αν υπίρχε κάτι τέτοιο.
"Γιατί ρε γ@μώτο, ΓΙΑΤΙ? Μου τα πήρες όλα, δεν σου έφτανε, έπρεπε να μου πάρεις και το τελευταίο στοιχείο χαράς μέσα μου?" Φώναζα και κοιτούσα το ταβάνι με χέρια σηκομένα, πραγματικά η κατάστασή μου ήταν τραγική, άμα κάποιος με έβλεπε θα με περνούσε για τρελή.
"ΓΙΑΤΙΙΙΙΙ?" Συνέχισα να φωνάζω. Ο Τζέισον ήρθε προς το μέρος μου και με έβαλε με βία στην αγκαλιά του. Τελικά, όσο και αν δεν το ήθελα, τα δάκρυά μου, άρχισαν να κυλούν και πάλι, καυτά πάνω στην μπλούζα του, Τζέισον.
"Γιατί, γιατί σε εμένα? Δεν είχα κάνει τίποτα." Έλεγα ανάμεσα στους λιγμούς μου.
"Σςςς, εσύ δεν φταις σε τίποτα. Αυτός είναι...... και θέλει να σε κάνει να πονάς. Όμως είμαι εγώ εδώ, δεν έχω φύγει ακόμα, και ούτε πρόκειται. Είμαι εδώ." Μου έλεγε καθώς μου χάιδευε τα μαλλιά, μπορώ να πω πως με καθυσίχαζε αρκετά, αλλά ο πόνος μέσα μου, ακόμα υπίρχε. Γιατί να συνέβεναν όλα αυτά σε εμένα? Γιατί?
"Θέλω να πεθάνω." Του είπα καθώς είχα γατζωθεί από την μπλούζα του. Μόλις το είπα αυτό, ο Τζέισον έπιασε το πρόσωπό μου και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια.
"Μην το ξαναπείς αυτό. Το κατάλαβες?" Είπε κοιτώντας με αγρια, και συνάμα αγχωμένα και πονεμένα.
"Δεν έχει απόμείνει τίποτα πια εδώ για εμένα, μόνο πόνος." Του απάντησα. Εκείνος με τράβηξε και πάλι στην αγκαλιά του.
"Έχεις, τη Μέρι, και την Λίλιαν, που σε αγαπάνε, έχεις, τον Χάρη, και εξάλου, άμα, πεθάνεις, εσύ, πιον θα πειράζει ο Ρον?" Με ρώτησε καθώς ένιωθα καθαρά τους λυγμούς που δεν άφηναν να φύγουν από μέσα του.
"Και άμα πάθεις κάτι εσύ, εγώ τι θα κάνω, πιος θα μου μαθένει ελληνικά, ε? Σε πιον θα κάνω μαθήματα κιθάρας?" Μου είπε φιλώντας μου τα μαλλιά.
"Ελληνικά μπορεί να σου μάθει η Μέρι, και η Λίλιαν, θα χερόταν πολύ αν μάθενε κιθάρα." Συνέχισα εγώ. Ξέρω, έλεγα βλακείες, όμως πονούσα, προσπαθούσα να απαλίνω τον πόνο μου.
"Σταμάτα να επιμένεις, σου λέω, δεν θα σε αφήσω να πάθεις κακό." Είπε αναγκάζοντας με να τον κοιτάξω. Έπειτα έσκυψε και κόλισε με βία τα χείλι του πάνω στα δικά μου. Ένιωσα κάθε μέλος του σώματός μου να μουδιάζει, η καρδιά μου ήταν έτοιμη να βγει έξω από το σώμα μου. Όμως απομακρύνθικα, κοίταξα το πρόσωπό του,και απομάκρυνα τα αιμάτινα δάκρυά του με το χέρι μου.
"Για, γιατί το έκανες αυτό?"
"Εσύ γιατί με έσωσες από τον Άλβιν?"
"Ε, επειδή, δεν, να..."
"Γι αυτό το έκανα αυτό, Είμαι ερωτευμένος μαζί σου Κλειώ, από όταν σε είδα που ζήτισες από τον Άλβιν να φύγει από κοντά μου. Από εκείνο το πρώτο βλέμμα που έριξες επάνω μου. Το ξέρω πως δεν νιώθεις το ίδιο για μένα, μα..."
"Δεν, δεν ξέρω τι νώθω, πραγματικά Τζέισον, υπερβολική πληροφόριση για μια μέρα, και δεν ξέρω, δεν, δεν θέλω να σε χάσω αλλά..."
"Ναι, καταλαβένω. Καλύτερα κοιμίσου, και όταν θα ξ΄ρεις και εσύ θα μου πεις." Μου είπε, έπιτα με έβαλε και ξάπλωσα στο κρεβάτι και αυτός ξάπλωσε δίπλα μου και με πείρε στην αγκαλιά του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου