Κάθισα στο πάτωμα χτυπώντας με δύναμη το κεφάλι μου στον τοίχο. Δηλαδή, αυτός τι είναι, εγώ, εγώ τι είμαι, αυτή η ιστορία, το μόνο που κατάφερε ήταν να με μπερδέψει ακόμα περισσότερο. Μέσα μπήκε η Μέρι, ήρθε και κάθισε δίπλα μου χωρίς να μιλάει. Μάλλον περίμενε εμένα, να την ρωτήσω όταν θα ήμουν έτοιμη.
«Ωραία, πες μου λοιπόν, πες μου τι στο διάτονο είμαι, Τι είστε ρε? Τα πάντα.» Είπα φωνάζοντας σχεδόν. Εκείνη γύρισε και με κοίταξε με ένα ήρεμο βλέμμα, το ίδιο ήρεμη ήταν και η φωνή της.
«Βρικόλακες.» Απάντησε απλά χωρίς να πάρει το βλέμμα της από το δικό μου.
«Τι, τι πράγμα?» Είπα τραυλίζοντας.
«Βρικόλακες.» Επανέλαβε, με τον ίδιο τόνο στην φωνή της.
«Δηλαδή, μου λες τώρα, ότι αυτός που αναποδογύρισε το τρένο είναι βρικόλακας, αυτός που με κυνήγησε, βρικόλακας, αυτοί που με έσωσαν, βρικόλακες, και εγώ, βρικόλακας?» Είπα ουρλιάζοντας, υπερβολική πληροφόρηση σε μία μέρα, δεν θα την άντεχα. Άκουσα και πάλι αυτό το υπόκωφο ‘κρακ’ και ένιωσα τους δικούς μου κυνόδοντες να μεγαλώνουν όπως και προηγουμένως του Άλβιν. Σηκώθηκα όρθια, και έπεσα με δύναμη στο μοναδικό κρεβάτι του δωματίου. Άρχισα να κλαίω όσο πιο βουβά γινόταν. Μάλλον τώρα θα είχα γίνει και εγώ μέσα στα αίματα. Ένιωσα κάποιον να έρχεται και να κάθεται δίπλα μου, αλλά δεν κουνήθηκα. Με τράβηξε στην αγκαλιά του, και μόνο τότε τον πρόσεξα.
«Συγνώμη Κλειώ, εγώ φταίω για όλα, το ξέρω.» Μου είπε και μου χάιδεψε τα μαλλιά.
«Το ότι καταλαβαίνεις το σφάλμα σου, και το ότι λυπάσαι για αυτό, δεν αλλάζει τίποτα ρε Άλβιν, εγώ παραμένω ένα αναθεματισμένο βαμπίρ, και εσύ παραμένεις κάποιος που μου στέρησε ότι ποιο πολύτιμο είχα, την ανθρώπινη ζωή μου.» Είπα και απομακρύνθηκα από κοντά του. Σκούπισα τα μάτια μου, και προς μεγάλη μου έκπληξη δεν ήταν ματωμένα όπως προηγουμένως του Άλβιν. Ο Άλβιν, με κοίταξε με πόνο και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο. Τον πλήγωσα, το ξέρω, όμως και εγώ πονούσα μέσα μου, γιατί, δεν θα ξαναέβλεπα τους γονείς μου, ο λόγος? Ήταν σίγουρα νεκροί, αλλά αυτό που με πόναγε περισσότερο, ήταν το ότι δεν θα ξαναέβλεπα τον αδερφό μου, ο λόγος? Γιατί ήταν άνθρωπος και ήμουν επικίνδυνη για εκείνον. Βγήκα έξω από το δωμάτιο σκουπίζοντας τα δάκρυα μου, χωρίς να καταλαβαίνω, γιατί ακόμα έκλαιγα σαν άνθρωπος, και περπάτησα με βιαστικό βήμα στον μακρύ διάδρομο. Πριν προλάβω να αντιδράσω ένιωσα κάποιον να με τραβάει μέσα σε ένα δωμάτιο.
«Κοίτα, ήθελε να στο δείξει η Μέρι, αλλά με αυτά που έγιναν… Πήγε να ηρεμίσει τον Άλβιν, οπότε αναγκάστηκα να το κάνω εγώ.» Είπε και ανασήκωσε τους ώμους του. Κοίταξα τον χώρο γύρω μου. Ήταν σαν μια τεράστια ντουλάπα, γεμάτη με ρούχα, φορέματα, παπούτσια, και φυσικά δεν έλειπαν οι καθρέφτες. Πλησίασα τον κεντρικό καθρέφτη από περιέργεια, για να δω πόσο είχα αλλάξει. Άρχισα να περιεργάζομαι με το βλέμμα μου το παράξενο είδωλο. Φορούσα ακόμα τα χθεσινοβραδινά ρούχα, ήταν σκισμένα παντού, και τσαλακωμένα. Τα μαλλιά μου, ήταν λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από ότι παλιότερα, και πλησίαζαν το καστανόξανθο, η επιδερμίδα μου είχε γίνει πιο λευκή, αλλά ακόμα υπήρχε ένα ρόδισμα, και τα μάτια μου… Έβγαλα μια πνιχτή κραυγή καθώς κοίταξα τα μάτια μου. Γύρισα και είδα τον Ρον να γελάει σαν παλαβός.
«Τα μάτια μου…» Είπα επιστρέφοντας το βλέμμα μου στον καθρέφτη.
«Ναι…» Με παρότρυνε να συνεχίσω, καθώς το διασκέδαζε.
«Είναι Μωβ.»
«Ναι, το ξέρω.» Είπε και προσπάθησε να συγκρατηθεί από το να αρχίσει και πάλι να γελάει. Γύρισα και τον κοίταξα με ειρωνικό ύφος.
«Χαίρομαι που σε διασκεδάζω, Ρον, αλλά να σου υπενθυμίσω ότι έχουμε το ίδιο χρώμα.» Του είπα και εκείνος έπεσε κάτω από τα γέλια, τι σπαστικός που ήταν, θεέ μου.
«Κι αυτό το ξέρω.» Είπε χωρίς όμως να σταματήσει να γελάει.
«Και τότε που είναι το αστείο?» Είπα και πήγα από πάνω του βάζοντας τα χέρια μου στην μέση μου κοιτώντας τον με δολοφονικό βλέμμα. Σταμάτησε να γελάει αλλά παρέμεινε ξαπλωμένος στο πάτωμα.
«Έπρεπε να δεις την έκφρασή σου, πώπω, χαίρομαι που τελικά δεν σε έφερε η Μέρη, θα έχανα όλη την διασκεδάσει.» Είπε καταπίνοντας ένα γελάκι. Εγώ ξεφύσηξα και άπλωσα το χέρι μου για να τον βοηθήσω να σηκωθεί. Εκείνος μου έδωσε το δικό του και με ένα σάλτο βρέθηκε μπροστά μου.
«Τατάν.» Είπε με ένα χαμόγελο ως τα αφτιά.
«Καλά, πάντα τόσο εκνευριστικός είσαι?» Τον ρώτησα καθώς κατευθυνόμουν προς την έξοδο του δωματίου.
«Όχι, έχω υπάρξει και χειρότερος.» Είπε γελώντας.
«Χα, χα, αστείοο.»
«Το ξέρω, γι αυτό γελάω.»
«Α καλά, εσύ πρέπει να σουν καθυστερημένο όταν σε αλλάξανε δεν εξηγείτε αλλιώς.»
«Χμ, ίσως.» Είπε σκεπτικός.
«Ααααα.» Είπα κάνοντας μία κίνηση με τα χέρια μου σαν να λέω, ‘γιατί σε εμένα?’
«Πραγματικά, το σκέφτεσαι?»
«Ναι γιατί όχι?»
«Α, καλά, άστο. Λοιπόν, μπορείς να με πας στον Άλβιν?»
«Αχ, ναι θα ναι και η Μέρι εκεί.» Είπε και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου