Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Κεφάλαιο 13ο
Το ΤΕΛΟΣ

«Ναι, σου λέω να ηρεμίσεις, ξέρω, δεν είναι εύκολο, αλλά πρέπει ρε γαμώτο μου. Πρέπει, κάντο για τον Τζέισον, για την Λίλιαν και τον Χάρη, για το παιδί σου… Για… για μένα.»
«Συγνώμη Άλβιν, αλλά δεν γίνεται.» Είπα και εκείνη την στιγμή ένιωσα έναν αφόρητο πόνο στην κοιλιά μου. Άρχισα να χάνω τις αισθήσεις μου, καθώς είδα το αίμα να βγαίνει ασταμάτητα από μέσα μου. Άκουσα φωνές, μπερδεμένες, και μετά πόνο, πόνο πολύ. Ένιωσα να με μετακινούν. Και μετά από σκοτάδι και πόνο, άκουσα ένα κλάμα, το μόνο που με κράτησε για λίγα λεπτά ακόμα στην ζωή. Άνοιξα περισσότερο τα μάτια μου, και είδα την Μέρι να κρατάει στην αγκαλιά της ένα μικροσκοπικό πλασματάκι και να προσπαθεί να το ησυχάσει.
«Δώστο μου λίγο» Κατάφερα να προφέρω με δυσκολία. Είδα τον Άλβιν να με κοιτάει ανήσυχος, μέχρι που το πείρα στην αγκαλιά μου, ήταν κορίτσι, όπως πίστευε και ο Τζέισον. Το κοίταξα στα μάτια, ήταν τόσο όμορφη. Τα μάτια της, ήταν στις αποχρώσεις του πράσινου. Δεν μπορούσα να καταλάβω όμως ακριβώς, γιατί ήταν πολύ μωρό ακόμα, είχε κάτι λίγα μαλάκια στο κεφαλάκι του, και με κοιτούσε γελαστό. Ένιωθα σιγά σιγά τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, και τότε θυμήθηκα κάτι, που είχα ξεχάσει εδώ και πολύ καιρό. Κάτι που μου είχε πει ο Κράκερ κάποτε, κάτι, που έπρεπε να κάνω πριν πάω να συναντήσω τον Τζέισον. Αυτήν την ευχή, την μοναδική ευχή, που μπορούσα να πραγματοποιήσω, θα με εξασθενούσε περισσότερο, θα πέθαινα χωρίς πόνο, και το μωρό μου θα μεγάλωνε σωστά. Το μόνο που ήθελα. Κράτησα πιο σφιχτά την κόρη μου στην αγκαλιά μου, και με όλη μου την δύναμη που μου είχε απομείνει πρόφερα αυτά τα λόγια.
«Εύχομαι και θέλω, ικετεύω και πονώ για αυτό, Ο Άλβιν, η Μέρι και ο Ρον, να γίνουν ξανά άνθρωποι, να αφήσουν πίσω την αθάνατη ζωή τους, και να συνεχίσουν από εκεί που είχαν σταματήσει. Για να προσέξουν, και να μεγαλώσουν σωστά την κόρη μου. Εύχομαι να καταλάβουν τον λόγο που το έκανα. Και να ξέρουν πως τους αγαπώ.» Μόλις τελείωσα, τους είδα όλους να περιτριγυρίζονται από ένα δυνατό λευκό φως. Για αρκετά λεπτά με κοιτούσαν έκπληκτοι, και μόλις το φως έσβησα, όλοι έδειχναν τόσο διαφορετικοί, και τόσο ίδιοι συγχρόνως. Είχαν πια ένα πιο σκούρο χρώμα στο δέρμα τους, τα μάτια τους ήταν πιο φωτεινά, και μύριζαν, τόσο ανθρώπινοι. Με κοιτούσαν γελαστοί και λυπημένοι συγχρόνως. Στράφηκα στον Άλβιν, καθώς έβλεπα, πως είχα μόλις λίγα λεπτά στην διάθεση μου.
«Θέλω να την ονομάσεις Καρολίνα, και να την προσέχεις, πολύ.» Είπα και προσπάθησα να χαμογελάσω.
«Αυτό που έκανες, ήταν το πιο χαζό πράγμα στον κόσμο, αλλά και το πιο γενναίο.» Είπε και έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο.
«Τα συναισθήματα μου για σένα δεν έχουν αλλάξει Κλειώ, και ούτε άλλαξαν ποτέ. Να το ξέρεις, ελπίζω να βρεις την ευτυχία εκεί που θα πας τώρα. Έχε καλό ταξίδι, και θα την προσέχω.» Μου είπε και καθώς πείρε την μικρή μου στην αγκαλιά του, ένιωσα το σώμα μου να χαλαρώνει και την ψυχή μου να βγαίνει από αυτό.
Ο πόνος είχε σβήσει. Καθώς άνοιξα τα μάτια μου, ένιωσα ένα ζεστό αέρα να χαϊδεύει τα μαλλιά μου. Συνειδητοποίησα πως ήμουν ξαπλωμένη στην μέση ενός μεγάλου πράσινου λιβαδιού. Γεμάτο μαργαρίτες. Ένιωσα κάποιον να με αγκαλιάζει και το μόνο που πρόλαβα να δω, ήταν μία τούφα από ξανθά μαλλιά. Απομακρύνθηκα απαλά και κοίταξα το άτομο που προηγούμενος με είχε σφίξει στην αγκαλιά του.
«Λίλιαν.» Είπα και την ξαναγκάλιασα. Εκείνη γέλασε και χάιδεψε τα μαλλιά μου.
«Είδαμε τι έκανες εκεί κάτω. Και πρέπει να ξέρεις πως, ήταν το σωστό.» Μου είπε γελώντας καμπανιστά. Όρθιος, λίγο πιο πίσω από εκείνην βρισκόταν ο Χάρης, σηκώθηκα όρθια και έπεσα με φόρα στην αγκαλιά του. Εκείνος γέλασε και με έσφιξε πάνω του.
«Δεν πίστευα πως θα σου είπαμε τόσο, δεν είχες δα και τόσο καιρό να μας δεις.» Είπε καθώς απομακρυνόμουν. Τότε τους είδα και τους δύο να κοιτάνε προς ένα σημείο. Άκουσα τα γνώριμα βήματά του, προτού μυρίσω την μυρωδιά του. Γύρισα και κοίταξα τα πανέμορφα μάτια του, με λατρεία. Έτρεξε προς το μέρος μου και με αγκάλιασε σφιχτά κάνοντάς με γύρους.
«Γιατί το έκανες αυτό, γιατί το έκανες αυτό στο εαυτό σου? Θα μπορούσες να ευχηθείς να γίνεις καλά, και θα μεγάλωνες την κόρη μας και…»
«Και θα ζούσα μέσα στον πόνο, πονώντας και τους γύρω μου. Ήταν το σωστότερο που μπορούσα να κάνω Τζες, και εκτός από αυτό, η Καρολίνα θα μεγαλώσει φυσιολογικά, θα είναι σαν φυσιολογικό παιδί. Και αν κάποτε παρουσιαστεί έστω και κάτι που να την κάνει να μοιάζει λίγο με βρικόλακα, ο Άλβιν, η Μέρι, και ο Ρον θα είναι δίπλα της να την βοηθήσουν. »
«Είσαι σίγουρη, για την απόφασή σου, να, να την προσέχει?» κατάλαβα αμέσως ποιον εννοούσε και γέλασα.
«Για τον Άλβιν εννοείς? Μην ανησυχείς, πραγματικά θα την προσέχει, και θα είναι μια χαρά.» Τότε άκουσα 2 φωνές πίσω μου, που περίμενα πως δεν θα ξανα ακούσω ποτέ στην ζωή μου.
«Κλειώ.»
«Κλειώ καρδιά μου, εσύ είσαι?» Γύρισα και κοίταξα τους γονείς μου έκπληκτη. Ήταν ίδιοι όπως και την τελευταία φορά που τους είδα. Τότε άκουσα άλλη μία φορά, αγορίστικη.
«Τελικά αδερφούλα δεν μας την γλίτωσες.» Κοίταξα τον μικρό μου αδερφό διπλάσια έκπληκτη. Τελικά δεν τα είχε καταφέρει. Ποιος ξέρει τι έπαθε, και έχασε την ζωή του.
«Λοιπόν μικρή, δεν θα μας αγκαλιάσεις?» Άκουσα τον πατέρα μου να λέει. Έτρεξα με δάκρυα στα μάτια και έπεσα μέσα την ζεστή αγκαλιά του. Μου είχε λείψει τόσο πολύ.
«Κοριτσάκι μου, μας έλειψες τόσο πολύ.» Είπε καθώς χάιδευε τα μαλλιά μου. Σειρά είχε η μητέρα μου. Με αγκάλιασε σφιχτά, γεμάτη συγκίνηση, και στο τέλος με φίλησε στο μέτωπο. Έπειτα στράφηκα στο αδερφό μου. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου με τα καυτά μου δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια μου.
«Ει, ψηλή, θα με σκάσεις.» Είπε χωρίς να προσπαθήσει να με διώξει μακριά του. Γέλασα ελαφρά και απομακρύνθηκα.
«Κλασικός Τζέιμς.» Είπα ανακατεύοντας τα μαλλιά του.
«Ήρθαμε, να πάρουμε εσένα και τους φίλους σου, πίσω, στις ψυχές, στο σπίτι μας.» Μου είπε η μητέρα μου χαμογελώντας. Γύρισα και κοίταξα προς το μέρος του Τζέιμς, ο οποίος ήρθε δίπλα μου και έπιασε το χέρι μου.
«Τότε θα έρθουμε.» Είπα και αφού σιγουρεύτηκα ότι και ο Χάρης με την Λίλιαν βρισκόντουσαν δίπλα μας, ακολούθησα την οικογένεια μου, με αποφασιστικό βήμα. Προχωρούσα ευθεία, χωρίς να είμαι αγχωμένη. Σκέφτηκα πως, μετά από τόσο καιρό ένιωσα και πάλι χαρούμενη. Τι γλυκό συναίσθημα. Πέρασα την αόρατη πύλη που πέρασαν και οι γονείς μου, ξέροντας πως δεν θα ξαναγύρναγα ποτέ πίσω, αλλά πάντα θα παρακολουθούσα τους από κάτω, αυτούς που είχα αφήσει πίσω. Ένας αναστεναγμός έφυγε από τα χείλι μου, καθώς άφηνα την παλιά μου ζωή πίσω, γυρνώντας σελίδα και ξεκινώντας μία άλλη ζωή, διαφορετική, χαρούμενη, γλυκιά. Και πάνω από όλα, χωρίς πόνο. Τελειώνοντας το κυνηγητό που είχα ξεκινήσει, μέσα στα σκοτεινά μυστικά, τα σκοτεινά μυστικά ενός βρικόλακα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου