Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Κεφάλαιο 7ο
Αδιέξοδος

Ένιωσα κάποιον να έρχεται και να κάθεται δίπλα μου στον καναπέ, δεν γύρισα να τον κοιτάξω, παρά συνέχισα να βλέπω τις φλόγες που χόρευαν μπροστά μου, ώρες, ώρες, εύχομαι να μπορούσα να καώ στον ήλιο, να έβγαινα απλά έξω και μετά από λίγες στιγμές πόνου, να ηρεμούσα, για πάντα.
«Τι, έχεις?»Άκουσα τον Τζέισον να με ρωτάει. Εγώ δεν απάντησα έκανα πως δεν άκουγα.
«Δεν φεύγω αν δεν μου πεις.» Είπε αποφασιστικά. Εγώ κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου, καθώς άλλο ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. Ξαφνικά ένιωσα δύο δυνατά χέρια να πιάνουν το πρόσωπό μου και να με αναγκάζουν να τον κοιτάξω.
«Μην κλαις?» Μου πε και με το χέρι του απομάκρυνε τα δάκρυα που είχαν απομείνει στα μάτια μου.
«Τζέισον, δεν ξέρεις τον λόγο, οπότε…» Του είπα και έσκυψα το κεφάλι μου.
«Μα γι αυτό είμαι εδώ, για να μάθω γιατι you are crying.» Είπε και σήκωσε και πάλι το πρόσωπό μου. Τον κοίταξα στα μάτια, και είδα την απορία και τον πόνο χαραγμένο εκεί, βαθιά, μέσα στο απέραντο μπλε, των ματιών του.
«Δεν, δεν είναι κάτι σημαντικό, απλώς, απλώς είναι…» Είπα και ξέσπασα σε λυγμούς, εκείνος με πείρε στην αγκαλιά του για να με καθησυχάσει, χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά και λέγοντας μου λόγια γλυκά. Τότε άκουσα για δεύτερη φορά την πόρτα να ανοίγει.
«Ώστε τώρα ήμαστε και αγκαλίτσα έτσι?» Άκουσα τον Άλβιν να λέει, γύρισα και τον κοίταξα με μάτια πρησμένα από το κλάμα, αλλά αυτός συνέχισε.
«Και μην μου πεις, ‘Άλβιν δεν είναι αυτό που νομίζεις,’ γιατί ξέρω πολύ καλά ότι είναι αυτό. Σου αρέσει ο μικρός έ? Γι αυτό είστε συνέχεια μαζί ε?»
«Όχι, me and Clio, είμαστε only φίλοι.» Είπε ο Τζέισον χωρίς να με βγάλει από την αγκαλιά του.
«Και οι φίλοι είναι συνέχεια μαζί ε? Και κοιμούνται αγκαλίτσα, σωστά?» Ε, ως εδώ ήταν. Σηκώθηκα όρθια και πήγα κοντά του.
«Ναι, οι φίλοι είναι πάντα δίπλα σου, να σε παρηγορήσουν όταν κλαις, να σε ζεστάνουν όταν κρυώνεις, να σου πουν μία καλή κουβέντα όταν νιώθεις μειωμένη, ανίκανη για το οτιδήποτε. Κάτι που κανονικά κάνει και ο σύντροφος, κάτι που δεν κάνεις εσύ. Και αν βλέπεις Άλβιν, ο Τζέισον είναι δίπλα μου να με παρηγορήσει, για κάτι που εσύ φταις, για την χαμένη μου οικογένεια, για κάτι που μου στέρησες ΕΣΥ.» Είχα φτάσει εκτός εαυτού πια. Βγήκα έξω από το δωμάτιο, καθώς τα δάκρυά μου γινόντουσαν πιο έντονα. Έτρεξα ώσπου βγήκα έξω. Έτρεχα με ταχύτητα φωτός, τα δάκρυά μου, είχαν πια στεγνώσει, από την δύναμη που ο αέρας, χτύπαγε στο πρόσωπό μου. Κάποια στιγμή, καθώς τα πόδια μου πονούσαν από το πολύωρο τρέξιμο, σταμάτησα. Δεν ήξερα που βρισκόμουν, πάντως ήταν αρκετά εξοχικά. Πήγα και κάθισα κάτω από ένα δέντρο, για να έχω σκιά. Μα γιατί το έκανε αυτό συνέχεια? Ήξερε πόσο πονούσα, παρόλα αυτά όμως συνέχιζε, συνέχιζε να με κάνει να πονάω πιο πολύ. Ο Τζέισον από την άλλη, ήταν σαν δώρο θεού, 1 μέρα τον ξέρω, και όμως, είναι δίπλα μου, και μου απαλύνει τον πόνο, ακόμα και όταν δεν ξέρει τον λόγο, απλώς είναι εκεί, και με τα λόγια του, με καθησυχάζει. Δεν ξέρω τι να κάνω πια, το στομάχι μου διαμαρτύρεται, έχω να φάω 3 μέρες, δεν του δίνω σημασία, ξαπλώνω κάτω από τον ίσκιο του δέντρου και κοιτάω τους σχηματισμούς που αποκτούν τα σύννεφα στον ουρανό. Βλέπω, ένα μωρό, χα, να και μία ομπρέλα, περίεργο πράγμα η ατμόσφαιρα, μακάρι να μπορούσα να πετάξω εκεί ψηλά, και να μην ξανακατέβω ποτέ. Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκα. Είχα ανήσυχο ύπνο, και με την σειρά τους, ανήσυχα όνειρα. Είδα ξανά την σκηνή στο τρένο. Άκουγα μουσική από το mp4 μου, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, έβγαλα τα ακουστικά μου και τότε όλο το τρένο βγήκε από τις γραμμές του, οι άνθρωποι ήταν πανικόβλητοι, ακόμα και οι γονείς μου, εγώ είχα μία παράξενη ψυχραιμία. Ώσπου ξαφνικά το τρένο γύρισε ανάποδα. Κάποιος μπήκε μέσα, δε μπόρεσα να δω πρόσωπο, έτρεχε τόσο γρήγορα, και σωριάζονταν πτώματα το ένα μετά το άλλο. Έσφιξα με πόνο τα μάτια μου καθώς θυμήθηκα τα πτώματα των γωνιών μου. Ήμουν η μόνη που επέζησε, ήμουνα σε μία γωνία και καθόμουνα αμίλητη, άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου, εγώ περίμενα για τον θάνατο. Όμως εκείνη την στιγμή γέλασε και έσπασε ένα παράθυρο.
«Φύγε μικρή, θέλω να παίξουμε λίγο.» Μου είπε γελώντας. Δεν περίμενα να μου το πει και δεύτερη φορά, βγήκα από το παράθυρο και άρχισα να τρέχω. Ένιωθα φριχτά, γιατί να ήμουν εγώ η τυχερή, γιατί να είχα επιζήσει μόνο εγώ. Θυμάμαι την προηγούμενη ημέρα, που πήγαμε και αφήσαμε τον αδερφό μου στον φίλο του. Είχαμε μόλις τσακωθεί, και δεν πρόλαβα να του πω, πόσο πολύ τον αγαπούσα. Ξύπνησα απότομα καθώς σκεφτόμουν το πρόσωπό του, καθώς άλλο ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο μου. Το απομάκρυνα γρήγορα και σηκώθηκα όρθια. Αρκετά κάθισα εδώ, έπρεπε να επιστρέψω πίσω, θα έχουν ανησυχήσει. Όμως, δεν ήξερα καν που ήμουν. Άρα, όσο και αν πονούσε, έπρεπε και πάλι να διακτινιστώ. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, και σκέφτηκα όσο πιο αισθητά γινόταν το σπίτι. Ένιωσα και πάλι αυτόν τον πόνο να κατακλύζει όλο μου το κεφάλι και γονάτισα καθώς φώναζα. Άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά μου, αλλά δεν άκουγα τι έλεγε, είχα πάθει κάτι σαν κρίση, ήμουν ξαπλωμένη στο πάτωμα και κρατούσα το κεφάλι μου και με τα δύο μου χέρια φωνάζοντας, δεν άντεχα, ένιωθα έναν οξύ ήχο να τρυπάει τα αυτιά μου, και όλο μου το σώμα να μουδιάζει. Ήταν σκοτεινά, δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου, το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν ο ήχος της φωνής μου, ο οποίος σιγά, σιγά άρχισε να σβήνει, να βραχνιάζει. Φώναζα και χτυπιόμουν με τόση μανία. Μου φάνηκε πως μάλιστα χτύπησα κάποιον, ώσπου ξαφνικά ένιωσα κάποιον να πιάνει με τα παγωμένα του χέρια το πρόσωπό μου, και όλος ο πόνος, αυτός ο οξύς ήχος, όλα αυτά, σταμάτησαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου