Τα μάτια μου είναι βαριά αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να ακούω τι γίνεται γύρω μου. Κάποιος μου κρατάει το χέρι, η ανάσα του είναι πολύ γρήγορη. Κάποιος άλλος περπατάει βιαστικά μέσα στο δωμάτιο.
«Πάω στοίχημα πως σε λίγο θα ανοίξει τα μάτια της, μάλιστα με ακούει ήδη.» είπε μία γυναικεία φωνή που μου φαινόταν αμυδρά γνωστή.
«Ηρέμισε Άλβιν, θα είναι μια χαρά.» Είπε μία ναζιάρικη και ζεστή γυναικεία φωνή.
Έκανα άλλη μία προσπάθεια να ανοίξω τα μάτια μου. Επιτυχία. Ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια μου στο λιγοστό φως που υπήρχε μέσα στο δωμάτιο, άρχισα να περιεργάζομαι τον χώρο γύρω μου. Πρέπει να βρισκόμουν ξαπλωμένη πάνω σε ένα κρεβάτι, οι τοίχοι του δωματίου ήταν στις αποχρώσεις του μωβ και του μαύρου. Κοίταξα την κοπέλα που περιφερόταν στο δωμάτιο, μικροσκοπική, με μαύρα κυματιστά μακριά μαλλιά, και καταγάλανα μάτια. Άπλωσα το χέρι μου προς το μέρος της, μιας και ήταν η μόνη κίνηση που είχα την δύναμη να κάνω. Πριν προλάβω να κάνω το οτιδήποτε άλλο, με αγκάλιασε με υπερβολικά γρήγορη ταχύτητα.
«Ε, ευχαριστώ, για όλα.» Ψιθύρισα προσπαθώντας να πάρω ανάσα.
Καθώς πρόσεξα ότι δεν την ένιωθα όσο κρύα την ένιωθα την προηγούμενη νύχτα.
«Είναι ζωντανή.» Τσίριξε η κοπέλα και απομακρύνθηκε από κοντά μου χοροπηδώντας. Γύρισα να κοιτάξω τον νεαρό που τόσην ώρα δεν είχε αφήσει το χέρι μου. Είχε ξανθά ανάκατα μαλλιά και πράσινα μάτια, ήταν μία οπτασία. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω του, και αυτός το δικό του, από πάνω μου. Με κοιτούσε σαν να μην πίστευε πως θα με έβλεπε ζωντανή. Σήκωσα το ελεύθερο χέρι μου για άλλη μια φορά πλησιάζοντας το μάγουλό του, με μία γρήγορη κίνηση, πείρε τον καρπό μου, στον δικό του και τον έφερε κοντά στα χείλι του. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον, ώσπου ακούστηκε και πάλι εκείνη η γυναικεία μελωδική φωνή. Γύρισα το κεφάλι μου, και αντίκρισα μία ψιλή ξανθιά κοπέλα, με καστανά μάτια.
«Μήπως να της εξηγούσε κάποιος τι έχει συμβεί?» Είπε, και ένας νεαρός, που ήταν σχεδόν ίδιος με την άλλη κοπέλα, αυτήν που αντίκρισα πρώτη μόλις άνοιξα τα μάτια μου, πήγε από πίσω από την ξανθιά και την αγκάλιασε από την μέση.
«Θα της πω εγώ.» Προσφέρθηκε η γλυκύτατη μαυρομάλλα κοπέλα.
«Όχι Μέρι, καλύτερα να της πει ο Άλβιν.» Είπε ένας άντρας με καστανά μαλλιά και, ΜΩΒ μάτια?
«Καλά, Ρον, τότε καλύτερα να τους αφήσουμε μόνους.» Είπε η Μέρι και τράβηξε τον Ρον έξω από το δωμάτιο. Έπειτα από λίγο τους ακολούθησαν και οι άλλοι 2.
«I Can’t take my eyes of you.» σιγοτραγούδησα κοιτώντας τον στα μάτια.
«Ούτε εγώ μπορώ.» Μου είπε και χαμογέλασε, χαϊδεύοντας με το χέρι του το μάγουλό μου.
«Εσύ είσαι ο Άλβιν?» Τον ρώτησα, αν και από ότι φαινόταν αυτός ήταν.
«Εμ, ναι.» Είπε φέρνοντας το χέρι του πίσω από τα μαλλιά του, καθαρό σημάδι αμηχανίας.
«Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς έχει γίνει.» Τόλμησα να πω, κοιτώντας με ένα βλέμμα που εξέφραζε πολλά. Σκηνές από την προηγούμενη νύχτα ήρθαν στο μυαλό μου. Δεν ήταν δυνατόν να γλίτωσα από αυτό το φρικιαστικό απαίσιο τέρας. Δεν το χωρούσε ανθρώπινος νους. Όσες ώρες τα σκεφτόμουν αυτά, ο Άλβιν έκοβε βόλτες ανήσυχος μέσα στο δωμάτιο.
«Τι έγινε?» Τον ρώτησα με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου.
«Συγνώμη, εγώ φταίω, εγώ φταίω για όλα.» έλεγε και ξανάλεγε συνέχεια, πανικοβλημένος. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και με υπεράνθρωπη ταχύτητα έφτασα δίπλα του.
«Πως, πως το έκανα, αυτό?» Ρώτησα καθώς επεξεργαζόμουν τον ‘εαυτό μου’.
«Και για αυτό, εγώ φταίω, δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να σωθείς. Και έπρεπε, έπρεπε να ζήσεις, δεν μπορούσες να πεθάνεις, δεν γινόταν, και…» Είπε με μία ανάσα κοιτώντας με στα μάτια. Είχε πόνο μέσα του, και λύπη, αλλά ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Πείρα τα χέρια του στα δικά μου, και γύρισα να τον κοιτάξω.
«Ηρέμισε, απλώς πες μου τι συνέβη, την προηγούμενη νύχτα, και το πώς σώθηκα.»
Πήρε μία βαθιά ανάσα, και ξεκίνησε.
«Τρέχαμε μέσα στο δάσος, με την Μέρι, τον Ρόν, την Λίλιαν, και τον Χάρη.» έκανε μία μικρή παύση για να με κοιτάξει, έπειτα συνέχισε με σκυφτό κεφάλι.
«Ξαφνικά ακούσαμε κάποιον να φωνάζει, δεν του δώσαμε σημασία, αλλά μετά ακούστηκε και άλλος να φωνάζει, και άλλος, και άλλος, πολύ μαζί. Άρχισα να τρέχω προς τα εκεί από όπου ακούγονταν οι φωνές, δεν ήξερα αν με ακολουθούσαν οι υπόλοιποι, εγώ απλώς έτρεχα. Όταν έφτασα, είδα ένα αναποδογυρισμένο τρένο, και ανθρώπους να τρέχουν ουρλιάζοντας, για να σωθούν, από κάποιον σαν και εμένα.»
«Τι, εννοείς. Τι είσαι?» Τον ρώτησα φοβισμένη ενώ απομακρυνόμουν από κοντά του. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να με πλησιάσει, και απλώς συνέχισε.
«Μόνο ένα άτομο ξεχώριζε, εσύ, ήσουν ψύχραιμη και απλός έτρεχες όσο πιο γρήγορα μπορούσες για να γλιτώσεις, όμως εκείνος σε εντόπισε και άρχισε να σε κυνηγάει μέσα στο σκοτεινά μονοπάτια. Θα μπορούσε να σε είχε φτάσει αμέσως, όμως ήθελε να παίξει μαζί σου, με τον φόβο σου, με την κούραση σου.» Σταμάτησε και κοίταξε με πόνο την απόσταση μεταξύ μας.
«Πήγα να τρέξω από πίσω του για να τον σταματήσω, όμως ένιωσα κάποιον να με τραβάει, γύρισα και είδα τον Ρον και τον Χάρη να με κρατάνε γερά. Φοβόμουν για σένα, για το τι θα απογίνεις, γιατί το έβλεπα, ήσουν διαφορετική, ένιωθα διαφορετικά για ‘σένα, όπως δεν έχω ξανανιώσει ποτέ για άνθρωπο.» Πήρε μία ανάσα και έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να φέρει στο νου του την χθεσινή βραδιά.
«Η Μέρι όμως κατάλαβε πως ένιωθα, πάντα με καταλάβαινε, με ένα μόνο της βλέμμα. Τους είπε να με αφήσουν, στην αρχή ‘φέρανε αντιρρήσεις, αλλά τελικά το έκαναν, άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα γινόταν, ένιωθα πως όλο και πιο πολύ οι δυνάμεις σου σε εγκατέλειπαν. Όταν σας έφτασα, είδα εσένα να είσαι πεσμένη στο πάτωμα και αυτόν να σε πλησιάζει απειλητικά. Έτρεξα προς το μέρος του, και τον τράβηξα μακριά σου…»
«Πως? Πως το έκανες αυτό?» Τον ρώτησα έκπληκτη και συνάμα πιο φοβισμένη από πριν.
«Για να καταλάβεις μην διακόπτεις.» Μου είπε με μία άγρια φωνή και με ανάγκασε να σωπάσω. Κουλουριάστηκα δίπλα στον τοίχο, ακριβώς απέναντι του, αγκαλιάζοντας με τα χέρια μου τα γόνατά μου.»
«Η Μέρι έτρεξε κοντά σου, είναι η μόνη από εμάς, που έχει τόση αυτοσυγκράτηση, ώστε να είναι κοντά σε αίμα και να μην ενοχλείται. Είχες χτυπήσει το κεφάλι σου άσχημα. Και κάποια στιγμή έχασες τις αισθήσεις σου, εγώ μαζί με τον Ρον, τον Χάρη και την Λίλιαν, προσπαθήσαμε να τον ‘νικήσουμε’ και τα καταφέραμε.» Πήγα να τον διακόψω, όμως σταμάτησα.
«Εσύ δεν συνερχόσουν με τίποτα, οι παλμοί τις καρδιάς σου όλο και έπεφταν, δεν θα τα κατάφερνες, το έβλεπα, όλοι το βλέπαμε. Γι αυτό το έκανα, μόνο γι αυτό.» Μου είπε και έκρυψε με τα χέρια του το πρόσωπό του. Για μια στιγμή όλος ο φόβος που με είχε κατακλίσει προηγουμένως, εξαφανίστηκε. Σηκώθηκα όρθια και τον πλησίασα, τράβηξα τα χέρια του για να μπορέσω να τον δω. Το θέαμα όμως που αντίκρισα ήταν τόσο φρικιαστικό, που με ανάγκασε να επιστρέψω στην γωνία μου, διπλάσια τρομαγμένη. Τα μάτια του ήταν πρησμένα, και από εκεί κυλούσε σαν δάκρια, ένα κόκκινο υγρό, αίμα. Ακούστηκε ένα υπόκωφο ‘κρακ’ και είδα τους πάνω του κυνόδοντες να μεγαλώνουν. Με κοίταξε έτσι φοβισμένη που ήμουν, και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου