Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Κεφάλαιο 3ο
Ανακαλύψεις

Άρχισε να τρέχει ώσπου σταμάτησε απότομα μπροστά από μία τεράστια επιβλητική πόρτα. Δίπλα υπήρχε ένας καλόγερος με 3 ασημένιες ζώνες, τράβηξε τις 2, και μου έδωσε την μία, μου έκανε νόημα πως έπρεπε να την δέσω γύρω από την μέση μου, και αυτό έκανα.
«Για ποιον λόγο?» Τον ρώτησα καθώς την έβαζα.
«Άμα δεν θες να γίνεις ψητή στον ήλιο, καλύτερα να την φορέσεις, αλλιώς…» Είπε, και άνοιξε την πόρτα και βγήκαμε έξω, ο ήλιος με τύφλωνε, τόσο δυνατός ήταν σε σχέση με το σκοτεινό σπίτι. Άρχισε να προχωράει βιαστικά γύρω από το κτήριο, ώσπου τον είδα, καθόταν σε ένα παγκάκι και η Μέρι ήταν δίπλα του και τον είχε στην αγκαλιά της, μόλις μας είδε, σηκώθηκε όρθια και πήγε προς το μέρος του Ρον, αφού τον φίλησε τον τράβηξε και έφυγαν. Μάλλον για να μας αφήσουν μόνους, αλλά και να μείνουν και αυτοί λίγο μόνοι τους. Πήγα και κάθισα δίπλα του, κανένας από τους δυο μας δεν μιλούσε, ώσπου εκείνος, διέκοψε την σιωπή.
«Το ξέρω, είμαι πολύ εγωιστής, αλλά το έκανα γιατί δεν μπορούσα να επιβιώσω χωρίς εσένα, και ήλπιζα ότι έτσι ένιωθες και εσύ, αλλά από ότι φαίνεται…» Είπε και πήγε να σηκωθεί για να φύγει. Εγώ έδρασα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, έπιασα το χέρι του, και βρέθηκα μπροστά του αμέσως.
«Περίμενε.» Του είπα και τον κοίταξα γλυκά. Εκείνος δεν απάντησε, μόνο με κοιτούσε.
«Μπορεί, να έχω θυμώσει, που με άλλαξες, μπορεί να πονώ που έγινε αυτό, αλλά τα συναισθήματά μου για σένα δεν έχουν αλλάξει, και ούτε πρόκειται…» Δεν πρόλαβα καν να τελειώσω την πρότασή μου, έσκυψε και ακούμπησε τα χείλι του στα δικά μου. Ήμουν σίγουρη πως αν η καρδιά μου δεν είχε σταματήσει, τώρα θα χτύπαγε σαν τρελή. Απομακρύνθηκε γρήγορα και με κοίταξε, σαστισμένος, μπορώ να πω.
«Τι έγινε?» Τον ρώτησα εγώ νιώθοντας ακόμα την γεύση των χειλιών του πάνω στα δικά μου. Μέχρι να μου απαντήσει άρχισα να παρατηρώ τον κήπο στον οποίο βρισκόμασταν. Ήταν καταπράσινος, γεμάτος δέντρα, φυτεμένος με γρασίδι. Γύρω, γύρω, βρίσκονταν μαρμάρινα παγκάκια, σαν αυτό που καθόμασταν πριν λίγο ο Άλβιν και εγώ, ενώ κάτω από ένα τεράστιο δέντρο υπήρχε μία πανέμορφη πέτρινη βρυσούλα, το μέρος ήταν σαν παράδεισος. Όση ώρα τα σκεφτόμουν όλα αυτά, ο Άλβιν είχε έρθει κοντά μου και οσφριζόταν τον αέρα γύρω του.
«Τι έγινε?» Επανέλαβα την ερώτηση μου.
«Μυρίζεις σαν άνθρωπος, και, ακούς αυτόν τον αδύναμο ρυθμικό ήχο?» Με ρώτησε και με πλησίασε ξανά κρατώντας τα χέρια μου. Η αλήθεια ήταν ότι όντως τον άκουγα αλλά δεν ήξερα τι ήταν, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου, άθελά μου. Ο Άλβιν το απομάκρυνε από τα μάτια μου, και με κοίταξε διπλάσια άφωνος από πριν.
«Δάκρυα ανθρώπου.» Είπαμε με μια φωνή.
«Το ήξερες?» Με ρώτησε με κατηγορηματική φωνή. Σαν να μου έλεγε, ‘γιατί δεν μου πες τίποτα?’
«Εμ, ναι, όταν είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι, πιο πριν, και έκλαιγα, τότε το είδα.» Είπα νιώθοντας τα μάγουλά μου να καίνε. Εκείνος με πλησίασε και άγγιξε το ένα από αυτά.
«Έχεις κοκκινίσει.» Μου είπε χαμογελώντας.
«Αυτό είναι, φυσιολογικό?» Τον ρώτησα στραβοκαταπίνοντας.
«Εμ, δεν θα το ‘λεγα.» Πριν προλάβει να πει τίποτε άλλο μπροστά μας βρέθηκε ένας άντρας, με καστανό μακρύ μαλλί και καστανά μάτια, ήταν αρκετά πιο ψηλός και από τους δυο μας, και το βλέμμα του ήταν πολύ αυστηρό, πρέπει να ήταν πολύ μεγάλος, φαινόταν στην πείρα του.
«Αυτό, που είναι η Κλειώ, είναι κάτι σπάνιο μεν, αλλά όχι ανύπαρκτο. Η μεταμόρφωσή της δεν έχει ολοκληρωθεί, τελείως, και ούτε θα ολοκληρωθεί ποτέ. Δεν ελκύεται στο αίμα, αν και μπορεί άνετα να πιει αν το θελήσει, παρά μόνο στα ανθρώπινα φαγητά, κλαίει σαν άνθρωπος, μοιάζει με άνθρωπο, αν εξαιρέσουμε τα μάτια, αν και αυτό διορθώνεται με δυο φακούς επαφής. Επίσης δεν καίγετε στον ήλιο, άμα δεν φοράει την ζώνη.» Είπε και με μία του κίνηση τράβηξε την ζώνη από την μέση μου. Έπειτα συνέχισε. «Στο μόνο που διαφέρει από άνθρωπο, είναι η υπερφυσική ταχύτητα, η δύναμη, και η τέλεια ακοή και όσφρηση όπως επίσης και το να βλέπει τέλεια, πάντα και παντού.» Τελείωσε τον μονόλογό του ο περίεργος άντρας και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στην κοιλιά του.
«Ωραία όλα αυτά, αλλά ποιος είσαι?» Τον ρώτησα ανασηκώνοντας το ένα μου φρύδι.
«Είναι ο Κράκερ, ο ανώτερος ας πούμε τις φαμίλιας μας.» Μου απάντησε ο Άλβιν και με αγκάλιασε από τους ώμους.
«Δηλαδή εγώ είμαι κάτι ανάμεσα σε βαμπίρ και άνθρωπο?» Τον ρώτησα ανεβάζοντας την φωνή μου μία οκτάβα.
«Και όχι μόνο.» Είπε ξανά ο Κράκερ, κοιτώντας με αφ υψηλού.
«Δηλαδή, και τι άλλο.»
«Τα μάτια σου, τα έχεις προσέξει?»
«Εννοείται…»
«Πρόσεξες πως και ο Ρον έχει τα ίδια, σωστά?»
«Εμ, ναι…»
«Αυτό σημαίνει, 1ον ότι κατάγεστε από την ίδια αρχαία οικογένεια εδώ και αιώνες, και δεύτερον ότι έχετε ένα ‘χάρισμα’ μία δυνατότητα ας πούμε, που δεν έχουμε οι υπόλοιποι...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου