Κεφάλαιο 6ο
Μαθήματα ελληνικών, και πόνος.
Μόλις βγήκαμε έξω, άκουσα κάτι σαν να σπάνε πράγματα και θυμωμένες κραυγές. Ακουγόντουσαν από το δωμάτιο που μόλις είχαμε βγει. Ο Άλβιν με έσπρωξε και πήγε να μπει μέσα.
«Όχι Άλβιν, άστο, θα το χειριστώ εγώ.» Του είπα και του χαμογέλασα γλυκά.
«Δεν μου αρέσει ο τρόπος που σε κοιτάει ο τύπος. Κάνει λες και θέλει να σε φάει.» Είπε και κοίταξε την πόρτα θυμωμένος.
«Μπορώ να χειριστώ έναν 15χροννο σε παρακαλώ.» Του είπα και του έκανα νόημα να φύγει.
«Καλά, αλλά πρόσεχε..» Υποχώρησε τελικά. Έσκυψε, με φίλησε στα μαλλιά και έφυγε. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά εγώ μπήκα μέσα. Είδα, το αγόρι να χτυπιέται με δύναμη στο πάτωμα και να βρίζει, φωνάζοντας στα αγγλικά. Εγώ έτρεξα κοντά του και τον σταμάτησα.
«Hey, what’s going on here?» Του είπα κάνοντας την θυμωμένη. Στην πραγματικότητα, περισσότερο είχα ανησυχήσει παρά θυμώσει.
«I, am sorry. I, don’t know, why…» Είπε κοιτώντας με απολογητικά.
«Oh, it doesn’t matter. Come here.» Του είπα και τον αγκάλιασα σφιχτά. Εκείνος αν και ξαφνιασμένος ανταπέδωσε στην αγκαλιά μου.
«So, we have lots to say, first of all, I am Clio, I am seventeen, and I am only two days a vampire.» Είπα και εκείνος άρχισε να γελάει, προφανώς με την προφορά μου. Με αποτέλεσμα να με παρασύρει και εμένα και να γελάμε με τις ώρες. Όταν επιτέλους ηρεμίσαμε μου είπε και εκείνος.
«I am Jayson, and I am sixteen, and I am only one day vampire.» Είπε και γέλασε, καθώς ξάπλωνε πίσω στο πάτωμα. Εγώ ξάπλωσα δίπλα του. Ώστε λοιπόν ήταν 16, και δεν του το χα.
«So, when is my first lesson?» Με ρώτησε γελώντας.
«Now?» Του είπα εγώ με την απαίσια προφορά μου, εκείνος με κοίταξε για λίγο έκπληκτος και μετά κάθισε οκλαδόν, εγώ κάθισα απέναντί του, και αρχίσαμε, μάθαινε πολύ γρήγορα, σαν βαμπίρ, είχε αυξημένες αισθήσεις και ήταν και πολύ πιο έξυπνος. Μέσα σε μία ώρα, είχε μάθει παραπάνω από τα βασικά. Κάνα δυο μαθήματα και θα ‘ταν just perfect.
«Λοιπόν, πως τι πάω?» Με ρώτησε με την τόσο αστεία προφορά του και εγώ ασυνείδητα άρχισα να γελάω.
«Τι? Τόσε αστείο είμαι πια?» Είπε και με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία.
«Όχι, όχι. Απλώς…» Είπα και προσπάθησα να σταματήσω να γελάω.
«Έλα τώρα, δεν μπορεί να με τόοοσο funny…» Είπε και κράτησε με τα χέρια του και τα δύο δικά μου, αναγκάζοντας με να γυρίσω να τον κοιτάξω. Με κοίταγε στα μάτια. Ήταν τόσο γλυκός. Αμέσως απομακρύνθηκα γρήγορα και σηκώθηκα όρθια.
«Εμ, πρέπει να φύγω, θα με ψάχνει και ο Άλβιν.» Του είπα και πριν προλάβει αν πει τίποτα βγήκα έξω από το δωμάτιο. Μα τι πήγαινα να κάνω? Είχα τον Άλβιν, και τον αγαπούσα, τον αγαπούσα? Αυτή η ερώτηση με προβλημάτισε. Μα φυσικά και τον αγαπούσα, ήταν ο λόγος της ύπαρξης μου. Συνέχισα για πολύ ώρα τον μονόλογο του μυαλού μου με τον εαυτό μου καθώς περπάταγα γρήγορα στον διάδρομο..
Μπήκα σε ένα δωμάτιο νομίζοντας πως ήταν η ‘ντουλάπα’, αλλά έκανα λάθος. Ήταν ένα, σαλόνι μπορώ να πω. Οι τοίχοι του, βρίσκονταν σε αποχρώσεις του κόκκινου, και του μπορντό. Στην μέση του δωματίου βρισκόταν ένας, τεράστιος, κυκλικός καναπές, μαύρος, και απέναντί του, ήταν ένα τεράστιο τζάκι. Πήγα και κάθισα στην άκρη του καναπέ, καθώς κοίταζα τις φλόγες του να αλλάζουν χρώμα, μπλε, κόκκινο, πορτοκαλί. Στο σπίτι μου, μου άρεσε να κάθομαι μπροστά από το τζάκι μας, τα κρύα βράδια και να παρατηρώ τις φλόγες, καθώς ξεχνιόμουν από τα προβλήματά μου. Και σήμερα είχα πολλά… Οι φλόγες με είχαν μαγνητίσει, μου θύμιζαν τόσα πολλά. Σαν ταινία πέρασαν από μπροστά μου οι αναμνήσεις. Εγώ με τον αδερφό μου, μικρά παίζαμε μπροστά από το τζάκι και ο πατέρας μας γελούσε, καθώς η μητέρα μας, έφτιαχνε ζεστούς λουκουμάδες. Ξαφνικά η ανάμνηση άλλαξε, ήμουν πλέον εγώ στο δωμάτιο, μαζί με το πρώτο μου αγόρι τον Φίλλιπο, σε ηλικία 15 ετών, καθόμασταν αγκαλιά και κοιτάγαμε τις φλόγες, μετά ξανά άλλαξε, ήμασταν όλη η οικογένεια στο σαλόνι και καθόμασταν, ο πατέρας διάβαζε μία εφημερίδα, η μητέρα μου ένα περιοδικό, και εγώ με τον αδερφό μου απλώς μιλούσαμε και γελούσαμε. Ήταν η τελευταία φορά που καθίσαμε έτσι όλοι μαζί, ήταν το βράδυ πριν το ‘ταξίδι’ με το τρένο, πριν το τέλος. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου και κατέβηκε έως τον λαιμό μου. Οι αναμνήσεις, πονούσαν, πονούσαν πολύ, και το κακό είναι ότι, μου λείπουν, οι γονείς μου είναι σίγουρα νεκροί, ενώ αγνοώ την τύχη του αδερφού μου. Πλέον τα δάκρυά μου ήταν ανεξέλεγκτα έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια μου. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως θα μπορούσε να ήταν χειρότερα, πως μπορεί να ήμουν κανονικός βρικόλακας, θα ήταν όλα πολύ πιο δύσκολα, και πρώτα, πρώτα, για την δικιά μου ψυχολογία. Συνέχισα να κάθομαι στην θέση μου μπροστά στο αναμμένο τζάκι και να κλαίω. Σιχάθηκα να κλαψουρίζω σαν μωρό συνέχεια, όμως δεν μπορώ και τίποτα άλλο να κάνω. Άκουσα, την πόρτα να ανοίγει και μετά να κλίνει με πάταγο, δεν με ενδιέφερε ποιος ήταν, απλώς να έφευγε γρήγορα, ήθελα να συνεχίσω να κάθομαι μόνη μου, με τον πόνο μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου