Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Κεφάλαιο 12ο
Η μάχη

Βρισκόμουν με την Μέρι και τον Άλβιν έξω στον κήπο και κάναμε χαζομάρες, με τον Άλβιν τα είχαμε ξαναβρεί, όχι ως ζευγάρι, όχι με τίποτα, μόνο ως φίλοι. Κάθε μέρα ανησυχούσα όλο και περισσότερο, 1μισι μήνας είχε περάσει, και δεν είχα ακόμη νέα του.
«Θα πάω να τους βρω.» Είπα και γύρισαν και οι 2 να με κοιτάξουν.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να…» Είπε η Μέρι, και εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε μπροστά μας ο Ρον.
«Ρον.» Είπε η Μέρι και έτρεξε και τον αγκάλιασε. Εκείνος την φύλλισε. Όταν απομακρύνθηκε ο ένας από τον άλλον κατάφερα να τον παρατηρήσω καλύτερα, τα ρούχα του ήταν σκισμένα, και ήταν χτυπημένος παντού.
«Κλειώ, πρέπει, να έρθεις μαζί μου. Ο Τζέισον δεν είναι καλά. Έχει τραυματιστεί άσχημα, έλα.» Είπε και μου πρόσφερε το χέρι του για να σηκωθώ. Εγώ κοίταξα τρομοκρατημένη τον Άλβιν και την Μέρι.
«Θα έρθουμε και εμείς.» Είπε ο Άλβιν.
«Έγινε, απλώς κρατηθείτε σφιχτά επάνω μου.» Είπε ο Ρον, και μόλις πιάστηκα πάνω του, ένιωσα και πάλι να στροβιλίζομαι στο σκοτάδι, έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, και όταν τα άνοιξα βρισκόμουν σε μία ξεραμένη περιοχή, σκοτεινή, είδα πιο πέρα, την Λίλιαν να βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν βρικόλακα διπλάσιο από εκείνην. Δεν πρόλαβα να δω περισσότερα γιατί ο Ρον μας οδήγησε σε μία σκηνή. Μόλις μπήκα μέσα, είδα τον Τζέισον να βρίσκεται ξαπλωμένος, ενώ αίμα έτρεχε από το ένα του πλευρό, έτρεξα γρήγορα δίπλα του.
«Τζες, Τζες, τι έγινε, τι σου συνέβη.»
«Στο είπα πως δεν λέγαμε τότε το αντίο.» Μου είπε και μου χαμογέλασε.
«Τι έπαθες, ποιος σου το έκανε αυτό?»
«Μην νοιάζεσαι. Σε παρακαλώ, ηρέμισε.» Μου είπε προσπαθώντας να με κοιτάξει. Έσκυψα και τον φίλησα ζεστά στα χείλι.
«Δεν θα πάθεις τίποτα, στο υπόσχομαι, θα ζήσεις, μην ανησυχείς.»
«Δεν είναι έτσι και το ξέρεις Κλειώ. Σε παρακαλώ, ορκίσου μου ότι θα φροντίσεις το παιδί μας, να μεγαλώσει ήρεμο από όλα αυτά. Σε παρακαλώ.» Είπε και ένιωσα το χέρι του να φεύγει από το δικό μου.
«Στο ορκίζομαι, στο ορκίζομαι αγάπη μου.» Του είπα και φίλησα το χέρι του.
« Θα σε περιμένω. Σε αγαπάω, να το ξέρεις.» Είπε και ένιωσα το χέρι του να βαραίνει, και να πέφτει.
«ΟΧΙ.» Ούρλιαξα και άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Ο Άλβιν ήρθε δίπλα μου και με αγκάλιασε, εγώ όμως συνέχισα να χτυπιέμαι και να φωνάζω, όσο και αν προσπαθούσε να με ηρεμίσει. Ξαφνικά μέσα στην σκηνή μπήκε ένα ψιλός άντρας.
«Αυτή είναι, πιάστε την.» Είπε και όρμισαν μέσα και άλλοι, σαν και αυτόν, σπρώξανε τον Άλβιν μακριά μου, ο ένας κρατούσε ένα σπαθί. Το σήκωσε ψηλά, και την στιγμή που πήγε να το προσγειώσει επάνω μου, ήμουν χαρούμενη, θα πήγαινα κοντά του. Όμως όχι, μπροστά μου μπήκε η Λίλιαν, και έπεσε δίπλα μου νεκρή.
«Όχι, Λίλιαν, Όχι και εσύ, σε παρακαλώ, πες μου ότι είσαι ξύπνια,» είπα καθώς την ταρακουνούσα. Όμως τίποτα, καμία απάντηση. Ό άντρας σήκωσε ξανά το ξίφος του, όμως την τελευταία στιγμή κάποιος τον μαχαίρωσε από πίσω και έπεσε δίπλα μου και αυτός, άψυχος. Σήκωσα το κεφάλι μου, και είδα τον Χάρη, χτυπημένο άσχημα στο πλευρό του, να κρατάει με δυσκολία το σπαθί του, καθώς χτύπαγε ξανά και ξανά το άψυχο σώμα του άντρα.
«Είναι νεκρός Χάρη, σταμάτα.» Του είπα και εκείνος σταμάτησε, πέταξε το σπαθί του στην άκρη και γονάτισε δίπλα στο νεκρό σώμα της Λίλιαν.
«Αγάπη μου, είμαι εδώ, δίπλα σου, σε λίγο θα ήμαστε και πάλι μαζί, κάνε υπομονή.» Είπε ξαπλώνοντας δίπλα της, ενώ το αίμα συνέχιζε να κυλάει ακατάπαυστα από το πλευρό του. Και έτσι ξαφνικά σταμάτησε και αυτός να μιλάει, να κουνιέται, να αναπνέει, να ζει. 3 άτομα πεθάνανε για χάρη μου. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον Κράκερ να χτυπάει αι να σκοτώνει όταν τελευταίο που είχε απομείνει από εκείνους. Έτρεξε κοντά μας.
«Κλειώ κορίτσι μου, είσαι καλά?» Με ρώτησε, εγώ δεν είχα την δύναμη να απαντήσω, κοιτούσα τα πτώματα των 2 φίλων μου, και του Τζέισον. Δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια μου.
«Πάρτε την από εδώ.» Είπε ο Κράκερ απευθυνόμενος στους άλλους 3. Η Μέρι ήρθε για να με τραβήξει μακριά από την Λίλιαν και τον Χάρη.
«Όχι, άσε με, άσε με να πεθάνω κι εγώ. Εγώ φταίω, θυσιάστηκαν για μένα. Άσε με.» Φώναζα ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Τελικά κατάφερε και με τράβηξε μακριά τους, τραβώντας με στην αγκαλιά της. Έκλαιγα με λυγμούς, το ίδιο και εκείνη. Ο Ρον και ο Άλβιν, ήρθαν και μας αγκάλιασαν και οι 2, αν δεν βρισκόμασταν σε αυτήν την θέση, θα γέλαγα, και θα έλεγα οικογενειακή αγκαλιά, όμως τώρα, ο πόνος ήταν αφόρητος. Χειρότερος και από όταν με άλλαξε ο Άλβιν, χειρότερος, και από όταν εξαφανίστηκε. Έτσι όπως ήμασταν αγκαλιασμένοι, ένιωσα πάλι τα πάντα γύρω μου να σκοτεινιάζουν και να γυρνάμε γύρω, γύρω. Πάλι ο Ρον μας διανικτίνιζε πίσω.
Μόλις φτάσαμε στον κήπο του σπιτιού, έπεσα στο γρασίδι κλαίγοντας.
«Ήταν λάθος μου, δεν έπρεπε να την πάω εκεί.» Έλεγε ο Ρον καθώς προσπαθούσε να ηρεμίσει την Μέρι. Ο Άλβιν ήρθε και με αγκάλιασε.
«Ηρέμισε, σε παρακαλώ, σκέψου το παιδί σου. Του το υποσχέθηκες.» Μου είπε.
«Μου λες να ηρεμίσω? Πως είναι δυνατόν. 3 άτομα, 3 άτομα που αγαπούσα, πέθαναν μπροστά στα μάτια μου. Θυσιάστηκαν για μένα. Και εσύ μου λες να ηρεμίσω? Εγώ φταίω, εγώ φταίω για όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου